Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ερμελίντα...

Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΩΡΙΟ ΒΡΟΧΗ ΧΙΟΝΙΑΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
--- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το  χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας! 
          Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος  και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο. 
          --- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
         Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για  κουβέντα.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστουγεννιάτικα... του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!

Αποτέλεσμα εικόνας για παπαδιαμάντης
Διηγήματα:Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη,Το Xριστόψωμο & Η Σταχομαζώχτρα
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! 

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Η Ούντρα...

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
                Τι ύπαρξη κι αυτή τότε, θλιβερή! Ο βάκιλος να μας σαπίζει τα πνευμόνια, στο καρβέλι οι φέτες να λιγοστεύουν, η αγάπη να θέλει φίλημα και εμείς να μην μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας για να πιαστούμε μαζί της στο χορό ενώ η νύχτα σαν Μέδουσα μας ρωτούσε: << γιατί δεν αυτοκτονούμε; >>
               Δεν έφταναν οι δέκα πληγές του Φαραώ που μας είχαν πατημένους, τα είχε και ο πατέρας σκούρα. Μέρες πεσμένος στο κρεβάτι δεν είχε σκοπό να σηκωθεί. Ο γιατρός που τον ακροάστηκε είπε, << πως τα ψωμιά του είναι λίγα και όπου να ‘ναι θα ρέψει, γι’ αυτό να ετοιμαζόμαστε για  σπερνά >>.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία της Τάνιας

  Διήγημα
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
        Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας  << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στην στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη  εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.  
        Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία της διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή της επαρχιακής πόλης. 
        Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως όση δύναμη κι αν είχαμε μέσα μας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο πνευματικό σκοτάδι που αιωρούταν στον αέρα που αναπνέαμε και για να μην αλωθούμε από το σκουπιδαριό του κάναμε αυτές τις συντροφιές τις φτιαγμένες από τρυφερότητα και φιλία.

Κλέφτες στα βουνά...!!!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Μου ‘ρχεται ν’  ανέβω στο καμπαναριό της ενορίας μου και με φωνή Κολοκοτρωναίικη να φωνάξω στους συντοπίτες μου να συναχτούν και να τους τραγουδήσω το κλέφτικο: << Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερτιλήδες να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας έτσι που καταντήσαμε μαύροι και κουρελήδες, απ’ τους ελληνοχάφτηδες που τρώνε τα παιδιά μας. Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν’  ανταμωθούμε στον Άγιο Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κορφοβούνι πόχουν οι κλέφτες σύνοδο και οι καπεταναίοι, πόχουν αρνιά και ψήνουνε, κριάρια σουγλισμένα, οπόχουν  και γλυκό κρασί από το μοναστήρι. Κι εκεί της νύχτας αετοί και της αυγής λιοντάρια, να κόψουμε από τους Έλληνες το ξένο αλυσίδι >>.  
             Δεν πάει άλλο πια πρέπει ν’  ανεβούμε στα βουνά. Εδώ στον κάμπο και στις πόλεις τι να κάνουμε;  Πάλι τα ψίχουλα μας πέταξαν οι μικρονοϊκοί αντιπρόσωποί μας, την μπουκιά μας στεγνωμένη καταπίνουμε, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη μας στάζουν και δε φαίνεται, τα βερεσέδια πάνε και έρχονται, ένα Άουσβιτς μας περιμένει με  σωρούς από σαπούνι να γίνουμε.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Σαραντακέρατη πείνα...

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Στο νου μου ήρθε απρόσμενα η πίσω εποχή. Τότε που με το διοριστήριο στην πισωτσέπη ανέβαινα το βουνό να πάω στο χωριό, να βγάλω το μεροκάματο στο σχολειό του. Από κοτρόνι σε κοτρόνι κι από στουρνάρι σε στουρνάρι, περπατούσα κι όλο περπατούσα και χωριό δεν έβλεπα. Ώσπου το ‘ριξα στο κλέφτικο, ν’ ακούσει το χωριό και να βγει στο ξάγναντο!  << Ανάθεμά τα,  τα βουνά με το ζακόνι πόχουν, το καλοκαίρι κίτρινα και το χειμώνα μαύρα και την πικρή την άνοιξη πολύ ροδαμισμένα. Κανένας δεν τα χάρηκε μες στον απάνω κόσμο, η κλεφτουριά τα χαίρεται και τα μικρά κλεφτόπλα. Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρίχνουν στο σημάδι, γυρίζουν και στη σούγλα τους τα παχουλά κριάρια, ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα>>.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ:Ο θρήνος του νύχτιου επισκέπτη

Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΥΡΑ ΚΟΡΑΚΙΑΤου Παν. Αντωνόπουλου  
Εννιά νύχτες οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στη λίμνη άκουγαν γεμάτοι οργή και κατάπληξη ένα νυχτοκόρακα να θρηνεί ακατάπαυστα με κραυγές που πετούσαν φλόγες, καθισμένος στο  κυπαρίσσι που έμοιαζε σαν λεπιδωτός δράκοντας, στα βορινά της συνοικίας.
Κι όσο η ορμητική μανία του αέρα και το θυελλώδες θρηνητικό τραγούδι του τάραζαν τις άγριες νύχτες και σκορπούσαν τον τρόμο και τη φρίκη στους κατοίκους, άλλο τόσο και η μαζική υστερία γινόταν πιο έντονη κι ανυπόφορη.
Έτσι οι περισσότεροι παραμέλησαν ή ξέχασαν τις καθημερινές τους ασχολίες, τριγύριζαν νευρικά κι άσκοπα από χωράφι σε χωράφι, η φωνή τους φοβισμένη δεν ακουγόταν πια, η λάμψη των ματιών τους ξαφνικά έσβησε κι όλα έδειχναν πως το ταραγμένο μυαλό τους το       βασάνιζε ο απροσδόκητος αυτός νύχτιος επισκέπτης που τόσο ανείπωτο τρόμο τους προκαλούσε.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ελεήστε με, Χριστιανοί!

