Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 


                                 Το σαραβαλάκι  

 

 

                                                   Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

                 Περιπατητής τυχαία βρέθηκα σ’ ένα δημόσιο χώρο. Στην αίθουσα η χλιδή σαν νιόνυφη λυγερή, χόρευε στο χλιούτσικο αεράκι. Κι έξω αυτοκίνητα ακριβά γυάλιζαν στη λαμπερή αστροφεγγιά. Ένας πακτωλός χρημάτων για να ικανοποιήσει την ψυχική νερώνεια βλάβη της απληστίας και την αθεράπευτη μανία του καταναλωτισμού. Τότε θυμήθηκα το δικό μου σαραβαλάκι, ένα χιουντάι κινούμενο φέρετρο, που με πάει από ΄δω κι από ΄κει, με τα λάστιχά του σχισμένα, τον προφυλακτήρα του κομματιασμένο, με τα σπασμένα του φανάρια ν’ ανάβουν όταν τους καπνίσει. Το πρωί δεν παίρνει μπροστά και του ρίχνω βλαστήμιες, ύστερα στις γούβες τρίζει, στις ανηφόρες ζορίζεται και ρετάρει, πολλές φορές δεν τις βγάζει και μ’ αφήνει στη μέση του δρόμου. Όταν βρέχει μπάζει νερά, το γκάζι και ο συμπλέκτης δε λειτουργούν καλά, το πεντάλ του φρένου γλιστρά, το κοντέρ του δείχνει εκατό κι εκείνο πάει με εξήντα. Το χειρόφρενο δεν πιάνει ποτέ, οι πόρτες του κλείνουν με γροθιές, τζάμια και καθαριστήρες πάντα προβληματικά.

                Πλημμύρα πολυτελών Ι.Χ. γύρω μου κι εγώ να λιμνάζω όταν ταξιδεύω σ’ αυτό και να πνίγομαι με την πρώτη βροχή. Κάποτε με τη συμβία μου, τα δυο μου παιδιά κι ένα φίλο εκλεκτό σε χωριό ταξιδεύαμε, στον άγιο του ν’ ανάψουμε κερί, στα όργανα ύστερα να πιούμε και να χορέψουμε. Στην τελευταία στροφή το νερό είχε σκεπάσει το πεντάλ του φρένου, εγώ το πάτησα, το φρένο δεν έπιασε, το αυτοκίνητο κόλλησε στο βράχο και εμείς μέσα στα συντρίμμια. Ευτυχώς είχαμε προστάτη άγιο, τη γλιτώσαμε και συνεχίσαμε εποχούμενοι σε αγροτικό ανελκυστήρα.  Το πούλησα σε μια χωριάτισσα, το ‘κανε ορνιθώνα και το αντικατέστησα μ’ ένα άλλο μεταχειρισμένο από μάντρα, φτηνό κι εκείνο, όλο σκουριά, βλάβες και ρεταρίσματα.

                Λιμουζίνες οι διαπλεκόμενοι  σε οικονομικά σκάνδαλα και οι αετονύχηδες της κρατικής καμαρίλας, σαραβαλάκια οι λαουτζίκοι και οι πληβείοι της φτωχολογιάς. Αραγμένα και τα πιο πολλά λόγω της οικονομικής αχρειότητας, άλλα χωρίς ασφάλεια, χωρίς σέρβις, χιλιάδες τα σκουριασμένα, αμέτρητα τα εγκαταλειμμένα.

          Τούτο το οικονομικό ξεθεμέλιωμα όμως, που ξέρεις, μπορεί και να μας βγει σε καλό. Ίσως ξαναβγάλει τα γαϊδούρια στους δρόμους, ίσως  ξανασάνουν και πάλι στα κατώγια και στα χωράφια και να έχουμε άνοιξη γαϊδουριών  που μπορεί να μας φέρει την οικονομική ανάκαμψη.  Μπορεί και την κοινωνική άνοδο, αφού ο Έλληνας << homo sapiens >> διέπεται από ψυχαναγκαστική εξάρτηση της ραστώνης και την βγάζει στον καναπέ.

             ellinikoxronografima.blogspot.gr   

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

                                           Το δικό μας γέλιο χάθηκε


 

                                                       Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

                Στην πόλη που ζω,  ο κόσμος κλαίει. Τα πρόσωπά του είναι τρομώδη, ανέκφραστα και παγωμένα.      Δηλαδή  << Γοργόνεια >> που όσοι τα βλέπουν το βάζουν στα πόδια από το φόβο τους.  Το << Γοργόνεια >> βγαίνει από το θηλυκό δαίμονα της μυθολογίας, τη Γοργώ ( Μέδουσα ) που στο κεφάλι είχε φίδια για μαλλιά και όποιος την κοίταζε γινόταν πέτρα. Τη βάφτισαν Γοργώ επειδή είχε άγρια ματιά. Άγρια ματιά έχουν και τα πρόσωπα των δυστυχούντων  Ελλήνων κι όχι αυτών των << χαμογελαστών >>.

              Άκεφος χθες είχα μια καταθλιπτική οικονομική συζήτηση με την παρέα που κατεβάζαμε τα ούζα μας. Οι γδάρτισσες τράπεζες, χωρίς να νοιάζονται για το ολέθριο χτικιό της κρίσης,   ζητούσαν  από έναν συνομιλητή μου τη δόση του στεγαστικού δανείου. Οι καμαρωτοί κοκορίσκοι της εταιρείας τον είχαν ζουρλάνει, έλεγε, στα τηλέφωνα και αντί να κρύβεται σαν αλεπούδα, αποφάσισε να βάλει τη δόση.    Ήταν 345 ευρώ και  κατέθεσε 300. Του έλειπαν τα 45. Δεν είχε τα υπόλοιπα.  << Μου ζήτησε να της πιστώσω τα 45 >>, συνέχισε. << Δεν έχω >> της είπα, << είμαι πανί με πανί. Αν θέλεις βιβλία μπορώ να σου δώσω, ένα μπαούλο, αλλά ευρώ δεν έχω ούτε σέντσι! >>   Έβαλε τα γέλια.  << Πού το πάνε δηλαδή, θέλουν να πιω κώνειο, να ξεμπερδέψω! Δε θα τους κάνω τη χάρη! >>

           Κι όταν μας τα ‘λεγε αυτά δε νομίζω  εσείς, οι τριακόσιοι τύραννοι  του ελληνικού λαού να πιστεύετε πως γελάγαμε κι εμείς που τον ακούγαμε! Εσείς γελάτε οι Νέρωνες της κοινοβουλευτικής πασαρέλας, οι κομματάρχες σας και οι διορισμένοι κηφήνες στα βιλαέτια του δημοσίου που απομυζείτε τον ελληνικό κορβανά και τεμπελιάζετε καθήμενοι.   Το δικό μας γέλιο χάθηκε!       Χορτασμένοι με αποθέματα κακουργίας και πανουργίας γελάτε, φουσκωμένοι με συναγρίδες και αστακούς,  την ευχαρίστηση περιμένετε στο ενεργητικό απευθυσμένο σας, κι ας γίνει λίμπα η πατρίς!  Ο Έλληνας δε γελάει. Αν τύχει και γελάσει θα το κάνει όταν του καθαρίσουν αυγά ή τον γαργαλίσουν! Αλλά νηστικός ποιος έχει το κουράγιο να τα κάνει αυτά! 

