Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Καλή μου Νικολίτσα















Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Ο δρόμος σου μακρύς. Γεμάτος Λαιστρυγόνες και άγριους Ποσειδώνες. Τα χρόνια σου πολλά. Εκατόν πέντε! Στεφανωμένα με δάφνες και μυρωμένα με νυχτιάς αγέρι. Κόβεις με το λόγο σου σε άρτους τους βράχους της περασμένης σου ζωής, αντίδωρο τις ψίχες τους μοιράζεις. Τις πίκρες σου πλάθεις ιστορίες γλυκές, το συναγμένο δάκρυ σου κάνεις βάλσαμο γιατρειάς.
<< Τότε οι πνοές μας ήταν στις ρεματιές >> λες. << Οι μελαχρινοί θεοί μας κρυμμένοι στα ασφοδίλια και η μόνη έγνοια μας ο άρτος ο επιούσιος. Μας όριζε η μπέσα, η ατιμία σταξιές φαρμάκι μας πότιζε την καρδιά. Στους αγρούς συλλέγαμε αλογάκια της παναγίας, κάτω από τις κληματαριές πιάναμε το τραγούδι, στις φωλιές του έρωτα μαδάγαμε τα δαφνόφυλλα, με ιστορίες τρελές πλανεύαμε τον κόσμο.
Στους σκίνους πιάναμε πουλιά, και στις μαϊστρες στήναμε παιγνίδια. Στεφάνια από λευκές μαργαρίτες πλέκαμε στο Μάη, στης θάλασσας τα χείλη με το αυτί μας στο νερό, ακούγαμε τον ήχο του φλοίσβου της.
Διάβηκε ο χρόνος, φαγώθηκε. Όμως δόξα σοι ο θεός, είμαι γερή, περπατάω. Τα ‘χω τετρακόσια. Η στραβωμάρα να μου ‘λειπε. Γιατί μου την έδωσε ο Θεός; Δεν σε βλέπω! Τα θυμάμαι όλα! Ακαρτέρει μια ιστορία, να δεις πως δε σε κοροϊδεύω. << Ο άντρας μου μια φορά σκότωσε ένα φίδι, μεγάλο ίσαμε μια οργιά. Το σιγούρεψε σ’ ένα σακούλι και το κρέμασε σε μια ελιά. Το πήρα, το δίπλωσα σ’ ένα εφημεριδόχαρτο και το ‘στειλα μ’ ένα παιδαρέλι στους Μούστρηδες. Αυτοί το άνοιξαν, είδαν το θεριό, και κόντεψε να τους έρθει ταμπλάς! Με ήξεραν πως οι αγαπούλες μου ήταν οι πλάκες και μυρίστηκαν το χωρατό μου. Άδειασε ο μέσα κόσμος τους από το πολύ γέλιο>>.
Σιώπησες, έπιασες το τραγούδι: <<Χάρε μου, διαβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση, να πιουν οι γέροντες νερό κ’ οι νιοι να λιθαρίσουν και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν… >>
Τα μάτια σου μαραμένα σαν άνθια μηλιάς, δε βλέπουν αλλά αστράφτουν φως μνήμης. << Σ’ αγρίεψα με το τραγούδι του χάρου, ε; Το ξέρω! Γιατί το λέω; Να τον γλυκάνω! Θέλω να με πάρει στους αιώνιους λειμώνες του να ξεκουραστώ! Θέλω να πάω στο σπίτι μου, τον τάφο! Περπατάω σε δεύτερο αιώνα! Είμαι αιωνόβια! Έχω τρισέγγονα! Πόσο άλλο να ζήσω! >>
Αναστενάζεις, βγάζεις ένα ραγισμένο αχ και λες: << Θες και της αγάπης; Άκου το: << Δεν είναι ο έρωτας ανθός μαζί του για να παίξεις, μόν’ είναι βάτος μ’ αγκαθιές κι αλίμονο σαν μπλέξεις. Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει, σαν την αγάπη την κρυφή που δεν ξεφανερώνει >>.
Παύεις. Πέρα στη λαγκαδιά ο ερωτικός θρήνος της αηδόνας, ηχολογάει τρυφερά. Στήνεις αυτί, μετεωρίζεις το κεφάλι και τον αχό σέρνεις ρυθμικά.

