Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Μπάτε σκύλοι αλέστε…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Τους χώρους της δημόσιας διοίκησης που καθεύδει τους φοβάμαι όπως ο εωσφόρος το λιβάνι. Χαίρω όταν μου έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο μαζί της, τρέμω σαν αιχμάλωτος του Άουσβιτς μήπως με κάνουν σαπούνι στους φούρνους της, όταν το άγριο δρολάπι του νόμου με επιστρατεύσει να σταθώ ενώπιόν της, γυμνό ραγιαδάκι και να μου βγάλει τη σφέρτσα.   
              Κι αν  Βελζεβούλης Έλλην ή Τροϊκανός με φέρει εκεί, ούτε δεμένος δεν κάθομαι, όσο ο λιμοκοντόρος γραφειοκράτης, παλουκωμένος στο γραφείο του,  μου γαργαλάει τον πισινό με σκουριασμένο καρφί.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Βρικόλακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  
             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες, να έχουν γραμμένη ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς σκύλους γραμματείς αλειμμένους με σάλια να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων. 

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η φούσκα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                  Στα δίσεκτα παιδικά μας χρόνια τις μέρες μας κανένα ροδόφυλλο δεν τις στόλιζε και οι νύχτες μας ήταν χωρίς χρυσομέταξα μαλλιά και γεμάτες σκιάχτρα και πληγωμένα αστέρια. Όμως οι καρδιές μας πήδαγαν στα στήθια μας να διατηρήσουν τη ζώσα φλόγα του μικρού ήλιου που ανέτειλε και χανόταν σαν διαλυμένος κομήτης.
                  Και του Τριωδίου ερχομένου ένας τέτοιος αρρωστούλης ήλιος σκόρπαγε την καταχνιά από τη γειτονιά, μάς έβγαζε το χοντρό ρούχο και ζεστούληδες σκαρίζαμε σαν τα σαλιγκάρια στη χλόη ύστερα από τη βροχή. Οι αποκριές είχαν υπογράψει το τέλος των χοίρων και δήμιοι οικοδεσπότες με τα μαχαίρια στα χέρια έκοβαν από έναν – έναν τον καρούντζο. Εμείς που τα παιχνίδια μας ήταν αναπαρμένα από χέρι τσιφούτικο και σκληρό σαν σίδερο, σκυφτοί πάνω από το σφαχτό με βλέμμα δριμύ, στον όλεθρό του ξεθάβαμε από την κοιλιακή του χώρα λαφυράκι ατίμητο.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Πως βγαίνει το ψωμί!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
        Αιμάσσων στην ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου.
         << Κλέβουν και τρώνε ότι βρούνε μέσα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Σαν πάρει τ’ αυτί τους πως τα κόκαλά μας είναι γερά, θα μας ξεκοκαλίσουν οι φάρες του κερατά, θα μας τα πάρουν! >>

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Η επικήρυξη του ποιητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
         Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις λυρικές ελεγείες του.
           Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς κι ερωτικούς αλλά και στίχους για το θάνατο και τη βασανισμένη ζωή.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Το ψοφίμι



Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι χοντρές σταγόνες κυλούσαν στο μέτωπο και στα μάγουλά του, όση ώρα φλυαρούσε στους αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Κόκκινες βούλες παντού στο πρόσωπό του, στα μάτια μίσος φρικαλέο, φωνή που τρυπούσε τ’ αυτιά σαν βέλος.
          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα με μια γελοιογραφία της τον είχε περιποιηθεί καλά. Δημοσίευσε ένα κωμικό ανθρωποειδές με ύπουλο βλέμμα να αναρριχάται σ’ ένα κορμό δέντρου. Στη λεζάντα κάτω είχε γράψει: << ο αυριανός δήμαρχος συλλέγει καρπούς! >>