      Ο Νίτσε λέει:  << Άκαρποι είσαστε, γι’ αυτό δεν έχετε πίστη. Όμως όποιος θέλει να δημιουργήσει αυτός πρέπει να έχει πάντα τ’ αληθινά του όνειρα και τα προφητικά του άστρα, και να πιστεύει στην πίστη. Μισανοιγμένες πόρτες είσαστε που ενεδρεύουν νεκροθάφτες. Κι αυτή είναι η δικιά σας πραγματικότητα. Όλα να γκρεμιστούν >>.

           ellinikokoxronografima.blogspot.gr

 

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 


 

                                Το ψίχουλο μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας

 

 

                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλα και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα   να  με ‘βρει το βράδυ   αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το άηθες  << GREXIT >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της ξένης και της εγχώριας τρόικας  που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας.

          Ώσπου ένας μαυροντυμένος καλόγερος, ασπρομάλλης, μαυροφρύδης με χέρια μακριά σαν κουπιά, σαν αστραπή πέρασε δίπλα μου και θρονιάστηκε στην καρέκλα. Ερχόταν από το Ιόνιο. Φοβήθηκα, χλόμιασα, η καρδιά μου έπαιζε βαλσάκι τρελό.       << Ειρήνη τεκνό μου! >> ψιθύρισε.  << Σε ζηλεύω!  Δε σου ‘χει σφίξει το λαιμό το λουρί της κρίσης, λάμπεις σαν πολυέλαιος κάτω από τον ίσκιο, ο κήπος σου ζούγκλα στο λάπατο, τα δέντρα σου φίσκα στο φρούτο, οι κοκόροι σου κρεατωμένοι, τα κουνέλια σου τετράπαχα,  δείχνεις καπιταλιστής κρυφούλης >>.

      << Εξόχως ωραία τα λες, άγιε δέσποτά μου >> του ανταπάντησα, αλλά κοίτα με καλά.  << Το  παπούτσι μου ξεσολιασμένο, το τζιν μου μανταρισμένο, το κοντοπόλκι μου τρύπιο, άκουρος, το γένι βρώμικο, η σκόρτσα δυο δάχτυλα στο πετσί μου. Άφραγκος, θεονήστικος, τρέφομαι στη χάση και στη φέξη με ξερό ψωμί, και ωμή λαχανίδα. Ο καταπιώνας μου ξέχασε το κρέας, η συνταξούλα μου μέρα παρά μέρα τα τινάζει, δε μου μένει σέντσι, όλα μου τα παίρνουν οι τριακόσιοι συγκλητικοί. Ζω στη μυλόπετρα, στυμμένος είμαι,  λιώμα, τελειωμένος, ένας Έλληνας λεχρίτης >>. Η συμβία ορθή στην πόρτα, φωνή λάλησε δυνατή: << Με ποιον μιλάς, άντρα μου; Λώλανες; >>  << Με τον   καλόγερο! Έλα  να  τον δεις! >>  << Καλόγερο  δε  βλέπω, αλλά έλα μου, έλα μου  και προσκύνα!  >>   Ξεδίπλωσε από το προσόψι το εικόνισμα του άγιου Καρτέριου και μου  το  ‘βαλε στα χείλη. << Προσκύνα το, φίλα το και πες: Ιησούς  Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Έτσι θα ράψουν οι άγγελοι την τρυπούλα του μυαλού  σου και δε   θα μπαίνουν  πια οράματα >>.

         Χρηματοδοτικό κενό μας μαστορεύουν οι φιλελεύθεροι ευρωπαίοι, με νευρωτικό παροξυσμό ξεσπάμε οι αξιολύπητοι!

          ellinikoxronografima.bmogspot.gr

           

 

 

                          

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

 

          Χρονογράφημα

                                        Λίγη κόρα ψωμί


                                       Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

           Έτσι το  ‘φερε η οργή να γίνουμε άλλοι οδηγοί, άλλοι ταξιτζήδες και κάποιοι δάσκαλοι. Αμνοί και όχι κλέφτες, νομοταγείς χριστιανοί με το μεγαλόσταυρο στο στήθος, οσφυοκάμπτες της εξουσίας, λαλίστατοι τραγουδιστές της χουγιαγμένης μας ζωής, ελληνάρες με περικεφαλαία  που τους στραγγάλισαν γενίτσαροι πολιτικοί πριν λυθούμε ακόμη από το λουρί της μάνας μας.  Ο προπάππος μου είδε το φύτρο του να μεγαλώνει στο χωριό, ο παππούς συνέχισε το δικό του στο ρεικότοπο, ο γεννήτορας θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο να ξελογγώνει μια σποριά να την κάνει γη.  Το ψωμί δεν το χορτάσαμε, τον ύπνο μας τον τυλιγάδιασαν της φτέρης οι κρύες αγκαλιές, το μέλλον μας το τάξαμε του θανάτου και της φθοράς. Η γιαγιά Κυριακούλα μας τάιζε ριγανάδα, τραχανά και χυλοπίτες.  Κρέας, οψάριον και οκτάποδα δεν τα βλέπαμε ούτε κατ’ όναρ. Κι η μάνα νηστική, το  μερτικό της απ’ το κομμάτι της, μάς το μοίραζε να μας χορτάσει.

               Τη σωτηρία της δουλειάς δεόμενοι, τριάντα πέντε συναπτά έτη στον εργοδότη θυσιαστήκαμε, χάσαμε σώμα και ψυχή και φύγαμε κουρελιασμένοι. Η σύνταξη γλίσχρα και κουτσή δε φτάνει ούτε το κώνειό μας ν’  αγοράσουμε.  Βάζω και σκέφτομαι με τα ελίκια του μυαλού μου να βρω τι έφταιξε και δεν έχουμε λίγη κόρα ψωμί. Που γίναμε άγνωρα ζούδια και τρέχουμε στις αναβόλες και στις πλαγιές να μαζέψουμε το ζοχό για να τυλωθούμε. Δύσκολο πολύ δεν είναι να το βρω, απλά σαν θυμηθώ πόσους αμνούς έφαγαν και τρώνε οι  πορφυρογέννητοι σωτήρες μας, οι κομματάρχες, τα καραγκιοζάκια οι κοινοτάρχες, οι δήμαρχοι με νοημοσύνη κολοκυθιού, οι άρπαγες γυπαετοί πολιτικοί  που μας ξέκαναν και μας έκαναν από νοικοκυραίους ζήτουλες και ψιχουλοχάφτες.