Άρωμα γυναίκας


Με βήμα γοργό η γυναίκα πέρασε την πόρτα του ξενοδοχείου και στάθηκε μπροστά στην όμορφη κοπέλα της ρεσεψιόν.
Εκείνη μ’ ένα παιδιάστικο τρόπο και με μια ευγένεια που θα αιχμαλώτιζε και τον πιο απαιτητικό πελάτη, της είπε, παραδίνοντάς της το κλειδί : << Σας εύχομαι καλή διαμονή, κυρία, και πάντα στη διάθεσή σας για μια ειλικρινή κι ευχάριστη εξυπηρέτηση >>. Κι αφού κοίταξε με μια φυσική περιέργεια τον αριθμό που φαινόταν γραμμένος στην ολόλευκη ταμπελίτσα, της είπε μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα των λαμπερών ματιών της : << Σας δίνω το 202 ! Εύχομαι να μη μείνετε δυσαρεστημένη ! >>

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Η δασκάλα


Το σπίτι της ήταν ένα παλιό διώροφο νοτιοδυτικά του σταθμού. Χτισμένο γερά, με ακροκέραμα στις τέσσερις γωνιές και μ’ ένα κήπο γεμάτο πορτοκαλιές και κισσούς που τύλιγαν όλη την μπροστινή πλευρά του τοίχου. Στο δεύτερο πάτωμα είχε ένα μπαλκόνι με σιδεριές που παρίσταναν δυο πουλιά, δυο ερωδιούς με μεγάλα ράμφη και γαμψά νύχια να κοιτάζονται. Σ’ αυτό το μπαλκόνι την είχα δει για πρώτη φορά να κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα και να ζωγραφίζει σ’ ένα μεγάλο μπλοκ. Μου άρεσε η εικόνα και όταν είχε λιακάδα τα σαββατοκύριακα που δεν είχα μάθημα, περνούσα και την έβλεπα.

Ερμελίντα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


--- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας!
Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο.
--- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για κουβέντα.

Τα άλογα


Με τα δάκρυα παγωμένα στις κόχες των ματιών, τις γραμμές τού πόνου κόκκινες στο σώμα μας, εκείνα τα αμνημόνευτα χρόνια της νιότης μας, αφήναμε το φως που έμπαινε χλωμό απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τρέχαμε να συναντήσουμε το θρόνο μιας νύφης φύσης. Κι έτσι ζεστά που μας αγκάλιαζε και γιάτρευε τις μοναχικές καρδούλες μας, σκόρπιζαν οι ωχρές έγνοιες μας, κοιμόνταν οι συμφορές, το χώμα στη χούφτα μας έπαιρνε την όψη του χρυσού.

Ο πανηγυρτζής

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
          Σαν έμπαινε τ’ Αϊ – Λιός και νιώθαμε τη γεύση της χαράς και τη λαμπρότητα της πανηγύρεως, τρέχαμε στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε κερί του αγίου και σαν άρχοντες διαλεχτοί περιβεβλημένοι από τη δόξα μας, ακούγαμε μ’ ευλάβεια τους ήχους των Σεραφείμ που ακούγονταν στο ψαλτήρι, λιχνίζοντας στον αγέρα τις πίκρες μας τις παιδικές.

      Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια γεμάτα φλόγα και καυτές ματιές. Τα κοιτάζαμε και τους γνέφαμε κρυφά από τους μεγάλους, ψιθυρίζοντας ντροπαλά: << Στερνότερα θα σας δούμε κοντά στους πάγκους με τους πραματευτάδες. Ακούστε τώρα το τροπάρι του αγίου και σαν τελειώσει ο παπά – Καλλίνικος τη λειτουργία βγείτε έξω! >>

Μας άκουγε ο νεωκόρος και μας ψιθύριζε θυμωμένος:

--- Σουτ!

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ο τζέντλεμαν των τραίνων



Ο άντρας με την γκρίζα γενειάδα άφησε το χρυσόδετο βιβλίο   στο ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι σαν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά κι έτρεξε βιαστικά να το σηκώσει. << Η γυναίκα μου θα ‘ναι >> σκέφτηκε κι έβαλε το  ακουστικό στ’ αυτί του.   
            --- Χλωμέ μου, πάνθηρα! Μ’ ακούς;  Η φωνή της όπως πάντα θρυμμάτισε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο σπίτι.
            Η φωνή τού άντρα  αντήχησε κι αυτή μουσικά και τρυφερά:
            --- Μαγεμένη μου, εσύ! Σε πεθύμησα! Τι ώρα φτάνεις;
            --- Στη μία το πρωί!
            --- Πεθαίνω να πιω νερό από τις πηγές τού μαγικού σου κορμιού. Θα σε περιμένω στο σταθμό γυναίκα αγαπημένη!  
            --- Κι εγώ σε πεθύμησα αγνό μου πλάσμα. Θαρρώ απόψε ένα  βράδυ θα σου δώσω ονειρικό!