Αποτέλεσμα εικόνας για ζητιάνοςΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
             Νυχτερέμι του Καρκαβίτσα  έγινε η Μεσσηνία! Από τα σύθαμπα και αποκαρωμένοι από την υπνηλία εξαθλιωμένοι γείτονές  μας παίρνουν τους δρόμους. Όχι για να πάνε να καθαρίσουν τ’  αγριάγκαθα στο χωράφι τους, ούτε να πάρουν το κινέζικο μεροκάματο στη φάμπρικα του σπόγγου επιχειρηματία για να μπαλώσουν μ’ αυτό τη μισότριβη βράκα τους. Ούτε να αγοράσουν κάνα κομμάτι γουρνοπέτσι να μασήσει το δόντι της φαγανιάρας φαμίλιας τους. Τους παίρνουν να διακονέψουν!
             Τα χωράφια τους τα εγκατέλειψαν με τόσο φονικό φόρο που πληρώνουν, τη φάμπρικα την άφησαν γκρεμισμένο γιαπί σαν έσκασε η φούσκα του πλαστικού μάνεϊ του εργοδότη κουραμπιέ. Την πόρτα  του χασάπικου δεν την περνάνε με τίποτα. Ο χασάπης το φυλάει από τους φιόγκους με τις άδειες τσέπες και τους διώχνει με το γουρνομάχαιρο.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα:Η ιστορία της Τάνιας…

Αποτέλεσμα εικόνας για ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
        Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας  << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στην στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.  
        Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία της διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή της επαρχιακής πόλης. 
     Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως όση δύναμη κι αν είχαμε μέσα μας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο πνευματικό σκοτάδι που αιωρούταν στον αέρα που αναπνέαμε και για να μην αλωθούμε από το σκουπιδαριό του κάναμε αυτές τις συντροφιές τις φτιαγμένες από τρυφερότητα και φιλία.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Η γυναίκα του Πουατιέ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η γυναίκα του ΠουατιέΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
               Η  γυναίκα  μπήκε  στο  facebook  κι   έκανε την  ανάρτηση:  <<  Γιατί τα παιδιά φέρονται  χειρότερα όταν  βρίσκεται η μαμά τους μπροστά >>. Το κείμενο  εκτενέστατα και μεθοδικά έκανε την ανάλυσή του αφήνοντας πολλές αιχμές για παρέμβαση και σχόλια από τους αναγνώστες.
              Ο συγγραφέας  διάβασε το κείμενο, το βρήκε συναρπαστικό και σχολίασε: << Μακριά από τη μάνα τους  τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια, μόλις όμως τη βλέπουν δίπλα τους ασφαλίζονται κι αυτό τους δημιουργεί εγωκεντρικές  συμπεριφορές. Φωνάζουν εδώ είμαι! Δώστε μας σημασία! για να τα προσέξουν. Αυτό συμβαίνει  και στους μεγάλους. Πολλές φορές το εγώ τους γίνεται υπερεγώ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε άτομα κυρίαρχα ή πολύ αγαπημένα! >>.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Χρόνια φευγάτα...

Αποτέλεσμα εικόνας για καστρο κυπαρισσιαςΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Πού ‘ναι εκείνα τα ατίθασα παιδιά της εποχής μου, που με το κεφάλι γουλί, γυμνές τις πατούσες, νηστικά και με μπαλωμένα σκουτιά, φίλοι του ανέμου, παρασέρναμε μαζί του τη σκόνη στους δρόμους της γειτονιάς;  Καλή κακή αυτή ήταν η ζωή μας. Στο σχολείο με το βούρδουλα, στο χωράφι με τα φίδια,  στις αλάνες να παίζουμε γουρουνίτσα και αλαμπάρτζα. 
            Όσοι έτρωγαν τον περίδρομο, δεν είχαν καμιά όρεξη να χορτάσουν κι εμάς μ’ ένα κομμάτι κόρα. Οι σιτευτοί μόσχοι ήταν γι΄ αυτούς, τα γεμάτα πιάτα για το άσωτο στομάχι τους. Τους βλέπαμε απ΄ τα παράθυρα να χώνουν τις μεγάλες κομματάρες στο στόμα τους και μας τρέχανε τα σάλια. Δεκάξι χρονών κοκοράκια με τα << αυγά  μας >> να μας σφίγγουν και να μας γαργαλάνε,  θέλαμε να φάμε, να λαδώσουμε τη μηχανή μας, το βίο να βγάλουμε πέρα. Για να μην τους βλέπουμε κόβαμε δρόμο να μουρνταρέψουμε, να δείξουμε το ζορμπαλίκι μας, να ψαχουλέψουμε ατίμως το στήθος της συμμαθήτρίας μας μέσα από το ξεκούμπωτο μπλουζάκι.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα:Αφηγήσεις απ’ την ‘’ Παλιά Παραλία ‘’ της Κυπαρισσίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Παλιά  Παραλία ‘’ της Κυπαρισσίας
 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Είμαστε δέκα και οι δέκα φοιτητές  σε πανεπιστήμια της πρωτεύουσας και της περιφέρειας και κάθε καλοκαίρι ανταμώναμε στην ταβέρνα << Παλιά Παραλία >> κοντά στην αποβάθρα στο λιμάνι της Κυπαρισσίας, εγκαταλείποντας τις εστίες των σπουδών μας μαζί με τα περιττώματα που άφηναν στο σώμα και στην ψυχή τους άνθρωποι βαρύθυμοι θαμμένοι από το χρόνο και τη διαμελισμένη μίζερη αστική ζωή. 
         Η ταβέρνα αναδυόταν στη χρυσή άμμο σαν αστραφτερό κοχύλι όπου η θέα του κόλπου του Ιονίου και του αχανούς ορίζοντα λειτουργούσε σαν λήκυθος των  συναισθημάτων μας, γλυκαίνοντας τα πάθη και τις ανησυχίες μας. Βρίσκαμε εκεί αποκούμπι και η τρυφερότητα που είναι φτιαγμένη από εύθραυστη άυλη μάζα μας ένωνε σε συνοχή και μας έκανε ισχυρούς και αγέρωχους σαν μια γροθιά.  

