Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Ήθελα να ήμουνα αρνί... λαμπρίτης!!!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Ήθελα να μου ήμουνα αρνί, λαμπρίτης. Να με έσφαζε μια φτωχή οικογένεια, να με έγδερνε, να έφτιαχνε  τα  άντερά μου μαγειρίτσα και να με έβαζε στη σούβλα. Με το ψημένο κρέας μου ύστερα να γέμιζε το πασχαλινό της τραπέζι, να έτρωγε τον άμπακα και να ‘κανε τρικούβερτο γλέντι, ρωμαίικο, τύφλα στο κοκκινέλι. 
                 Να ζήλευαν τα ευρωπαϊκά λαμόγια, ο οικονομολόγος καροτσάκιας, η καγκελάριος όρνιθα και οι λοιποί βαστάζοι που τους ήθελαν νηστικούς. Ένα ντελίριο ύστερα να τους έπιανε και να μας άφηναν χρόνους.
                 Φαγωμένος θα ήμουνα πιο ωφέλιμος και θα ένιωθα και ευεργέτης χαϊδεύοντας την κοιλιά τους οι χορτασμένοι. Τώρα τι κάνω; Πληρώνω φόρους, τρέχω στα γκισέ, ξοφλώ πρόστιμα, δέχομαι φοβέρες για τις απλήρωτες δόσεις, το μερίδιο της σύνταξής μου βλέπω να μικραίνει, στο σβέρκο μου νιώθω την προβοσκίδα του κράτους να μου ρουφά το αίμα.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η εκδίκηση

Διήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ο επιχειρηματίας Αστέριος ήταν κυνικός, στυγνός και αναίσθητος. Γι’ αυτόν οι ηθικές αξίες έπρεπε να προσπερνιούνται από τα άγρια ένστιχτά του που τα χρησιμοποιούσε για εκμετάλλευση, αναρρίχηση και διατήρηση των παθών του, έτσι που στον κόσμο του ήταν γνωστός ως  δράκουλας των θαλασσών .Συνήθιζε να χτίζει τα ξενοδοχεία του στις καλύτερες παρθένες ακρογιαλιές της πατρίδας του, να καταπατά τις εκτάσεις της ακτής, να υπερυψώνει άκομψα και σατανικά στην όψη κτήρια και να ρυπαίνει με τη διοχέτευση των λυμάτων τα ποτάμια και τις θάλασσες. Η εικόνα αυτή που έφτιαχνε ήταν ένα κομμάτι από την περιγραφή της κόλασης του Dante.
Ο ίδιος ήταν κοντός, άσχημος και αδέξιος. Το κεφάλι του κατέληγε σε κορυφογραμμή, τα μάτια του μικρά, γαλάζια γεμάτα μίσος, η μύτη του πλακουτσή σαν αντίγραφο μικρού αγριόχοιρου της ορεινής Πελοποννήσου. Όταν περπατούσε χοροπηδούσε σαν καγκουρό, κουνιόταν σαν χιμπατζής και κορδωνόταν σαν παγόνι.

Ο Ανθόλαος...!!!

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου
            Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή του Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.
     Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των ελλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Απρίλης με τα λούλουδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Ας αφήσουμε τους πολιτικούς κι ας ρίξουμε μια ματιά στο λουλουδιασμένο Απρίλη. Οι πολιτικοί μας δεν ξέρουν από βαρβάτες λιακάδες, ούτε από ιβίσκους και μυρωδάτα νυφικά της φύσης. Αυτοί ξέρουν μόνο τους απογόνους του Αδόλφου, όλους αυτούς τους αδίστακτους μεταπράτες που μας πατάνε με τη γερμανική μπότα τους και συναλλάσσονται μαζί τους για την ανθρωποφαγία των Ελλήνων μετά του κακομούτσουνου Σόιμπλε και της  τραχιάς όρνιθας Μέρκελ. 
           Γι’ αυτό λέω τώρα που μπήκε ο ξανθός Απρίλης ας θυμηθούμε το Σολωμό κι ας απαγγείλουμε μαζί του: << Έστησ’ ο   Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα… Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολημένη και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους… >>  

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Ο φιλόλογος

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κίων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο! 
             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο των μαθητών. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά:
             --- Θα συνεχίσω το σχολείο! Δε μ’ αρέσει να τρέχω στο λόγγο σαν κάπρος! 
             Η έκφραση των ωραίων λόγων μου τον συγκίνησαν. Γελούσε ολόκληρος.
             --- Πέταξε το στρατσόχαρτο μου είχε πει κάποτε, βλέποντας να ζωγραφίζω όλη μέρα και να φτιάχνω μουντζούρες με μποζικόφυλλα και βατόμουρα  και κοίταξε ν’ ανοίγεις το βιβλίο!