Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Συννεφιασμένες ψυχές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Από την αυλή μου, βλέπω έναν παμχάφτικο καπιταλισμό, έναν αιματορουφήχτη κερδεαλόφρων τοκογλύφο που εξοντώνει μαύρους εργάτες, λευκούς και μελαψούς, χωμένους στο δηλητηριασμένο κηπευτικό. Παιδιόθεν θαυμαστής της καλλιέργειας της γης, τη δούλευα για να αγοράσω το βιβλίο, με  το γράμμα να ξεστραβωθώ και να βλέπω που θα βάζω την υπογραφή μου.  Όμως η δουλειά δεν ήταν έτσι. Τούτοι οι νηστικοί  ξερνάνε και το γάλα της μάνας τους ακόμη να βάλουνε στην τσέπη τους το σέντσι, τα εμέσματα καταπίνουν του αφεντικού να στρώσουν το βράδυ στο τραπέζι, φτερούγες όρνιθας και ξερό ψωμί.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τα κούμαρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Φθινόπωρο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
          Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθή που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.
          Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό Φθινοπωράκι, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρωμίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο  σκόρπισε το χτικιάρικο γονίδιο του Έλληνα στην πόρτα σου.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Γουρουνία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Στην εποχή μας, στην κεντρική Ευρώπη υπάρχει μια παράξενη χώρα, άγονη και αχαρτογράφητη. Στα βουνά της και τους βραχώδεις λόφους της, οι άνθρωποι έχουν τη μορφή γουρουνιού, εξ’ ου και τ’ όνομα της χώρας, Γουρουνία. Είναι άγριοι, τρώνε ρίζες, μιλούν μια βλάσφημη γλώσσα, έχουν ντύμα από αρκουδοτόμαρα και ζουν σε κουμάσια ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα χοιρίδια. 
              Ανυπότακτοι, σκληροί και άκουροι, έχουν εκπαιδευτές χιταριό, με το σάλιο του μίσους τούς μαθαίνουν να φτύνουν σοφότερα δίποδα απ’ αυτούς. Κάνουν πορείες εκστρατείας σε γειτονικούς λαούς, σκοτώνουν και πίνουν αίμα, με έπαρση μισθοφόρων βιάζουν έφηβες παρθένες, σε κάθε ληστρική πορεία τους τραγουδούν κι ένα πολεμόχαρο τραγούδι.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Δακρυσμένο φεγγάρι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
                  Με το  πρώτο χαμόγελο της Αφροδίτης  στρωθήκαμε στην αυλή. Ο λύκος της αγέλαστης μέρας μας κρύφτηκε, η νύχτα ανεδύθη, η πανσέληνος θάρρεψε, μια υγρονέφελη μαρμαρυγή φώτιζε την άνθινη γη.
                 Η χαζοκούτα έπαιζε. Άγριοι πυροβολούσαν σε σελήνια βουνά, πνιγμένοι στο λουτρό, μαυροντυμένοι τζιχαντιστές, παπαγάλοι που σκόρπιζαν πούπουλα στο νου μας για δήθεν γνώση.
                 Έπεφτε η νύχτα, οι αφτιασίδωτοι της λασπογειτονιάς αύξαιναν τη συντροφιά, οι ευνουχισμένοι και οι ευπειθείς στα μνημόνια των φαγάνων, μ’ ένα γρόθο θα αποτίναζαμε τις τέφρες του οικονομικού Άουσβιτς με την κουβέντα.
                 Εκεί και η γριά Στάσα. Αρωματισμένη με το χώμα της γης της, παρφουμαρισμένη με γύρη γιασεμιού, τσούλωσε τ’ αυτί της στη χαζοκούτα και είπε: << Τους Μπαρουφάκηδες, ακούτε;  Κλείστε την! Έχω ιστορία να σας πω, παλιά, πολύ παλιά, από τότε που τρώγαμε ψωμί  και αλάτι! Στήστε αυτί! >>