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα τρόμου και φαντασίας:Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσα!!!

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσαΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Ο πρίγκιπας Ζαπίτο υπερηφανευόταν πως ήταν νέος, γερός και πλούσιος. Πως αρρώστια και θάνατος δύσκολα θα τον άγγιζαν. Απολάμβανε το βίο του ζώντας στον τεράστιο πύργο του, εθισμένος σε πλούσια συμπόσια, νύχτιες κατανυκτικές οινοποσίες και ερωτικές τρυφηλές περιπτύξεις. 
            Το χόμπι του ήταν το ψάρεμα. Η προετοιμασία τελετουργική και η οργάνωση αρίστη. Η είσοδος στη θάλασσα στη χάση του φεγγαριού και η ακολουθία του ως το λιμανάκι από τους ωραίους και κρατερούς νέους του στενού του περιβάλλοντος. Στο σκαρί μέσα πάντα μόνος του μύριζε την αρμύρα και έχαιρε, χριζόταν  καπετάνιος και το γλεντούσε, αρπαζόταν από τον άνεμο και τις ράχες των δελφινιών και απόβαλλε την τρικυμισμένη ματιά του γαλαζοαίματου.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Στ’ άρματα, στ’ άρματα!

Αποτέλεσμα εικόνας για ο χαμένος ανθυπολοχαγός
Ο χαμένος ανθυπολοχαγός στην Αλβανία
  Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
                       Σε τούτο τον καιρό που καίει και καίγεται ένα κεφάλι ακουμπάει στον ώμου μου και μου λέει να τραγουδήσω, μέρα που ξημερώνει σαν την 28η Οκτωβρίου 1940 που ένας λιοψημένος ξυλοκόπος πόλεμος έκανε με το τσεκούρι του κόκαλα τον κόσμο. Κι εγώ αρχίζω με τον περασμένο άνεμο του πολέμου να ‘ρχεται και να μου σκονίζει τις λέξεις: << …Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα που μας εμάραινε θανατερά θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά >>.
                      Ενθουσιάζομαι και συνεχίζω, το << Χάρη >> του Αναγνωστάκη να ψιθυρίζω: << … Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: << Πέθανε ο Χάρης >>  << Σκοτώθηκε  >> ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα. Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα. Στη ματιά του χαράχτηκε άσβηστη η χαρά της καινούριας ζωής μας >>.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Διήγημα:Το στοιχειωμένο σπίτι

Αποτέλεσμα εικόνας για Το στοιχειωμένο σπίτιΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
                Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό του φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και  θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους.  Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.
            Ακόμη ο φίλος αυτός  είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση του φανέρωνε αβίαστα πολλές  εξωφρενικές στιγμές συμβάντων  ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Ο πιτσιρίκος

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
       Δειλινό. Στο βάθος η Πρώτη και στο σώμα της ένας Ύψιστος Πικάσο έβαφε με χρώματα Ωκεανίδες γυμνές ξαπλωμένες στα στιλπνά βότσαλα. Στ’  άγονο σπλάχνο του νησιού,  λευκό το εκκλησάκι της Παναγιάς χαϊδευόταν στο λευκό γένι  τ’ ουρανού, στολίδι ακριβό, μυρισμένο από ιωδιούχο αέρα της θάλασσας και υγρασία βλαστερή. Ο παράδεισός του ιαματικός, τις πληγές γιατρεύει με την ψίχα της άγιας αρμύρας του Ιονίου του ιαματικού.  Στο ερημητήριο του χορτασμένοι γύπες δε χωράνε, τα βράχια του πατούν μόνο ξεριζωμένοι φτωχοί που τη ζωή τους έφαγαν ξεσκέπαστοι και ξόδεψαν το χρόνο τους στην πιλάλα του μεροκάματου και της όχεντρας βιοπάλης. 
         Εκεί στο νησί σαν πας να ζήσεις τη βγάζεις μ’ ένα ροή λάδι,  δυο κατσίκες, λίγες κότες και έχεις για συντρόφια την προσευχή, τη νηστεία, τους γκιόνηδες και τα κοτσύφια.   Θόλοι σκιεροί σε ζώνουν, άντρα βραχώδη κι ένα σύννεφο από μικρούς ιριδισμούς υφαίνουν τους λόφους με πέπλα σκουροπράσινα. Ακούγονται λογιών - λογιών ύμνοι, ψίθυροι από ψαρόνια, κραυγές γλάρων, τραγούδια αηδόνας, κηρύγματα ευαγγελικά της σουσουράδας κάτω στην ακρογιαλιά.

ΧΡΟΝΟΓΡΆΦΗΜΑ: Ο δρόμος

 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
              Ο δρόμος στη γειτονιά μου έχει τις δεντροστοιχίες του γκρίζες και γερασμένες. Τα φύλλα τους είναι κίτρινα κι αραιά και οι κορμοί τους σάπιοι και ξεφλουδισμένοι. Ο αέρας φθισικός και μολυσματικός χλωμαίνει τις οδύνες στους διαβάτες που  τυλιγμένοι στα χάρτινα όνειρά τους κυνηγούν λίγα παρθένα ευρώ στον Κένταυρο αφέντη. 
              Δεν περνάνε σάρκες γνώριμες από δω, με λαμέ γραβάτες,  ελβετικά ρολόγια και δερμάτινα μποτίνια. Οι πατησιές είναι σχήματα από βράχους και οι φωνές τραχιές σαν ουρλιαχτά λύκου. Θυμίζουν τούτοι οι περαστικοί ξεχειλωμένες ιστορίες και παλιές φθορές από σφαίρες τρυπημένες. Τα πρόσωπά τους γεμάτα αυλακιές και οι ψυχές τους τριμμένες σαν σκόνη αστρική. Τα μάτια τους θολά σαν ρόδα μαραμένα. Τα χέρια τους ανοιχτά σαν αξίνες ατσαλωμένες. Μαλλιά αχτένιστα,  τα ρούχα τους φτηνά ραμμένα με της ανάγκης τις κλωστές. Μπαλώματα πολλά, παντού, στα γόνατα, στους πισινούς, στα μέρη τα απόκρυφα κι εκεί που οι χούφτες της ερημιάς  πίνουν το πηγμένο αίμα τους.