            Και μείναμε χωρίς χιτώνα, γυρνάμε με μπουφανάκι εποχής Ούντρας, φορούμε το ίδιο τριμμένο μπλου- τζην παντελόνι, στο πιάτο μας η ψημένη πατάτα, χρεωμένοι μέχρι τα μπούνια στην εφορεία κυλάμε σαν την πέτρα και μαζεύουμε μούχλα. Να ‘ταν και η υγεία καλή θα λέγαμε ας πάει στα κομμάτια. Μας ζορίζουν τα σπονδύλια και το φάρμακο λείπει, η δυσκοιλιότητα  δεν ξεφράζει με το ψύλλιο, η πίεση πάει στα ύψη και το χάπι να τη ρίξει εμποδίζεται από το μπόγια υπουργό.

             Και περιμένουμε. Πότε ο μνησιπήμων πόνος θα φύγει από τις αποσκευές μας; Πότε;

        ellinikoxronografima.blogspot.gr       panant1947@gmail.com

 

 

                               αίολος             *Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                  Οίνος κεχριμπάρι, ο φίλος και η εικαστικός


               Μ’ ένα καρτούτσο οίνο βαρελίσιο, κεχριμπάρι, ξεκινήσαμε με το Λευτέρη, αδελφικό φίλο, συμμαθητή και άριστο νομικό για να πιάσουμε ψιλό λακριντί από την εφηβική σχολική ηλικία μας ως σήμερα. Πες, πες η κουβέντα παρεκτράπηκε από τους ανέμους, εξόκειλε σε ύδατα λιμνάζοντα και μη, περιστράφηκε γύρω από τη δουλειά, την οικογένεια, την ακρίβεια και εστιάστηκε σε ιστορίες αποτυπωμένες ανεξίτηλα στο μυαλό μας.

              << Αφού συνεχίζεις το γράψιμο και είσαι συγγραφέας>> μου είπε με άκρως φιλική, πνευματική και  συναισθηματική διάθεση, <<άκουσε και μια ιστορία σφυρηλατημένη στην εποχή τη δική μας, της υλικής ένδειας και της πλήρους διάλυσης που ίσως σε συγκινήσει και την αποτυπώσεις με τη γραφίδα σου σε μυθιστόρημα. Την άκουσα πολλές φορές από επιστήθιες φίλες μεγαλύτερες με παντοτινές λιμνοθάλασσες αρμονίας στην ψυχή τους και εξόχως ρομαντικές και ποιητικές σε συναισθήματα έρωτα και αγάπης>>. Κοίταξε απέναντι το στενό δρομάκι  το τριώροφο αρχοντικό που υπομονετικά βίωνε την εγκατάλειψη και συμπλήρωσε: << Γι’ αυτό θα σου πω όσα ασυνήθιστα έγιναν στα πλατύχωρα  δώματά του και τις πέριξ βεράντες του, στα χρόνια μας ή και νωρίτερα. Στον προθάλαμό του, στο σαλόνι του, και στα ορθάνοιχτα παράθυρά του τότε που μπαινόβγαινε ο έρωτας μεταξύ της ενοίκου μιας ζωγράφου καλλονής κι ενός μαθητή που οι φλογίτσες της αγάπης τους πυρπόλησαν αμφότερους μέχρι πλήρους πυρακτώσεως. Κάποιοι κακεντρεχείς κουτσομπόληδες διέδωσαν πως καίγονταν ακόμη πολυθρόνες και καναπέδες και πως  βαρύγδουπα ερωτικά γεγονότα, έμπλεα πάθους και ζήλειας, συνέβησαν ανάμεσα στη χυμώδη ιέρεια της τέχνης και στο φιλάρεσκο Δον Ζουάν μαθητή>>.

         << Εδώ θα μου επιτρέψεις να συνεχίσω εγώ>> του είπα, << για να προσθέσω κάτι. Λένε η αιθέρια αυτή καλλονή, τα είχε πριν με ένα τριαντάρη μουσικοσυνθέτη, ολίγον  χλεχλέ και πιεσμένη ήρθε στην πόλη μας να συναντήσει τη φθορά της. Αρνούμαι να υποκύψω στις περιγραφές και τις αφηγήσεις των κακόβουλων γειτόνων>>.        

       <<Ναι >>, είπε ο Λευτέρης  αλλά τα γεγονότα μιλούν.  Η αιθέρια έκλαμπρος εικαστικός αν και έδειχνε πως διέσχιζε  μετ’ εμποδίων την μπαλκονόπορτα να βγαίνει στη βεράντα να ζωγραφίζει, όμως το έκανε. Στήνοντας το καβαλέτο της, καθόταν στην πολυθρόνα, κάπνιζε κι έπινε. Ζωγράφιζε και κοίταζε στο δρόμο μην φανεί ο μαθητής, με το χρωστήρα της όσο δεν τον έβλεπε, έφτιανε σύμβολα και χρώματα. Συνήθως με το δείλι τα απογεύματα έβγαινε, όταν το Ιόνιο κοκκίνιζε και η πόλη με τα σπίτια βάφονταν στα πορφυρά χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Αυτός ερχόταν και με ένα γιασεμί στο χέρι την χαιρετούσε. Στεκόταν κάτω από τη βεράντα, της ψιθύριζε λόγια αγάπης, ενώ αυτή σαν φλεγόμενη βάτος κρεμόταν από τα κάγκελα απλώνοντας τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Κι όταν προσπερνούσε ο Δον Ζουάν σκιεροί χρωματισμοί κάλυπταν το αστραφτερό πρόσωπό της και μια θλίψη ύγραινε τα μάτια της>>.

     Εντυπωσιασμένος από τις εκμυστηρεύσεις του, του άφησα δρόμο να συνεχίσει. Νηφάλιος και γλαφυρός, το έκανε. << Λοιπόν ο νεαρός τελειώνοντας το γυμνάσιο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Μετέωρη πια χωρίς  τη λάμψη του η εικαστικός έπεσε σε μαρασμό και εκδήλωνε αυτοκτονικές τάσεις, ζώντας συντροφιά με πλήρεις φιάλες αλκοόλ και καπνίζοντας σερί πακέτα σιγαρέτων. Έτσι μποτιλιαρισμένη μεταξύ γκρεμού και ρέματος, έπεσε από το κάστρο και σκοτώθηκε. Η πλειονότης των ανθρώπων της πόλης έπεσε από τα σύννεφα όταν το έμαθε ενώ κάποιοι θορυβήθηκαν και το θεώρησαν πολύ απονενοημένο. Το σημείο όπου άφησε την τελευταία της πνοή, έμεινε εμβληματικό και οι σύγχρονοι ερωτευμένοι το επισκέπτονται ως προσκυνητές του θυσιασμένου έρωτα>>. Τελείωσε κι  αφού άραξε μεγαλοπρεπώς στη θέση του, απήγγειλε με έντονο συναίσθημα τους στίχους του Κώστα Ουράνη: <<Η αγάπη α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους, στυλωμένα/ […] Δεν ωφελεί να καρτεράς. Αν είναι να  ‘ρθει θε να ‘ρθει//.[…]

    ellinikoxronografima.blogapot.gr  panant1947@gmail.com

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

 