Η εικαστικός

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

       Στη νέα μου γειτονιά το παλιό τριώροφο με τα κόκκινα κεραμίδια και τις ορτανσίες στα μπαλκόνια του με μάγεψε. Τόσο ωραίο και κομψό ήταν  στη θέση του.

       Το φθινόπωρο, τ’ απογεύματα, μετά το διάβασμα περνούσα από το δρόμο του και το θαύμαζα.  Μου άρεσε να βλέπω τον ήλιο  που μετά από ένα βασανιστικό μεσουράνημα πηγαίνοντας να πέσει στο Ιόνιο, έριχνε τις ακτίνες του πάνω του. Και τότε τα τζάμια του αντανακλούσαν  σκιές και  αχτιδωτές γραμμές. Σε όσα παράθυρα ήταν κλειστά  φανταζόμουν πως οι κόκκινες λουρίδες, που έμπαιναν από τις μισάνοιχτες γρίλιες, έπεφταν  στα ακριβά σιδερένια κρεβάτια, στα έπιπλα από ξύλο καρυδιάς και τις βαριές και καλαίσθητες πόρτες με τα μπρούτζινα πόμολα.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Μύκονος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τούτοι που δεν ξέρουν να μοιράσουν δυο γαϊδάρων άχυρα αλλά έχουν το χρήμα κάθε καλοκαίρι μαζεύονται στη Μύκονο. Κατεβαίνουν από τις τζιπάρες τους, φισκάρουν στα ξενυχτάδικα και τουλουμιάζουν αλύπητα το σάπιο σώμα και την αμαρτωλή ψυχή τους πίνοντας τον περίδρομο χημικό αλκοόλ.

Στη μέθη τους κάνουνε ευτράπελα, γίνονται καραγκιόζηδες και γελάει το παρδαλό κατσίκι. Αρσενικοί << διάσημοι >> πετούν τα πουκάμισα και κάνουν στριπτίζ. Ηθοποιοί με υποκριτικές σπουδές στο σεξουαλισμό σαλιαρίζουν με γύναια της SHOWBIZ. Καλλιτέχνες φαιδροί σκνίπα στο μεθύσι καπνίζουν μακριά τσιμπούκια, γελούν και καρυκεύουν το λόγο τους με αισχρολογίες. Αγάδες του ελληνικού δημοσίου ρουφάνε τις μπουκάλες του τζιν σαν νεροφίδες. Σουλτάνοι φοροκλέφτες χαρίζουν τριανταφυλλένια γελάκια στις ροδαλές εταίρες τους. Τεμπέληδες μπουρζουάδες με τα σωθικά τους θερισμένα σπάνε σταμνιά και ρίχνουν πόρτες κάτω, κάνοντας το κέφι τους.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαρξ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Όχου, Μαρξ! Το ‘χες δει το τέρας του καπιταλισμού που ‘χε μπήξει τα δόντια του στο σβέρκο του εργάτη και του ρουφούσε το αίμα! Κι έγραψες << το κεφάλαιο >>. Το ιερό κι όσιο ανάγνωσμα για τη σκλάβα, την υπηρέτρια, τους σύγχρονους Όλιβερ Τουίστ, τους ναυτεργάτες των κυμάτων, τους ανθρακωρύχους του Βελγίου, τους σκαφτιάδες στις φυτείες καλαμποκιού της Καλιφόρνιας.
Σκύψαμε στις σελίδες του, όντες φοιτητές και κόψαμε από το συσσίτιό μας να το αγοράσουμε. Θέλαμε να ξεστραβωθούμε, να διώξουμε την τύφλα από τα μάτια μας και να μάθουμε τι πταίει, που ο εργάτης είναι πάντα νηστικός κι ας τρίβεται όλη μέρα σ’ του δρόμου τη σκόνη και στα γρανάζια της μηχανής.

