Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Η κυρία Φυλλίτσα

Επίκαιρο διήγημα 
             Του Παν. Αντωνόπουλου               

                   Στο γυμνάσιο είχα μια δασκάλα την κυρία Φυλλίτσα που τη θαύμαζα πολύ. Όταν μιλούσε έμενα με το στόμα ανοιχτό, τέντωνα το κορμί μου.  μπροστοθρανίτης βλέπεις, κάρφωνα το μάτι μου στο τσιτάτο μεσοβύζι της και ρουφούσα μαζί με τις δοτικές που μας απέγγελε το απαλό άρωμα του κορμιού της.  
          Μ’ έκοβε εκείνη, ίδρωνε, έδειχνε ταραγμένη, άφηνε το βιβλίο του Ευριπίδη πάνω στην έδρα, έπαιρνε απ’ την τσάντα της το καθρεφτάκι κι έκανε πως φρόντιζε τα χείλη της, κοιτάζοντας μέσα.
          Το πήγαινα το αρχαίο κείμενο, ήξερα τα ανώμαλα ρήμαρα απέξω κι ανακατωτά, το ίδιο τις μετοχές και τα επιρρήματα, τίποτα δε μου ξέφευγε.  Είχε καθίσει για τα καλά στο μυαλό μου ο Αριστοφάνης καθώς και οι τρεις λιμοκοντόροι τραγωδοί με την αττικίζουσα γλώσσα κι εκείνοι οι ρητορίσκοι της κλασικής εποχής που μας τρέλαιναν με τα << όστις >> και τα << οία >>.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Ρόζα

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ  
Μ   Υ  Θ  Ι  Σ  Τ  Ο   Ρ  Η  Μ  Α
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
          Καθόταν ο παπα- Καλλίνικος στο μπαλκόνι του σπιτιού του, που ήταν κάτω από το κάστρο της πόλης κι έριχνε συνεχείς κι αχόρταγες ματιές προς το νότο, θαυμάζοντας πότε τον καταπράσινο κάμπο που απλωνόταν με περίσσια χάρη μπροστά του και πότε τη θάλασσα που λαμποκοπούσε κάτω από το πρωινό χρυσαφένιο φως του ήλιου.
Ευθεία κι αριστερά του φαινόταν ολοκάθαρα η πόλη της Κυπαρισσίας ξαπλωμένη η μισή μέχρι τα νερά του κόλπου και η άλλη μισή να κάθεται αμφιθεατρικά στους πρόποδες του Ψυχρού με την έντονη επιβλητική όψη και την εντυπωσιακή παρουσία του ερειπωμένου κάστρου του. Αυτή η πολιτεία ερχόταν από πολύ μακριά, από τους χρόνους του Νέστορα και πιο πριν και είχε στο χώμα της μέσα  θαμμένους πολιτισμούς και πολιτισμούς. Γίγαντες, Ρωμαίοι, Φράγκοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Τούρκοι, πέρασαν από πάνω της κι έκαναν του κεφαλιού τους. Την ποδοπάτησαν οι πιο πολλοί και γκρέμισαν ό,τι ιερό και όσιο είχαν φτιάξει οι κάτοικοί της.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Αποκριές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
              << Πως πετούν τα πουλιά, θα πετάξω κι εγώ στου χορού τη χαρά, την τρελή Αποκριά! Στα πόδια φτερά, το γοργό το ρυθμό με καινούργιους σκοπούς θα χορέψω κι εγώ. Να  πιερότοι, να μασκαράδες, να κομφετί, να σερπαντίνες, γύρνα κι απ’ εδώ γύρνα κι απ’ εκεί, για να δούμε ποιος θα ζαλιστεί >> 
              Αχ, πως φεύγει η ρουφιάνα η ζωή! Χθες ήσουν τρυφερό βλασταράκι και ντυνόσουν μπούλα και σήμερα ένα ηλικιωμένο κρέας που ετοιμάζεται να καταψυχτεί και να πει αντίο. Με χάλκινο κορμί περίμενες τις Αποκριές, χαιρόσουν τη γουρνοσφαγή, έριχνες κάτω μαζί με τους αξινάδες του χωριού το χοίρο, γευόσουν ένα κομμάτι καρούτζο κι ευφραινόσουν το κοκκινέλι του παππού. 

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Ο χορός των μεταμφιεσμένων

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου 
        Συνεπαρμένος να κοιτάζει το βουνό ο επιχειρηματίας Λεόντειος, έστρεψε ύστερα το βλέμμα του πάνω στο νερό της θάλασσας που με το κύμα της ίσιωνε την άμμο κι έπαιζε με τα μικρά σκορπισμένα άσπρα κοχύλια που λαμπύριζαν μπροστά σχεδόν στα πόδια του.
         Έτσι ονειρεμένος από την ομορφιά του τοπίου, σκέφτηκε πως έπραξε συνετά που εγκατέλειψε το μολυσμένο αέρα και το βάρβαρο πλήθος της πόλης  και ήρθε στον παράδεισο της επαρχίας να βρει την ησυχία του μέσα στα σκίνα και τους ιβίσκους.
          Στο παράξενο πολυτελέστατο παλάτι του, ζούσε με το υπηρετικό προσωπικό του, κλεισμένος σαν άγριο θηρίο, υποταγμένος στο φανατισμό του τζόγου και δηλωμένος άσπονδος εχθρός του πνεύματος. Το πάθος του να παίζει στο χρηματιστήριο τον είχε αρρωστήσει και η απληστία του, του είχε γίνει ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Δε φερνόταν σαν άνθρωπος αλλά σαν ένα παρανοϊκό τέρας.