                               Ο γκιώνης


 

                                Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            

          Ανήκει στην οικογένεια των Γλαυκιδών. Λέγεται και Σκωψ ο κοινός, είναι νυκτόβιος, θερμόφιλος και καλοκαιρινός επισκέπτης. Γνωστός παρά πάσι  τοις Έλλησι και ο μύθος του που συγκινεί. Λέει: Κάποτε ήταν δυο αδέρφια ο Αντώνης και ο Γιώργος. Ο Γιώργος μια μέρα έχασε τ’  άλογα. Στην επιστροφή του στο σπίτι το είπε του αδερφού. Εκείνος θύμωσε και στη λογομαχία πάνω τον σκότωσε. Όταν κατάλαβε τι έκανε, φώναξε και ούρλιαζε. Μετανιωμένος παρακάλεσε το θεό να τον κάνει πουλί. Αυτός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε  σε γκιώνη. ( εκ του Αντώνης ). Ψάχνει τον αδερφό του και φωνάζει: << Γιώργο… Γιώργο… τα βρες τα άλογα;>> Που και που αφήνει κι ένα μακρόσυρτο θλιμμένο, όλο απελπισία: <<γγγ… γγγγ… γγγγγ…γγγ >>.

     Στην εφηβεία μου μια πείνα γαμψόνυχη μ’ έστελνε το μεταμεσονύκτιο στο κτήμα να ποτίζω τα κηπευτικά. Ο μπάρμπα Αλέκος που γειτόνευε έκανε το ίδιο. Έπαιζε και φλογέρα και όταν σταματούσαμε το ψιλό λακριντί το λάλαγε για τα καλά. Εκεί κοντά παρεπιδημούσε και ο γκιώνης. Διψώντας για συντροφιά και απόσυρση της μελαγχολίας του μας επισκεπτόταν τακτικά. Τον περιμέναμε ν’ αρχίσει το κλάμα, τραγούδι για μας, ένα ιδιότυπο θρήνο για  τον ίδιο. Επιδιδόμαστε σε εδαφιαίες τεμενάδες ν’ αρχίσει και ακατάσχετα παρακάλια. Ούτως ή άλλως θα το έκανε. Και άρχιζε: << γκιων! γκιων! γκιων! γγγ… γγγγ… γγγ…>>

    Ο μπάρμπα Αλέκος βουτούσε στο αυλάκι με τα νερά να δροσιστεί. Εγώ ένιωθα μια λαχτάρα σε όλο μου το σώμα και σκεφτόμουν, δύσκολους απολογισμούς που γίνονται τα καλοκαίρια, άλλους με χαμόγελα κι άλλους με στενοχώρια. Ένα μεταμεσονύκτιο ώσπου να σταματήσει ο γκιώνης ο θείος είχε βγάλει τη φλογέρα. Όμορφο, ευλογημένο, αληθινό το τραγούδι ακούστηκε σ’ όλες τις ρεματιές και τις χούνες:

   << Τα νιάτα τα μπερμπάντικα/ γλέντα τα στον καιρό τους/ γιατί η μπαμπέσα η ζωή/ θα κάψει τον ανθό τους/. Τώρα που καις σαν τη φωτιά/ τώρα που έχεις ρέντα/ μεσάνυχτα και χαραυγές/ με την ψυχή σου γλέντα/.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 


 

 

                     Τότε που πυρπολούσαν τα κιόσκια

 

 

                                                              Του Παν. Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Θυμάμαι Δεκέμβρηδες θλιμμένους και καλοκαίρια καμένα με δαυλί. Κι εμείς στους Μορφωτικούς Συλλόγους σιγοσβούσαμε τις ώρες μας για να δείξουμε στον κόσμο, Λενώρες ποίησης, βιβλία με μετάξινους κι άυλους αστερισμούς και προτομές Παλλάδος σμιλεμένες από γραφές σοφίας. Τότε κάποιοι δήμαρχοι με μαύρες στολές έκαιγαν  τους πνευματικούς μας τύμβους με φωτιές του διαβόλου και μας ενταφίαζαν σε μνήματα λησμονημένα. Οι ίδιοι καμώνονταν πως τους θείους καρπούς της γνώσης κατείχαν. Ω! τους άθλιους! Κι έστελναν κοπάδια τους μελανοχίτωνες μισθοφόρους τους να μας διαλύσουν σπάζοντας τα παίδια μας. Και μας έδιωχναν από την πλατεία, πυρπολούσαν τα κιόσκια, ποδοπατούσαν ποιητικές συλλογές της Ρωμιοσύνης, έσκιζαν τις επαναστατικές μπροσούρες του αντάρτη συγγραφέα, κουρέλιαζαν με μίσος τις αφίσες της ειρήνης, και μας οδηγούσαν στο τμήμα μπροστά στους εντεταλμένους  της  σιδηράς ασφάλειας.

           Σήμερα είναι όλοι τους κοράκια μαδημένα. Αδύνατοι, σουφρωμένοι γέροι, άρρωστοι και με ψυχή συντρίμμι. Και συνεχίζουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις πνευματικές που δεν πιστεύουν. Ερείπια πια, με όψη δεσποτική και σκέψη ωχρή για τον τιμώμενο. Γιατί το κάνουν; Γιατί πάνε; Να δείξουν το λόρδικο αίμα τους; Ίσως το παίζουν διανόηση! Ιντελιγκέντσια!  Σοφοί δεν υπήρξαν. Τους << λαπάδες>> ποιητές τους αποστρέφονται. Τη γιγάντια σκέψη τη μισούν. Το συγγραφέα φτύνουν. Η δράση του τους ενοχλεί. Αμ η ζωή του; Ποιος νοιάστηκε απ΄ αυτούς, πώς βγάζει το ψωμί του;  Τι στέρηση πέρασε  ν’ αφήσει τη γραφή του και πόσες μπόρες έφαγε να βγάλει ένα βιβλίο, γυμνός μέσα στις καλαμιές και στ’ άγρια αγκάθια;

         Το νεκρικό ψαλμό μας αυτοί ζητούσαν και ζητούν. Είναι οι άθλιοι που χαίρονταν ν΄ ακούν την πένθιμη καμπάνα για τον ποιητή, το μυθιστοριογράφο, το χρονογράφο,  που κάνουν τον πόνο του ανθρώπου θείο μεθύσι της γραφής σε χοντρόδετο βιβλίο. Με τους Αττίλες, τους Ισραφήλιδες  και τους Ηρώδες τους αιμοσταγείς, θαρρώ πως μοιάζουν! Κι αν έχω άδικο, ας με σταυρώσει η  σιωπηλή στιγμή!

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                                

                                        Χαστούκια


 

 

                                                 Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

             Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο.

            Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!

          << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε! >> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr       panant1947@gmail.com

 

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

 

                 Μιχάλης Κατσαρός.  Πρίγκιπας της Κυπαρισσίας και  ποιητής του << αντισταθείτε >>


 

                                                   Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

       

 

               Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιώνιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες, τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του, μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.

               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο, Εαμίτη κόκκινο.  Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς.  << Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος ανάμεσα στους οπλισμένους  Δωριείς ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους … >> έγραφε, όμως  δεν το ‘κανε αλλά παρέμεινε με τα κουρέλια του όπως τον γέννησε η Γαλλική επανάσταση, ο αγώνας των νέγρων, ο γονατισμένος λαός.    

              Κι ο ίδιος ήταν γονατισμένος. Όχι για να προσκυνάει αλλά για να σηκώνεται από την αδυσώπητη πενία του. Πενία όμως  επιβλητική, άγια, ζωογόνα. Το τριμμένο του ρούχο, το στραβοπατημένο παπούτσι, γίνονταν πορφυρός μανδύας, αυτοκρατορικό σανδάλι. Ο λόγος του ανθηρός, δηκτικός, πικρός, στομφώδης, αινιγματικός μα ποτέ κούφιος, άδειος, στείρος. Λόγος δουλεμένος στα σχολεία της επικράτειάς του, λόγος που είχε τις ρίζες του στο στενόχωρο ισόγειο στον Κηφισό που ζούσε. Τον  δούλευε στην αυλή του, συντροφιά με τον Αρμάνδο, ένα σκαντζόχοιρο, ένα ζωάκι πριγκιπάκο κοντά σ’ ένα πρίγκιπα ποιητή της Ανδαλουσίας και της Κυπαρισσίας.

             Σκοτεινός συνωμότης απέφευγε τα σαλόνια, σύχναζε σε μελαγχολικούς χώρους, περπατούσε σε μοναχικούς δρόμους, τα βλέμματά του έριχνε  στους σακάτες και στις πόρνες με τα νάυλον αδιάβροχα. Σε τραπεζάκια σάπια από το χρόνο ανασκάλευε τις μνήμες, σε κίτρινες επιγραφές γύρευε ν’ ανακαλύψει τις ανοιχτές πληγές στης κοινωνίας το μέτωπο.

             Κι έμεινε ερημίτης. Ερημίτης της ιδέας που δεν γερνά. Από το Οροπέδιο της σκήτης του, διαλαλεί: <<  όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Γι’ αυτό κι εσύ, αστέ Έλληνα ποιητή Λειβαδίτη θα φωνάξεις κάποια μέρα μαζί μου: Κάτω  οι τυραννίες της γης! >> Κι έμεινε κοσμικός. Στα μέρη όμως και στα στέκια που γη  της επαγγελίας χρυσαφίζεται από τη σκόνη. Μαζί με τους εργάτες ν’ αδειάζει την κανάτα με το κόκκινο κρασί, μαζί τους να μοιράζεται τη διανομή της σκέψη τους.  << Οίνος κάτοπτρον νου >> όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας.   << Νος ει νους εν έννοια νια εν νόσω >> συμπλήρωνε και ο πρίγκιπας. << Άντε εβίβα! >> έψελνε η ομήγυρη και άναβε το κέφι.

           Έζησε στην εποχή με τους χαφιέδες, τους ασφαλίτες, τους προδότες να μυρίζουν το αίμα που έτρεχε από τις πληγές ενός αιμάσσοντα λαού. Κι αυτός όταν δε βασανιζόταν, περπατούσε, στην Ασφάλεια, στο ΕΑΤ- ΕΣΑ, έξω από τη βιασμένη πόρτα του Πολυτεχνείου,  στα  ερείπια μαζί με την ανάπηρη ελευθερία, στους  χώρους που σκοτώναν τα ατίθασα άλογα. Εκεί που οι άνεμοι της εξουσίας στραγγαλίζουν τους κληρονόμους που διαβάζουν τις  κίτρινες σελίδες του και τα προδομένα θούριά του, όπως το παρακάτω: 

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος/

δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω/. 

Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου/

ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες/.

Θα περιμένω  τη νύχτα σας αδιάφορος/

χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες/.

Πίσω απ’ το χάρτινο κήπο σας/

πίσω απ’ το χάρτινο πρόσωπό σας/

εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη/

ο άνεμος δικός μου/

μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες/

μάταιοι λόγοι/.

Μην αμελήσετε/.

Πάρτε μαζί σας νερό/.

Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία/.  [ Από το βιβλίο του Μιχάλη Κατσαρού << Κατά Σαδδουκαίων >>.

       Ο ποιητής γεννήθηκε στην Κυπαρισσία το Ι919. Το 1934 ήρθε στην Αθήνα για να μπει πρότακτος σε ηλικία 17 ετών στην Ελληνική Αεροπορία. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πήρε μέρος σε πολλές μάχες μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης. Υπέστη άγρια βασανιστήρια από τη Γερμανική Γκεστάπο και στις φυλακές Χατζηκώστα. Παρών και στα Δεκεμβριανά όπου γνωρίστηκε με το Μίκη Θεοδωράκη για να αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλία με ισχυρούς δεσμούς. Το 1945 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε και η  εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσίευσε προς τιμή του το ποίημα  του << Σήμερα έγινα σύντροφος >>. Έγραψε πολλές συλλογές και πεζά, η δε έκδοσή του << Κατά Σαδδουκαίων >>  προκάλεσε έντονες συζητήσεις στους κόλπους της Αριστεράς. Πολλοί στίχοι του απαγγέλλονται ενώ συχνά τους βλέπουμε γραμμένους και στους τοίχους, όπως αυτοί: << Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία >>, <<  Ελευθερία πάλι ανάπηρη σου τάζουν >>,  << Κάτω το βάθος/ τόσα πέλματα βαριά. Ακούω νάρχεται καινούριο βήμα >>, << Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε/ όπως αυτός ο δραπέτης/ ή θα σηκώσουμε άλλο πύργο ατίθασο, απέναντί τους >>.