Σώματος άθλησις

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Μας πνίγει το φασισταριό. Από το δασκαλάκι με τη βέργα ως το γιατρουδάκι που δεν ξέρει να βάλει τον καθετήρα. Από το διορισμένο υπαλληλάκι μέχρι τη φρυδού γραμματέα που γλείφει γλειφιτζούρι και σου δίνει ασφράγιστο το δίπλωμα οδήγησης. Από τον ταξιτζή που πιάνει μπούτι αντί λεβιέ. Από το σκουπιδιάρη που αφήνει τα μπεμπιλίνο στην πόρτα σου και αδειάζει τον ψόφιο γάτο στον παιδότοπο της γειτονιάς.
Φασισταριό που εκκολάπτεται ως όφις στο ωόν. Που πιστεύω του έχει το άρτσι- βούρτσι, τον τρόμο, τη βία και τον αριβισμό. Που κάνει αρκουδόμουτρο το ανθρωπάκι της θεσούλας. Που τον ντύνει με τριχοφυία ποιμενικού μολοσσού και τον διατάζει: γίνε Ταλιμπάν και όποιον πάρει ο χάρος.

Πάνω Πόλη

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Παρελθοντολογώ και πάλι. Όχι όμως συνεχώς. Μια φορά στο τόσο. Θέλεις για γιατρειά, θέλεις για τις φλόγες της Ελένης, όμως παρελθοντολογώ.
Για να ξεθάψω μια ζωούλα, στα κομμάτια της να ψάξω το πικρό μου δάκρυ. Να θυμηθώ το παλληκαράκι, εμέ, που άφησα το σπλάχνο του χόρτου και ήρθα στην Πάνω Πόλη. Έφηβος πια, να συνάξω σοφία στο γυμνάσιο της Αρκαδιάς, να αποστηθίσω το << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά >> και να δω το κεφάλι μιας όχεντρας φτώχειας να δαγκώνει και να συντρίβει χαμάληδες και λούστρους και ν’ αφήνει απείραχτους άρχοντες και αφέντες.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Η ξαποστάρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Έξω από τα Φιλιατρά, νότια πάνω σε μια στροφή θανάτου, είναι φυτρωμένη μια χοντρή ελιά. Μοιάζει με όρθια παχύσαρκη γριά που λιάζει τα λαγόνια της και ρίχνει μούντζες στους περαστικούς. Γύρω της δεν είναι άρπες οι αδελφές της ελιές, που τραγουδούν όταν με τη μάνητά του τις σφίγγει στην αγκαλιά του ο άνεμος, αλλά οι φωνές των εν τόπω χλοερώ σκοτωμένων.

Ο μπαρμπα – Γιάννης

ΔΙΗΓΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
 
Καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε κάτω τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: << Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι… >>

Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.

Η ιστορία της Τάνιας

ΔΙΗΓΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στη στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας, τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.

Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία τής διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή τής επαρχιακής πόλης.

Η θεια μου η Πραξώ


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Όλα της τα χάδια μ’ άρεσαν. Όλες μου τις τρέλες τις ανεχόταν. Κι όταν ήταν να με μαλώσει το ‘κανε με τρυφερά μαλώματα. Μωρό με νανούρισε όπως έλεγε η μάνα μου, σπίθα κρυφή μου ‘ριχνε την αγάπη της στην ψυχή μου.

Πάντα ντυμένη στο γκρίζο και μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι ριγμένο στα μαλλιά.

Όταν πήγα σχολείο χάρηκε. Άρχισε και με ορμήνευε. << Έτσι βάστα το μολύβι κι όχι σαν πρόκα στο μάτι του εχθρού σου. Τα γράμματα κάνε τα ζωγραφιστά. Να μοιάζουνε ανθρώπινα κι όχι κότας. Ορνιθοσκαλίσματα γράφουν οι μπουνταλάδες, εσύ είσαι σοφός, πρέπει να βάζεις γυαλιά στους δασκάλους σου >>.

Κυπαρισσία


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ζω και ροκανίζω το χρόνο μου στη φλογάτη αυτή πολιτεία τής θάλασσας. Ως έφηβος πρωτοείδα το χρυσό διάδημά της και ως διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος στα σχολεία της δίδαξα τους μαθητές μου με τη συνοδεία των ασώματων αγγέλων της. Και τώρα με τη νεότητά μου μαραμένη, τους ευώδεις παραδείσους της πορείας μου σκαμμένους από το φλύαρο καιρό και τη χλεύη τού Προκρούστη χρόνου, σέρνομαι στους δρόμους της σαν μαραμένο φύλλο, καπνός που σαν νέφος θα σκορπιστεί στον ουρανό.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΙΝΑ




ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος





 

 










 ΠΕΙΝΑ

Διορίστηκα σ’ ένα χωριό χωμένο σε λασπότοπο και με τα βουνά γύρω του θαμμένα μέσα στην πέτρα και τα γαϊδουράγκαθα. Η ζωή των κατοίκων τραχιά με τα μαραγκιασμένα μάγουλά τους όλη μέρα πάνω από τις αναβόλες να σκαλίζουν τη γη, τη λίγη χαρά τους ξοδεμένη στον καφενέ και την απολαβή τους σε λίγες κουταλιές τραχανά που κυλούσαν κάτω σαν κακός αέρας.