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Δ Ι Η Γ Η Μ Α:Το άρωμα του ρόδου

Του Παν. Αντωνόπουλου          
           Όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα ο διηγηματογράφος της πόλης, πέρασε την ξύλινη πόρτα του καφέ  cuore  και κάθισε στο μαύρο καναπέ με το οβάλ τραπέζι. Έβαλε ύστερα μπρος του το βιβλίο του Τόμας Μαν << Η απατημένη >> κι αφού το κοίταξε λίγο και θαύμασε την ομορφιά του εξωφύλλου του, άρχισε με τρυφερότητα να το φυλλομετρά και να ρίχνει ματιές αγωνίας κι έπαρσης στα καλογραμμένα και φροντισμένα κεφάλαιά του.  << Θα εναλλάσσεται το φως με το σκοτάδι όπως σε όλα του τα βιβλία >> σκέφτηκε ο διηγηματογράφος σαν έφτασε και στην τελευταία σελίδα και το ‘κλεισε με τον προσήκοντα σεβασμό που απόδιδε σε κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. 
        Έφερε ύστερα τα λυπημένα μάτια του ολοτρόγυρα στο χώρο του καφέ και με την περιέργεια που τον διέκρινε, άρχισε να κοιτάζει την αξιαγάπητη αισθητική του που με περίσσεια αποδοτικότητα είχαν φιλοτεχνήσει ο νους και το χέρι του διακοσμητή.

Δ Ι Η Γ Η Μ Α: Καρέ της ντάμας

                                                          Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
           Ο άντρας υποκλίθηκε με ευγένεια στην κοπέλα της ρεσεψιόν κι αφού διόρθωσε με αποφασιστικές αδραξιές τα φουντωμένα του μαλλιά, τη ρώτησε με το βλέμμα του στραμμένο προς τα δεξιά του διαδρόμου απ’ όπου ακούγονταν φωνές: 
          << Έχει αρχίσει το χαρτί; Είχε λίγο χιόνι ο δρόμος κι άργησα. Θα με συγχωρήσουν πιστεύω οι κύριοι…>>
         Η κοπέλα χαμογέλασε χαριτωμένα και του είπε με αυθόρμητη εγκαρδιότητα: 
          << Η πόρτα της λέσχης είναι ανοικτή όπως πάντα, κύριε και σας περιμένει να την περάσετε!>>
         Ο άντρας σαν  φάνηκε να τη θαυμάζει για λίγο έτσι όμορφη που ήταν μέσα στο λευκό μεταξωτό και στολισμένο με κίτρινες δαντέλες φόρεμά της, την άφησε και κίνησε με αργό κι αυστηρό βηματισμό για το διάδρομο.

Δ Ι Η Γ Η Μ Α: Η γυναίκα της οδού Αφροδίτης

          Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
              Ο Τόμας σαν κλείδωσε την πόρτα πίσω του κι έριξε μια αδιάφορη ματιά στον ευρύχωρο χώρο του δωματίου του, άναψε ένα τσιγάρο και πλησίασε το παράθυρο. Εκεί μ’ ένα χαμόγελο στο ευφυές πρόσωπό του, άρχισε να  κοιτάζει για πολλή  ώρα την αδύνατη φωτισμένη και τυλιγμένη στα βαθιά σκοτάδια μικρή πολιτεία την οποία εμπορικοί και προσωπικοί λόγοι τον ανάγκασαν να την επισκεφτεί.
            << Α, αχά >> τσίριξε σε μια στιγμή έτσι που η φωνή του φάνηκε να ξεστράτισε. << Το βρίσκω ύψιστα, πολύ ύψιστα διασκεδαστικό αυτό που βλέπω! >> ξεφώνισε στη συνέχεια μ’ ένα παρατεταμένο γέλιο για να πει με υπερβολική χαρά: << Όλα γίνονται στην εποχή μας! Κι ένας οίκος ανοχής, σαν αυτόν που βλέπω απέναντι, πάντα δίνει ενεργητικότητα κι επινοητικότητα στους ανθρώπους της πόλης! Ας είναι οπλισμένη με υγεία η κυρία που δίνει το λάγνο και χυμώδες κορμί της με τους θυελλώδεις σπασμούς του στις ανάγκες των αντρών για να ικανοποιήσουν το ερωτικό τους πάθος>>.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πιτουροκέφαλοι και λαμόγια

Αποτέλεσμα εικόνας για λαμόγιο    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Γι’  άλλους  οι διπλές, γι’ άλλους οι εξάρες. Και η χήρα η Θανάσαινα, το δεξί χέρι του γαιοκτήμονα Αβούτσου, έφερνε όλο διπλές και  άσπρη μέρα δεν έβλεπε. Ζούσε σε χαμόσπιτο, η αυλή βρώμικη, η λάσπη με τις σαπουνάδες την έπνιγε, τα τρία παιδιά της μεγάλωναν με αραποσίτια και οι θέρμες τα ξάπλωναν στο στρώμα με την καρδούλα τους να χορεύει τρελό βαλσάκι.
          Πιο πέρα το λαμόγιο, είχε το δικό του παλάτι, κυριλίτικο, περιωπής, με πίνακες του Ρενάν  και του Μανέ στολισμένο. Μπαινόβγαινε με την κηλίδα του χορτασμένου στο μάτι, κοιτούσε στη σκάφη με τα άπλυτα της παραδουλεύτρας, ξίνιζε τα μούτρα του και στόλιζε με αγίους και γαμοσταυρούς τα μουσκεμένα κοντοβράκια των παππούδων της μπουγάδας.     
           Η παραδουλεύτρα Θανάσαινα όταν δεν έπλενε, λανάριζε μαλλιά στην αυλή της λότζας, αμίλητη κοιτούσε τους τοίχους του λαμόγιου, το μάτι της ακόνι  τους γκρέμιζε, τους έκανε σωρούς από χώμα και χωρίδια. Ζητούσε να βρει χαραμάδα να μάθει πως χτίστηκε τέτοια σπιταρόνα, βλογιοκοπιόταν να της έρθει έμπνευση να ανακαλύψει πούθε ξεφουρνίστηκε τόσο λεφτό, τα κουρέλια της πόλκα της στριφογύριζε στα χέρια της και ζήλευε το casual ντύσιμο που φορούσε το βδέλυγμα, ο πλούσιος γείτονά της. 