            Το 1950 το κράτος είχε πλήρη γύμνια, ανύπαρκτο πολιτικό σύστημα, ελευθερία έκφρασης φιμωμένη, η δημοσιογραφία σφιγμένη στο λαιμό με τη θηλιά του νόμου 509 που μια << ύποπτη >> λέξη αρκούσε να σε στείλει με συνοπτικές διαδικασίες να περάσει τα κάγκελα της φυλακής.  Τότε δημοσιεύτηκε και << Η διαθήκη μου >> του ποιητή στο Δημοκρατικό Τύπο, έντυπο του Κ.Κ.Ε. Δημοσιεύτηκε όμως κουτσουρεμένη κι αυτό  για να προστατευθεί η εφημερίδα όπως έλεγε στην απάντησή της στο επόμενο φύλλο. Έτσι φράσεις όπως, αντισταθείτε στην κρατική εκπαίδευση, στα εργοστάσια πολεμικών υλών, στον πρόεδρο του Εφετείου, παραλήφθηκαν. Ο ποιητής θύμωσε και απάντησε στην ίδια εφημερίδα με το << Υστερόγραφο >>.  Έλεγε: << Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί – καθώς διαβάστηκε- ήταν ένα ζεστό άλογο/ ακέραιο – πριν διαβαστεί-/ όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν/ αλλά οι σφετεριστές καταπάτησαν τις εντολές της//. Η διαθήκη μου για σένα – και για σε- χρόνια καταχωνιασμένη σε χρονοντούλαπα/ από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους//. Άλλαξαν φράσεις σημαντικές/ - είχαν την εξουσία-/ με τρόπο εξαφανίσανε την αντίσταση/ σ’ ότι τους αφορούσε//. Σας έκλεψαν τα μέρη με τους ποταμούς/ τη νέα βουή στα δάση/ τον άνεμο τον σκότωσαν/ - τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα -/ ποιος είναι αυτός που πνίγει//. Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός/ με τόσες παρατήσεις/ από φωνή, από τροφή, από άλογο, από σπίτι/ στέκεσαι απαίσια βουβός σαν πεθαμένος//. Δεν θα μιλάς λοιπόν ποτέ;/ Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν//.

       Η εφημερίδα με δελφικό χρησμό δικαιολογήθηκε με εκτενέστερο κείμενο που μέσες άκρες ήθελε να πει: << Με το νόμο 509 δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Η αγία λογοκρισία ενεργούσα σωστά, κατακρήμνισε τον ποιητή στον Καιάδα για να σωθεί η ίδια! >>

      Ιδιόρρυθμη η ποίησή του, μπερδεύει τους φιλολόγους με τη γραφή του αλλά  και τους αναγνώστες. Φράσεις όπως, << ο εκσυγχρονιστής >>, είναι << άνωθεν χρώματος >>, και βλέπει γράμματα << χρωματιστά >> ή τα ελληνικά του Σημίτη προσδιορίζονται με τη φράση << φορλόεν μάι ντόιτς >> που μοιάζει με γερμανικά, αλλά δε σημαίνει τίποτα, απαντούν σε ποιήματά  η πεζά του. Στη συνέντευξη στο Νικό Ζερβονικολάκη και στην ερώτησή του, << Γύρω μας υπάρχει λυρισμός σήμερα; >> είπε: << Λυρισμός είναι κατά κάποιο τρόπο μια οδήγηση. Την ονόμασαν λυρική ποίηση επειδή ήταν φωτεινή και έκανε ήχους. Το << λυ >> στο λυρισμό προέρχεται από το λυχνάρι που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για να πούνε φως. Στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αυτή η έκφραση του λυρισμού είχε μετατραπεί στο… Λιλί Μαρλέν! >> Για τον πολιτισμό είχε πει: << Εμήνυσα στον πρώην υπουργό πολιτισμού, μέσω της << Εξόρμησης >> τότε, του έστειλα ένα σημείωμα και είπα ότι σήμερα ο πολιτισμός δεν υπάρχει, γιατί υπάρχει ποτοαπαγόρευση >>.

     Κλείνουνε με τα εμβληματικό του ποίημα << Όταν… >> και ένα απόσπασμα από τη << Διαθήκη μου >>.

     Όταν ακούω να μιλούν για τον καιρό/ όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο/ όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση να πλημμυρίζει τα σαλόνια/ όταν ακούω να υποψιάζομαι τις ιδέες μου να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα/ όταν ακούω σε να μιλάς/ εγώ πάντα σωπαίνω //.

    Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου/ ήχους παράξενους/ ψιθύρους μακρινούς/ όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια/ λόγους ατελείωτους, ύμνους και κρότους/ όταν ακούω να μιλάνε για την ελευθερία/ για νόμους, ευαγγέλια και μια ζωή σε τάξη/ όταν ακούω να γελούν/ εγώ πάντα σωπαίνω//.

    Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη/ κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες/  κι όλοι θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή/ θ’ ανοίξω το στόμα μου/ θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες/ θα φύγουν τα οπλοστάσια στις βρώμικες αυλές/ οι νέοι έξαλλοι  θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους/ ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία//. Πάλι σας δίνω όραμα.

   {…} Αντισταθείτε πάλι σ΄ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι/ στον πρόεδρο του Εφετείου/ αντισταθείτε στις μουσικές, τα τύμπανα και τις παράτες/ σ΄ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε/ πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι/ σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή/ δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα/ στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις/ από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους […}

     ellinikoxronografima.blogspot.gr                  panant1947@gmail.com

 

         

 

        

        

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

 

           Χρονογράφημα

                                       Οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία


                                                      Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Σε  πίσω καιρούς, τη νεότητά μου μισώντας οι << ευσχήμονες >> αϊτοί  του υπουργείου παιδείας σε  χωριό με διόρισαν, που άρδευε τον πολιτισμό από νυχάτους γύπες και σαρκοφάγους λύκους. Εκεί με εναπόθεσαν ψυχή τε και σώματι τη ζώσα γνώση να εμφυσήσω σε μαθητές που λιποθυμούσαν από την ασιτία και το φύλλο χλόης στην αποξηραμένη ζωή τους να κρατήσω χλωρό.  Το εκπαιδευτήριο αμπάλωτο ερείπιο, οι πόρτες του σάπιες και τα παράθυρα σαράβαλα. Ζεσταινόμουν διπλωμένος με μια λιωμένη χλαίνη του στρατού, σιτιζόμουν με καχεκτικό χόρτο αρωματισμένο με σκατζίκι, γιάτρευα το γαστρεντερικό μου σύστημα τρώγοντας σπόρους ψύλλιου. Σύντροφοί μου  χοίροι λιπαροί, άγριοι μαλλιαρόγατοι, γενάτοι τράγοι, λερωμένες αγελάδες, αμνοερίφια,  όρνιθες να κακαρίζουν από πρωίας μέχρι νυκτός.  

            Μέχρι το μεσημέρι χωμένος στην κιμωλία, το απόγευμα μαύρος κι άραχλος  στη μοναχικότητά μου, το εσπέρας στου καφενείου το μέσα μέρος έπαιζα << ξερή >> με τρεις μοιραίους και μεθούσαμε με ούζο και κρασί.Το βράδυ αποχαυνωνόμουν βλέποντας αδυσώπητα και φθοροποιά σήριαλ στην Τιβί.  Θεράπων της πνευματικής γύμνιας μου κατά τη διάρκεια της θέασης ήταν κι ένας πάναγνος κυνηγημένος χωρικός, που γνώρισε την ασπλαχνία του κράτους στη Γυάρο,  λέγοντας αστείους λόγους, ανέκδοτα και  ύβρεις κατά του  πολιτικού ποιμνιοστασίου. << Τι βλέπεις, δάσκαλε; >> με ρωτούσε << τους κόπρους του Αυγεία; >> και βουβός παραδινόταν κι αυτός  στη θέαση, στο αλκοόλ και στη μέθη.