Το σχολείο ερείπιο με τις σκισματιές τού ασβέστη στους τοίχους αμπάλωτες, το << υπνοδωμάτιο >> χρόνους ν’ ασπριστεί, τις πόρτες και τα παράθυρα να έχουν να καινουργωθούν από τότε που το οίκημα χτίστηκε συθέμελα. Η κουζινίτσα αυτοσχέδια στο περβάζι του γραφείου με οικιακά σκεύη ξεγάνωτα, φλιτζάνια ραγισμένα, μπρίκια ξεχαρβαλωμένα και κουταλοπίρουνα στοιχισμένα σε τραπέζι κουτσό.

Το φαί σπαρτιάτικο. Πέντε μέρες ξηροφαγία, το Σάββατο ρέγγο καψαλισμένο, την Κυριακή ψάρι κονσέρβα. Στις εθνικές και τις χριστιανικές γιορτές ένας παθημένος της ανέχειας, μου ‘φερνε χόρτο βραστό. Μου στόλιζε τη στράτα μου με λόγια αστραφτερά να μου δώσει κουράγιο και μ’ άφηνε τραβώντας για την κορυφή του βουνού, κοιτώντας με σαν φυγόδικο.

Χωρίς συντροφιά, γυρνούσα σαν μαντρόσκυλο τους δρόμους, ζούσα στην απελέκητη χωριάτικη ζωή, ορφανεμένος από πολιτισμό, φαμελίτης της παρέας που ξεψάχνιζε χαρτιά της τράπουλας και έπινε του σκασμού ποτήρια φίσκα από ούζο. Έβλεπα γουρούνια, γάτους, τράγους, άκουγα γελάδες που μουγκάνιζαν, ερίφια που βέλαζαν, ερωτύλους κριούς να εναποθέτουν το σπόρο τους σε τετράπαχες προβατίνες.

Πνιγόμουν στους θλιβερούς καπνούς της μοναξιάς, ματωνόμουν στο στενό καμαρίνι της αίθουσας. κομμάτιαζα το κέφι μου έτσι
πιασμένος που ήμουν στο δόκανο τη ζωής, γινόμουν σκιάχτρο όταν στούπωνα στο μυαλό μου τις χαρές της ζωής που έχανα.

Μόνη όαση φωτός τα πουλιά της φράχτης και ο μπακάλης που βρώμαγε σαρδέλα και τυρί. Δυο ξενύχτηδες με καλές φωνές μου πρόσφεραν μουσική. Κι ένας ζητιάνος με το ραβδί του να χτυπάει τις πόρτες, έργο θεατρικό.

Όμως δεν το κούνησα ρούπι από το χτικιασμένο τούτο τόπο. Κι απ’ αυτό αλλά κι από άλλους πολλούς για να ‘ρθει το πλήρωμα του χρόνου να με στέψει παλιόγερο για πέταμα. Έτσι << λόγω γήρατος >> πήρα ψίχουλα σύνταξη, πόρο ζωής για τον επιούσιο και για τα έξοδα της καθόδου μου στον Άδη.

Και τώρα με 1050 ευρώ ζω στενή ζωή και αναπνέω κακό αέρα. Τα 900 πάνε σε χρέη και χαράτσια, τα υπόλοιπα μένουν για το ρεβίθι. Γιατί έτσι το ‘φερε η οργή. Να γίνω δασκαλάκι κι όχι κλέφτης. Να γίνω αμνός κι όχι λύκος. Νομοταγής κι όχι ληστής. Να πίνω το καφεδάκι μου μισό και να τραγουδώ ντιριντάχ ντιριντάχ στη χουγιαγμένη μου ζωή, δείχνοντάς της τα εξώδικα σωρό.

Ως πότε Έλληνες; Ως πότε θα βαστάξει το γλέντι τους; Μας κούτιανε η φτώχεια και δεν ξεσηκωνόμαστε; Ας αφήσουμε τον καναπέ και ας θυμηθούμε το Ρήγα!