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Διήγημα:Η μαγεία της εφημερίδας

Αποτέλεσμα εικόνας για αναγνωση εφημεριδωνΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Η ανάγνωση της  εφημερίδας στη χρυσή εφηβική ηλικία ήταν πνευματικό ψήλωμα, αχτίδα γνώσης λαμπρόφεγγη που μας ακόνιζε του λογισμού το κοντάρι. Την έφερνε ο πατέρας από την πόλη σε σακούλι  μαζί με είδη μπακαλικής, αρωματικό μπακαλιάρο, κονσέρβες  και φρέσκους γαύρους ψαρεμένους στην αρμύρα του Ιονίου. 
           Ψαλιδίζοντες το χρόνο της ραστώνης μας το περίσσευμά του το ξοδεύαμε σκυμμένοι ώρες πολλές να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τις στήλες και τις γραφές της. Και αυτό γιατί υποτασσόμαστε στην πνευματική μας φιλοδοξία που μας ήθελε μεγαλειώδεις εγκυκλοπαιδιστές και αδιόρθωτους εραστές του γνωστικού ρεαλισμού.
          Όταν ξεπέζευε στην αυλή  από τον ίππο μας την προσέφερε. Τη δεχόμαστε όπως οι πάπες την τιάρα και κλεινόμαστε στο εφηβικό μας δωμάτιο. Αρχή της ανάγνωσης ήταν η στήλη με τα ποδοσφαιρικά.  Σκότος  η << Οδύσσεια >> του Ομήρου, ευτελέστατη η  << Αντιγόνη >> του Σοφοκλή, ρομάντζα για γέρους ο << Οιδίποδας τύραννος >> μπροστά στις τρίπλες του Νεστορίδη, τους κεραυνούς του Παπαεμμανουήλ και τις αιλουροειδείς αποκρούσεις στη γωνία του γάτου τερματοφύλακα Θεοδωρίδη! Ο Λινοξυλάκης μέγιστος βιρτουόζος της στρογγυλής θεάς, η τριάρα της ομάδας μας πλέον ενθουσιώδης από τη θεία Κλυταιμνήστρα του βιβλίου που μας γέμιζε τρόμο! Ο Οδυσσέας άντρας πολύτροπος, όμως ο Δομάζος πορθητής ανίκητος του κάστρου του Ολυμπιακού.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Αχτίδα κίτρινη γλυκιά

Αποτέλεσμα εικόνας για Αχτίδα κίτρινηΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          << Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες  και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!
          Το βιβλίο σου, ναι, το διάβασα εν μια νυκτί, που λένε. Μου άρεσε! Οι περιγραφές του ζωντανές, ο διάλογος παραστατικός, εικόνες με έντονα χρώματα  κρατούν τον αναγνώστη σε αδιάπτωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία του σελίδα.  Οι αναδρομές στα περασμένα, στολίδι και εμπλουτισμός του όλου έργου, αλατοπίπερο νοστιμιάς. Έχεις την τέχνη να κεντρίζεις την περιέργεια για το τι θα γίνει τελικά.
         Στο κείμενό σου κυριαρχεί το βιωματικό και τ’  ανθρώπινα μηνύματά σου συγκινούν βαθιά με τη νίκη της ηρωίδας γυναίκας του μυθιστορήματός σου που αν και κυλίστηκε στο βούρκο της ακολασίας, δάμασε την αγάπη της για να μείνει πιστή στο μοναδικό άντρα που της φέρθηκε με ανθρωπιά, από καθήκον κι ευγνωμοσύνη. Τι υπέροχο αυτό! Και μαζί της είναι τόσο υπέροχοι οι ήρωές σου, ζωντανοί και ανεπανάληπτοι, τόσο, που τους ζεις, τους αισθάνεσαι, τους γνωρίζεις και τους αγαπάς.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Οι τρεις του βουνού

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι τρεις του βουνού Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήρθε και τούτο το καλοκαίρι μ’ άδεια τα αμπάρια του και  το κορμί του πληγωμένο και βαριά άρρωστο. Οι λόγγοι έδιωχναν τους κότσυφες, κάθε κρουσταλλένιο σφύριγμα στον κάμπο έσβηνε στη σιωπή και οι ψυχές μας αφανίζονταν φυλακισμένες στης τσίτσιδης φτώχειας το κλουβί. 
            Ο άρτος σκαστός από την κόφα, το όσπριο λίγο, το κολοκύθι του κήπου  άγλυκο και διψασμένο.  Προσμέναμε τα χειρότερα και για να μη έρθουν, έπαιρνα το φίλο μου τον Πορφυρίωνα και σκαρφαλώναμε στο βουνό. Αφανισμένοι εκεί ημερεύαμε τις Λερναίες Ύδρες, ξεγελούσαμε τις Χίμαιρες και τις νύχτες το πνεύμα μας ασκούσαμε να βρούμε το σωματίδιο του θεού που έφτιαξε τον ουρανό, τη γη και τον ωκεανό.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Εδώ Νότος