          Τρεις χρόνους δεχόμουν τα δωρήματα από τους δαίμονες των σήριαλ. Το πρωί τα μολύσματά τους μας έβρισκαν όλους  νυσταγμένους, την παραγωγή στάσιμη, τη μάθηση των μαθητών κακή. Οι πολιτικοί που έρχονταν χαίρονταν για το ξεθεμέλιωμα, γλέντια έστηναν να συνεχιστεί.  Έπιαναν κουβέντα για τα κοπρισμένα σήριαλ, τις εκλογές, και τον καθαρό αέρα του βουνού, άχνα όμως για τα ψίχουλα των παροχών, για το γκρεμισμένο σχολείο και το ναρκωμένο νοσοκομείο της πόλης, τσιμουδιά  για τις γράνες που ‘πεφταν οι γάιδαροι μέσα και το πεσμένο γεφύρι που καβαλούσαν τα νερά.  

            Τόσα χρόνια μετά ο ίδιος πολιτικός βούρκος,  οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία στα κανάλια, το θέαμά τους αναμασημένο πλιγούρι, οι ειδήσεις τους ξινώδεις εμετοί.  Κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνο λόγο, απ’ το κοτέτσι της Βουλής πολιτικοί πετεινοί διαλαλούν τα κικιρίκου τους, πουδραρισμένες πολιτικίνες όρνιθες σγαρλίζουν τις κουτσουλιές τους, φαρισαίοι υπουργοί σε τελάρα τις οπώρες μας δείχνουν που παράγει η άνυδρη Ελλάς.  Αρλεκίνοι εδώ, στέρφοι καλαμαράδες εκεί, ανόητοι  νομοθέτες  πιο πέρα και βυζάχτρες εφορίες σε κάθε διάβασή μας  περιμένουν να μας στραγγαλίσουν.

           Κόπροι! Κόπροι! Κόπροι! Και  μέσα τους κουβάρια οι οχιές που σέρνονται και σφυρίζουν!  

      ellinikoxronografima.blogspot.gr  panant1947@gmail.com

 

         


Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

   Χρονογράφημα

                            Ο   σπουργίτης

           Κουτσός μου ήρθε στην αυλή, αδύνατος και πεινασμένος. Τσιμπολογούσε από δω κι από κει,  το κεφάλι σήκωνε σαν πρίγκιπας, με κοιτούσε, βηματάκια έκανε εκούσια κι ακούσια  με μπρίο δε μου τραγουδούσε. Πετώντας που και που τις σκιές  έδειχνε στα όμορφα φτερά του, το χρώμα τους  το γκρι και το καφέ, τη σπαθωτή ουρά του.

  Γίναμε φίλοι. Χαρούμενος που του γιάτρεψα το πόδι, τη φιλοξενία μου απολάμβανε, πιστός στο ραντεβού μας πρώτος και καλύτερος παρόντας δήλωνε. Κι ένα πρωινό που ο ήλιος χρύσωνε τον Κυπαρισσιακό Κόλπο και η πόλη έλαμπε από το φως του, μου μίλησε στη γλώσσα του και με γλυκό κελαηδισμό μου είπε: << Είμαι σπιτοσπουργίτης, είδος στρουθιόμορφου πουλιού της οικογένειας Πασσερίδες. Ζω παντού στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο και στην Ασία. Ακόμη είμαι διαδεδομένο ως άγριο πουλί και σε πολλά μέρη του κόσμου. Τόπος μου οι κατοικημένες περιοχές, με τα σπίτια, τις γεμάτες λουλούδια αυλές και την αγάπη των ανθρώπων. Τα παιδιά με αγαπούν, με ταϊζουν, μου βάζουν ποτίστρες να ξεδιψάω, τα μικρά μου φροντίζουν και τα προστατεύουν από τα σαρκοφάγα ζώα. Κι εγώ για να τους ευχαριστήσω τους τραγουδώ,<< τσιριτρί και τσιριτρό, τσιριτρό και τσιριτρί >>.

    Σε κάποιους επειδή είμαι μικρός δεν τους αρέσω. Άλλους το γκρι και το καφέ χρώμα μου τους απωθεί και λίγοι ευτυχώς με διώχνουν απ’ τη στέγη τους που φτιάχνω τη φωλιά μου. Πάω κι εγώ σε άλλη γειτονιά, γίνομαι μετανάστης, ριζώνω εκεί αρχίζω να τους αγαπώ και να τους λέω πως είμαι ο σπιτοσπουργίτης τους ο πολυαγαπημένος.

       Όταν δεν τσιμπολογάει κι εγώ δεν γράφω, λέμε πολλά και διάφορα στη γλώσσα του ο καθένας. Μ’ ακούει, χαίρεται κι απλώνει τις φτερούγες. Χθες ένα ποίημα του απάγγειλα! Αχ, πως  με κοιτούσε. Το καταγράφω : << Φτερούγες σκόρπιζες, Θε μου, απλόχερα στων τυχερών το σπίτι/ κι άφηνες μόνο ψίχουλα να ψάχνω σαν σπουργίτι…/  Κι όσο φτερούγες άπλωνα  κι όσο ψηλά κοιτούσα/ ήταν ο φόρτος πιο βαρύς/ απ’ ότι προσδοκούσα…/ Στο πήγαιν’  έλα της ζωής, συνάντησα στη ρούγα/ κουτσό σπουργίτι να πετά/ με τη μισή φτερούγα…/ Τόπιασα και το σήκωσα με περισσή φροντίδα/ τα μάτια πάνω σήκωσα/ με νιόβγαλτη ελπίδα/ κι είπα: Θεέ μου, αφού αϊτός δεν πρόκειται να γίνω/ είθε με τις φτερούγες μου απείραχτες να μείνω! /

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2023

 

Χρονογράφημα

 

 

 


 

                                          Τίγκα στο σκουπίδι

 

 

                                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

                Άνω θρώσκω, ίσον άνθρωπος κατά το έτυμον.  Άρα έχω μυαλό, ξεχωρίζω την πέτρα από το μέταλλο, τη φωτιά από τη στάχτη, τα καλό από το κακό, το σκουπίδι στο πιάτο από το εκλεκτό κυνήγι.  Και δε θέλω να πιάνομαι κορόιδο από τη δημοτική αρχή, να μου γεμίζει  τίγκα στο σκουπίδι τη λιακάδα μου, το σεληνόφως μου, το πεζοδρόμιο και την αυλή μου.  Είναι άκρως επαχθές να βλέπω τον κάδο στη γειτονιά μου, τίγκα στο σκουπίδι, να νιώθω ζωντόβολο, να αναπνέω την κακοσμία και να εκβάλω το περιεχόμενο του στομάχου μου. Πικρόχολος ύστερα να κατεβάζω γαμοσταυρούς και να εξακοντίζω οικείες ύβρεις στα λατρεμένα τέκνα της καθαριότητας.