Αποτέλεσμα εικόνας για τα φεγγάριαΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
                Μουντζουρωμένος με φούμο εδώ και καιρό ο Νότος μας. Οι πολύαρνοι και πολύμοσχοι κάποτε κάτοικοί του, ζούνε σε πικρία απέραντη. Τα ρόδινα της αυγής τους εγκατέλειψαν, τα ευρώ τους  σαρώθηκαν και το σχισμένο σακάκι τους κρέμεται μπαλωμένο στο καρφί. 
               Στους καιρούς μας εδώ στο Νότο η ζωή είναι περιτομημένη. Η φτώχεια παίζει κρυφτούλι με την κοιλιά, οι νύχτες νηστικές ξαγρυπνούν με προσευχές, οι τρελοί πιάνουν κουβέντες με τα ξωτικά. Όσοι είναι ξεχασμένοι από το Θεό τρώνε ξερό ψωμί, όσοι είναι περιούσιοι  την τυλώνουν γιατί το Τάγμα των αγιογδυτών ευρωπροστυχοχριστιανών συνεχίζει να τους γεμίζει τα κατσαρόλια τους. 
               Στους καιρούς μας εδώ στην άκρα γωνιά του Νότου  οι κούκοι κοιμούνται. Τα ουράνια τόξα βάφονται γκρίζα και οι μαύροι έποικοι θάβουν ζωντανούς τους γέρους και τις γριές. Οι νεράιδες κρύβονται στις ρωγμές των βράχων και οι ομπρέλες των μανιταριών το σούρουπο μοιάζουν με μπότες κατακτητή.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Το πανηγύρι της Αρκαδιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για Το πανηγύρι της κυπαρισσιας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Δεκαετία του ’60. Ένας γαμψονύχης δράκος μας έσπρωχνε στο γκρεμό, ένα ζαβό ριζικό βράδιαζε τη βιασμένη μέρα μας. Εκείνη μας έστελνε νηστικούς στο κρεβάτι με το αίμα ξεραμένο στα πόδια μας, μ’ ένα τρίμμα φόβου στα σπλάχνα που έσκαβε το λαγούμι μας να κρυφτούμε μέσα.  Ουδέ διασκέδαση, ουδέ διεφθαρμένα σήριαλ, ουδέ κινητό αφής που να μας μεταδίδει το φωτισμό της γνώσης. Τη βγάζαμε με αναρριχήσεις στα βουνά, με κλωτσιές σε τόπια από κουρέλια, πηδούσαμε φράχτες, μαργαρίτες μαδούσαμε, ψελλίζοντας ασθμαίνοντες: << Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει!  Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει! >>  
           Έρχονταν και μέρες ποτισμένες με βάλσαμο που τις πονεμένες καρδιές μας, γιάτρευαν. Μας λυπόταν ο Θεός των φτωχών,  βαρούσε το σήμαντρό του, μάζευε τους αγίους και τους έστελνε στα πανηγύρια. Ουρές οι πιστοί, σωροί το κερί στα μανουάλια, το χρήμα με τη σέσουλα στο παγκάρι και το πρόσφορο μοιρασμένο να μας τυλώνει.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μεσσηνία πατρίδα μας!

Αποτέλεσμα εικόνας για μαύρο σύννεφο
         Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου   
           Ο ήλιος λίγο πριν σε βρει ο κατακλυσμός αργολίγωνε μες στο χρυσαφί των ελιών σου και στις αχτιδένιες ούγιες  των φύλλων της πικροδάφνης που φωτοστάλαζε η χρυσόκομη δύση. Εκεί και το σμάρι πουλιών που χαίρονταν τον παράδεισό σου με φτερουγίσματα και τσιριχτούς καυγάδες. Πιο πέρα πάνω στο χώμα οι ισόχρονοι χτύποι από τα τσαπιά των εργατών πάλευαν να κάνουν με το μεροκάματο μια πνοή τη ζωή και την ευτυχία. 
             Ώσπου ήρθε το μαύρο σύννεφο. Άγνωρους ως τώρα τρόμους σε γέμισε, το καρδιόχτυπό σου έπνιξε σε λίμνες από θολά νερά, που με ορμή κυλούσαν από τις πηγές της Νύχτιας χώρας. Κι αμέσως η φρίκη απλώθηκε πάνω σου, η ψυχή σου θλιμμένη αγκομάχησε κι ένα πλάσμα ολέθρου, κάποιο φάσμα όρνιου πήγε να πάρει το σώμα σου.
             Στις πληγές που σου άνοιξε άντεξες, κοντά μας και πάλι έμεινες,  ωραία πριγκίπισσα, μια  φρεγάδα αφρόζωστη να παίζεις  με τα νερά που λούζουν τα ακρογιάλια σου. Για να χαρεί ο κόσμος σου, το πνεύμα ν’ αναβρύσει και με στίχους εύηχους  η Μαρία Πολυδούρη να τραγουδήσει:

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ο θρήνος!

Αποτέλεσμα εικόνας για φωνή παιδιού, του νεκρού
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
              Ω! Τι θρήνος! Τι ράγισμα καρδιάς! Εχθροί της ζωής και της χαράς, πλάσματα ολέθρου, όρνια και φαντάσματα της πλουτώνειας νύχτας, τους κόμπους από τα αίματα που στάζουν στα φονικά τους χέρια  ξεπλένουν σε έρμης τάφρου την τρομάρα. Η ψυχούλα του σκοτωμένου άγγελου στο Χαλέπι λικνίστηκε  στο δακρυσμένο σύννεφο, πέταξε για τη θλιμμένη λαγκαδιά των ασφοδελών, έσμιξε εκεί με τη θλιμμένη μοναξιά, πίσω της άφησε τα δυο αδέρφια να βογκούν αγκαλιασμένα σαν δυο σύθαμπες νησίδες πριν σωριαστούν κάτω από σεισμό.
                Γραφτό του ήταν στης νιότης του το άνθος να πάει απ΄ το δρεπάνι του εχθρού. Γραφτό να τον σκεπάσει ο πέπλος της νυχτιάς, γραφτό και ένα αεράκι της ανατολής να φέρει το μοιρολόι των δυο αδερφών του στη δική μας σιωπή και στην οδύνη των δικών μας σπιτιών:  
                << Για πες μου, αδερφάκι μου; Τι του ζήλεψες αυτού του κάτου κόσμου; Ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δε βαρούνε, ευτού συνδυό δεν κάθουνται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν, είναι κ’ οι νιοί ξαμάρτωτοι κ’ οι νιές ξεστολισμένες και των μανάδων τα παιδιά σαν μήλα ραβδισμένα >>. 

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Η ρουλέτα

Αποτέλεσμα εικόνας για η ρουλετα ειναι στημενηΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Μόλις ο κρουπιέρης φώναξε << κόκκινο! >> ο άντρας με το ακριβό κουστούμι και το νεανικό πρόσωπο, πάγωσε ολάκερος κι άρχισε να τρέμει ασταμάτητα. Και τούτο γιατί συνειδητοποίησε με φρίκη πως δεν του είχε απομείνει ούτε ένα λεπτό στην τσέπη  σαν έχανε και τα τελευταία του πέντε χιλιάδες ευρώ που ποντάρισε στο καταραμένο μαύρο και δεν του βγήκε.
Έτσι σαν πήρε μια βαθιά ανάσα για  να συνέλθει από το σοκ που πέρασε, άφησε πίσω του τη ρουλέτα και τους παίχτες της και σαν μανιακός κατευθύνθηκε στο μπαρ του καζίνου.
<< Και το μόνο που μπορώ να θυμηθώ >> σιγοψιθύρισε σαν κάθισε  << είναι ότι στην αρχή και για μια ώρα, μάζευα χιλιάδες ευρώ, έχοντας την τύχη μαζί μου και στο τέλος  μέσα σε τρία λεπτά, έπαθα καταστροφή!  Αν το μαύρο… Αν το μαύρο λέω, ξανάβγαινε δε θα ήμουν έτσι τώρα! Και το κόκκινο; Είχε αργήσει να βγει… Έπρεπε να το προσέξω… Αχ, αυτά τα καπρίτσια της τύχης, κανείς δεν μπορεί να τα προβλέψει… >>
Έκανε ύστερα μια κουρασμένη κίνηση με το χέρι του και δείχνοντας στο γκαρσόνι ένα από τα μπουκάλια με το ουίσκι του ζήτησε ένα ποτήρι.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Διήγημα: Ο γύπας με τα σιδερένια νύχια

Αποτέλεσμα εικόνας για γυπας και παιδιΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου           
          Μέρες τώρα η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο και δεν έλεγε να ησυχάσει όσο κι αν ο καλός Θεός της υποσχόταν στις δυο αντίπαλες παρατάξεις, τους πλούσιους και τους φτωχούς, πως θα  μεσολαβούσε για άλλη μια φορά  να φέρει την ειρήνη ανάμεσά τους, για να πάψει πια να χύνεται τόσο αίμα άδικα στους δρόμους και ο τρόμος που φτερούγιζε σαν μαύρο φάντασμα από γωνιά σε γωνιά να έφευγε για πάντα.
Τούτοι οι πλούσιοι ήταν για τους φτωχούς κατάρα και τίποτα άλλο. Κι αυτό γιατί τους όρκισαν στη Θεά Φτώχεια πιστούς οπαδούς της, τους στρίμωξαν στα ανήλιαγα σοκάκια και τους έβαλαν να ζήσουν με τους εφτά ανέμους στη στέρηση και στην υποταγή. Μετά τους ανάγκασαν να δουλεύουν όλη μέρα ανασφάλιστους και νηστικούς  μ’ όλες τις πληγές του Φαραώ να δέρνουν τα σώματα και τις ψυχές τους. Έτσι όσο περνούσε ο καιρός η συνοικία των πλουσίων αύξαινε, άστραφτε, μεσουρανούσε και γινόταν ισχυρή,  των φτωχών όμως βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στη λάσπη, στην εγκατάλειψη και στις επιδημίες που άφηναν πίσω τους αρρώστους και νεκρούς.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Νύχτες μαύρες και άραχλες

Αποτέλεσμα εικόνας για ΡΑΚΕΝΔΥΤΟΣΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
      << Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε  χωρίς δουλειά και συνεπώς  ζούσεν απ’ τα χαρτιά  από το τάβλι και τα δανεικά. Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.  Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά πολύ ξεθωριασμένη  κανελιά >> έφη ποιητής Καβάφης, χρόνια πολλά πριν δαγκάνουμε το ψωμί και στάζει αίμα.  Χρόνια πολλά πριν τις μαύρες και άραχλες νύχτες μας οι κάπηλοι, οι άρπαγες και οι απάτριδες πολιτικοί τις βαφτίσουν  λευκές. 
         Κι όμως δεν είναι λευκές, γιατί το όσπριο τελείωσε και οι απόγονοι της Αθήνας και της Σπάρτης γίνονται μάρτυρες της πείνας.  Άλλος χάνει τη δουλειά του, άλλος το σπίτι του  πολλοί παίρνουν τα βουνά σαν τα αγριογούρουνα να βρούνε βελανίδι, άλλοι τελειώνουνε τη ζωή τους πέφτοντας  από τις ταράτσες, πολλοί εκπατρίζονται για άλλες μακρινές και αφιλόξενες χώρες με τον πόνο στα μπαγκάζια τους. 
         Σόδομα και Γόμορρα η πατρίς. Κυλιέται χάμω σαν  παρθένα και βογκάει λες και την ξεπαρθενεύει Ούννος βιαστής. Τα  μοσχοβόλα κίτρα του κόρφου της μαράθηκαν, η αστραψιά του κάλλους της σβήστηκε, κανένα χέρι στοργικό δεν της δίνει λίγες σταγόνες από βότανο ιαματικό να της γιατρέψει τις πληγές.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά

Αποτέλεσμα εικόνας για έπιναν οι μέθυσοι και οι πότες
    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Τριφύλιοι, ένδοξοι λόγιοι, ζώντες και μη, διακονούν τα άνθη του Λόγου, επαξίως.  Με κείμενα ζεστά που ξεπαγώνουν την ψυχή, με λογοτεχνικά ειδύλλια που τις σκοτεινές μέρες μας φωτίζουν με ίαμβους και δεκαπεντασύλλαβους που αιωρούνται στις στέγες των σπιτιών, διώκτες της σκόνης και της σήψης που έχει επικαθίσει.
        Λήθη με πληγή αιμάσσουσα τούς ξέχασε, χέρι άρπαγας σκόρπισε τα χειρόγραφά τους και το καλοκαίρι πέρασε χωρίς κάτι φίνο δικό τους να ειπωθεί. Στίχος τους δεν απαγγέλθηκε, παράγραφος δε διαβάστηκε, έντεχνο γράφημά τους από χείλη αφηγητή  δεν ήχησε στο αυτί του δοκιμαζόμενου λαού.  
          Τους έκλεισαν στα σπήλαιά τους, ευνουχισμένοι διανοητές, κρατικοδίαιτοι υπάλληλοι, που αλωνίζουν στους δήμους και σιτίζονται απ’ αυτούς!