                 Οι κάδοι τρώνε με βουλιμία, είναι αναίσθητες κοιλιές, επιρρεπείς να βαραίνουν και όχι να ξαλαφρώνουν. Το πλεόνασμά τους το    αποβάλουν και πάνω στο σωρό του πετάς εσύ ο γκιαούρης τις γεμάτες σακούλες σου, ο γείτονας τα ξερόφυλλα κλαδιά, ο περαστικός το άδειο κουτί της μπύρας.  Και μεγαλώνει ο σωρός, υψώνεται το σκουπιδαριό, τεντώνεται πάνω στα σίδερα, στους τενεκέδες, στα σύρματα, στα κουτιά, στις πεταμένες καρέκλες, στις πλαστικές γαλότσες, και, στα σχισμένα υποδήματα..

                 Ριγμένος στο χόβολη της ανέχειας, δεν  τρως, αλλά βλέπεις και μυρίζεις. Μυρίζεις κλάρες ψεκασμένες με εντομοκτόνα, ξερά χόρτα, νοτισμένο σανό, σανίδι σκεβρωμένο, πριονίδι οσμηρό, πελεκούδι ψεκασμένο με σκόνη. Πας να φύγεις, χάσκει ο κάδος, πιάνεις τη μύτη σου  και σαν τουφεκισμένος λαγός  τρέχεις να κρυφτείς. Πίσω σου, να οι χορτάτοι γάτοι, οι ταχύποδες ποντικοί, οι  σκύλοι σε στρώνουν στα κοντά.  Ο  κάδος κάνει το ίδιο, διογκώνεται, τρέχει σε ακολουθεί, τον νιώθεις μ’ ένα πήδο να ‘ρχεται πίσω σου και να σε ακολουθεί.

                  Στυμμένος από χαράτσια και χωμένος στο σκουπίδι, νιώθεις άβουλος, μόνος, απροστάτευτος, ξοφλημένος δερβίσης. Γελάς με τις νεκροφιλικές μεγαλοστομίες των δημάρχων και των πολιτικών για ποιότητα ζωής και ανάπτυξη, επιστρέφεις τη φαύλη κομπορρημοσύνη τους και μουντζώνεις τις άδειες σκιές στους δημόσιους οίκους τους. Και οι μέρες περνούν, το απορριμματοφόρο όμως πάλι μένει από λεβιέ, οι εργάτες δηλώνουνε αργοί, οι δήμαρχοι ανούσιοι και μωροί, μένουν στα ίδια και σε εγκαταλείπουν. Φεύγει; δε φεύγει έτσι το σκουπίδι!

                   ellinikoxronografima.blogspot.ge  

 

 

 

 

 

 

 

                                          

 

Χρονογράφημα

 

 

 


 

                                     Συνταξιούχος εργατάκος 

 

 

                                                   Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

         Συνταξιούχος εργατάκος ο έρημος  και οι τράπεζες του ρουφάνε το αίμα. Οι χαχόλοι του οικονομικού χαλιφάτου και οι μικρονοϊκοί   της Βουλής του επιμέρισαν σύνταξη ψίχουλα, του πετάνε κι ένα γλειμμένο κόκαλο από τον τορβά των εφοπλιστών και τον αποκοιμίζουν με τους πανελολάγνους που του κάνουν το κεφάλι κουρκούτι με τον ξιπασμένο λόγο τους για ανάπτυξη και μέρες παχιές σαν αγελάδες.

         << Μίνυνθα δε γίνεται ήβης καρπός… >> ( λίγο κρατάει της νιότης ο καρπός ) και μετά η πολύανθη εποχή πάει περίπατο, έρχονται τα γηρατειά, το σώμα γίνεται αγνώριστο, στηρίζεται σε πατερίτσες, φορτώνεται αρρώστιες, θέλει φάρμακο και άγιο να θεραπευτεί, βοήθεια ζητάει να ‘ρθει κάποιος << ίνα το φορτίο άρη!>>  Και τούτος ο εργατάκος, γέρασε όπως και άλλοι και κουβαλάει << πολλά θυμώι κακά >>. Και στενοχωριέται, χύνει δάκρυ, το λαϊκό άσμα τραγουδά για να παρηγορηθεί: << να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία… >> αλλά ματαίως. Και τώρα δεν μπορεί να δουλέψει,  να αγοράσει ένα σανίδι να βουλώσει την τρύπα της στέγης που τον  μουσκεύει η πρώτη βροχή.  Ακόμη να αλλάξει παντζούρι, να πετάξει το σάπιο και να φράξει τον θαλασσινό πουνέντε που τον καταψύχει όταν τον ξεφυσάει ο φουσκωμένος ασκός του Αιόλου.

           Κάθε πρωί ο κλητήρας του χτυπά την πόρτα, το δάνειό του είναι στα << κόκκινα  >> του θυμίζει, οσονούπω θα τον πετάξουν έξω και θα βρεθεί στη λάσπη με τους γεωσκώληκες και τους βατράχους.    Για να αβγατίσει τον μπεζαχτά του πουλάει κηπευτικά, μερεμετίζει σούγελα, φροντίζει τους σκύλους των εύπορων γειτόνων που λείπουν ταξίδι στην Κορσική. Μένει στο πέτρινο που γέρνει σαν στραβοφορεμένος σκούφος, ασοβάτιστο, με τα αγκωνάρια ξεγοφιασμένα, έτοιμα να σωριαστούν στο κεφάλι του.Το βράδυ κουλουριάζεται κάτω από την κουβέρτα να ζεσταθεί, γκρινιάζει με τη συμβία που ‘χει κορμί ψυγείο , στριφογυρίζει σαν κάμπια, πριν τον πετάξει πάνω το κι κι ρι κου του πετεινού. Την ημέρα άφραγκος, μπαίγνιο της φθοράς και του σκληρού κράτους των τζιχαντιστών πολιτικών, στον καφενέ ρουφά το σκέτο του. Κι εκεί τους χαχόλους βρίζει. Αυτούς που συν γυναιξί και τέκνοις,  με φουλάρια Hermes, ταγιέρ Chanel, φουσκωτά πορτοφόλια Louis vuitton  κάνουν βόλτες με τις Πόρσε στη Ριβιέρα και στην Καραϊβική.  Πίσω ο συνταξιούχος εργατάκος ζει στο σκουριασμένο του νοικοκυριό, χωρίς μπουκιά, χωρίς γεμάτο τσουκάλι. Βουλώνει τις τρύπες της χαμοκέλας με στουπιά, το χάπι κόβει στη μέση για να ΄χει και το βράδυ, τη θωριά του λοξοδρομάει  στ’ άστρα και ψάχνει  το Θεό.   

           Χαχόλοι! Πού θα πάτε;  Θα ‘ρθει η ώρα και για σας που θα πείτε: << αντίο πρόσχαρή μου νιότη, αντίο του πλούτου το μαύρο πλοίο, πλώρη έβαλε για χώρα μακρινή! >>

           ellinikoxronografima.blogspot.gr