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

'Ενα θερμό ευχαριστώ στο ITHOMI NEWS

       
 'Ένα θερμό ευχαριστώ οφείλω στο ITHOMI NEWS  που δημοσιεύει τα ταπεινά κείμενά μου και μια συντρόφισσα ευχή στο διαχειριστή του για να 'ναι καλά και να προβάλλει ανεμοδαρμένα ρήματα  και φράσεις στη σελίδα του από την πολυτάραχη κοινωνική και πολιτική ζωή μας.
           Πηγή ενημέρωσης τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ είναι κοινωνικοί μας  σύντροφοι, συμπολεμιστές μας στους αγώνες μας, μια άσβηστη φλόγα που φωτίζει το δρόμο μας και μας κρατάει άγρυπνους στις κουρασμένες μέρες  και τις μαύρες και άραχλες νύχτες μας.  Σ' αυτό εμπιστεύτηκα τα γραφτά μου, στον ούριο άνεμό του στηρίχτηκα για να τα κάνω γνωστά σε αναγνώστες που κοσμούνται από αρετή και παιδεία. Διαβάστε περισσότερα »

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ο δάσκαλος...

Ο δάσκαλος του παλιού καιρού
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Με κούρευε με τη μηχανή όταν γνωριστήκαμε. Άσχημος, με μαλλί μαύρο και αγκαθωτό σαν του αχινού, κεφάλι μεγάλο και χοντρός, έμοιαζε με θρεμμένο χοίρο. Μ’  έκανε γουλί,  τράβηξε  το δεξί  αυτί μου, γέλασε και μ’ έστειλε να καθίσω στο τελευταίο θρανίο. 
           Στην αίθουσα όταν σμίξαμε τις ματιές μας, σάλταρε πάνω μου και με τη φωνή του μπάσα και υψωμένη, μου είπε:
          --- Να το πετάξεις αυτό το κόκκινο κασκόλ που φοράς, γιατί δε μου χτυπάει καλά στο μάτι! Το γαλάζιο είναι το εθνικό μας χρώμα κι αυτό να προτιμάς! 
          Έφυγε από κοντά μου αφού γέλασε σαρκαστικά, πήγε στον πίνακα, πήρε μια κιμωλία κι έγραψε: << Είσαστε Ελληνόπουλα, να αγαπάτε το γαλάζιο χρώμα της σημαίας μας, το γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσάς  μας  και να έχετε και τη συνείδησή σας γαλάζια! >> Βρέθηκε ύστερα μ’ ένα σάλτο στην έδρα, πήρε το βιβλίο των θρησκευτικών και άρχισε να μας απαγγέλλει το << Πάτερ ημών >>.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ;Ο Έρως...

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           ---  Ένας τέτοιος ανήρ σαν και σένα με περίσσεια ομορφιά δεν μπορεί παρά να πάρει εγγράμματη, όμορφη και νεοσσό γυναίκα! είχε πει μια μέρα η καφετζού της γειτονιάς, του Παναγή
          Αυτός σκέφτηκε τη Βενέντσια. Την αγαπούσε τρελά, δάκρυ καυτό έχυνε στο μαξιλάρι του τη νύχτα, η σκέψη του συνεχώς κοντά της, στο όνειρό του την έβλεπε ίδια θεά Αφροδίτη.
          Γνωριστήκανε στην Τρίτη Γυμνασίου. Κι από την πρώτη στιγμή, έσμιξαν τα βλέμματά τους, πέταξαν φλόγες οι καρδιές τους, ο ύπνος τους τσουρουφλιστός κάθε βράδυ. Γεννήθηκε έρωτας δυνατός, πείσμων κι εκδικητής, οπλισμένος πάθη, ζήλιες και εκδικήσεις. 
         --- Έλα έξω από το φροντιστήριο να σε δω! του ‘χε πει την πρώτη φορά η Βενέντσια έτοιμη να λιγοθυμήσει.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια...!!!

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και, πολλά μάτια θα κλάψουν πικρά με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα και ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές.
<< Είναι η χρονιά του τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρόνου των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και, ποια σημεία και τέρατα, θα ‘ρθουν από  στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη μέρα νύχτα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ο ανάπηρος και ο αφέντης

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Νέος, μακριά από το ραγισμένο πατρικό κεραμίδι, βρέθηκα σε χωριό σφηνωμένο στους βράχους και πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο. Είχα  χάσει τον ουρανό, οι άνεμοι ούρλιαζαν μέσα στα θάμνα, οι μέρες μου απλώνονταν μπροστά μου σαν κιτρινισμένα χαρτιά. 
              Με κράτησαν κοντά του οι ψυχές των μαθητών μου. Όλες  τους ζυμαράκι  ζητούσαν κάποιον να τις πλάσει. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω δαρμένος στον ανεμοστρόβιλο του βιβλίου. Πώς να τις αφήσω;  Φιλιώθηκα με την ερημιά και νανουρισμένος από το τραγούδι  τους, έμεινα να τις νοιαστώ τρία χρόνια.  
            Εκεί γνώρισα και το αϊτόπουλο τον Οδυσσέα.  Είχε πάρει το αποφυλακιστήριο  από τη χούντα, ζούσε σε καλύβη και τον χόρταινε ο γείτονας με ψίχουλα. Είχε τα πνευμόνια του σάπια, το δεξί του ποδάρι κουτσό και περπατούσε βασταζόμενος σε βακτηρία. Η σύνταξη αναπηρίας φορτωμένη σε πεζοπόρα χελώνα δεν έλεγε να φανεί στη στροφή και το ζην του αξιοπρεπώς συνθλιβόταν σε βράχους κοφτερούς.