Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Βρυξέλλες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
 Μ’ αυτούς τους λύκους στις Βρυξέλλες η πατρίδα. Μ’ αυτούς και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ποιος ξέρει σε ποιον ανήκει. 
              Κοσμοπολιτεία για  σύγχρονους Νέρωνες, κυνηγούς της σάρκας και του χρήματος. Με χρυσοχοϊα, κέντρα διασκέδασης, οίκους ανοχής, τράπεζες με θυρίδες έκνομες πόρνες λυσσασμένες για όργια ερωτικά. Έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πιράνχας οργάνων της. 
              Γολγοθάς για τους γκιαούρηδες που γονατιστοί νιαουρίζουν σαν πεινασμένοι γάτοι, το άδειο στομάχι τους να χορτάσουν. Το τριμμένο κοντοπόλκι τους ν’ αλλάξουν, το ρουφηγμένο απ’ την αρρώστια κορμί τους μ’ ένα γενόσημο χάπι, σπίθα ζωής να του δώσουν.  
              Πρωτεύουσα ερίτιμος του Βελγίου, κρατιδίου μια μπουκιά, φτιαχτού, μια offshore για την Ευρώπη. Που έκανε αποικία του το Κονγκό με εβδομήντα εκατομμύρια κατοίκους και πλούτισε ανεμπόδιστα. Ο βασιλιάς  του Λεοπόλδος Β΄  έκανε το Κονγκό τσιφλίκι του, προσωπική του περιουσία και το κράτησε με τη θηλιά στο λαιμό είκοσι τρία χρόνια. Φονιάς σαν τον Χίτλερ σκότωσε οκτώ εκατομμύρια Κονγκολέζους, φυλάκισε χιλιάδες, τους αντιφρονούντες τους κρέμαγε, στέλνοντας τους μπράβους του να τους σπάζουν τις κνήμες  με σιδερόβεργες.  Έστηνε πυραμίδες από νεκροκεφαλές στους δρόμους, τρομοκρατούσε τους ιθαγενείς, κάθε νηστικό που δεν ήταν του γούστου του τον πέταγε στις αφαλαρίδες και τα αρκουδόβατα. 

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Ποτηράκια και παρέα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ο φίλος εράσμιος και σοφός, με λόγο που άγγιζε τις ουράνιες αψίδες, με την αφήγηση γάργαρη σαν το νερό στον ρύακα, στο πρώτο ποτήρι έπιασε την κουβέντα. Τον άκουγα ευσεβώς να γυμνώνει μιας παλιάς εποχής τα κρυμμένα, ιστορίες με δαφνόφυλλα και θυμάρι του βουνού ντυμένες να φανερώνει.
              Η γλώσσα του ροδάνι, στο ένα ποτήρι μετά το άλλο, το κάλλος της κουβέντας μας να αναμορφώνει. Έλεγε, έλεγε και συγχορεύανε μέσα μας τα παρελθόντα με τα παρόντα, οι μακρινοί πόθοι ΄έρχονταν εγγύς, αδελφωμένες οι νίκες μας με δόξες παλιές μας στόλιζαν.  <<… Και κείνος ο γάτος τι άμωμος, θυμάσαι, πως έξυσε τα πόδια της καθηγήτριας των οικοκυρικών και βγήκε από την αίθουσα φαιδρώς πανηγυρίζων, την τρίχα ανορθωμένη, τα νιάου του και το δαιμόνιο βλέμμα του! Είμαστε νέοι τότε που το κάναμε, αμάραντοι, Μπακούνηδες, της επανάστασης γιοι. Μαθητές Λυκείου με μοχλούς τη νιότη, το θράσος και τη μαγκιά. Ας το κάνουν και σήμερα οι νεολαίοι έτσι μαδημένοι σαν γυμνολαίμηκα κοκόρια! >>

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Γολγοθάς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Την πολυάμαρτη ψυχή μου είπα να αποκαθάρω όχι στο ναό του παντοκράτορα αλλά σε μέρη που οι συνάνθρωποί μας φορούν σχισμένο χιτώνα, το άχραντό τους σώμα λιώνει από την αρρώστια, τρώνε το τρίμμα που τους δίνει ο γείτονας και πίνουν το αίμα τους σταγόνα - σταγόνα για να ζήσουν. 
            Ό ένας κατάκοιτος, βουλόμενος και σκεπτόμενος αλλά ανήμπορος. Η αρρώστια του ανίατη, βρέχεται και λερώνεται πάνω του, το χάρο παρακαλεί να τον πάρει στον κήπο των ασφοδελών και κλαίει. Μέσα στο γερασμένο σώμα  η ψυχή του άθλια και θλιβερή, πίσω της η φριχτή γραμμούλα της μικραίνει, μπροστά της ο Γολγοθάς ορθώνεται ώσπου να σβήσει το κερί. 
              Στο σπίτι δίπλα από την πόρτα μου, χρόνους πολλούς ένας κρυμμένος δαίμονας κρατάει μια αιωνόβια στη ζωή, ριγμένη στο σκοτάδι. Έχει γίνει χούφταλο, με τα μάτια κόκκινα, το κεφάλι  βαρύ, την γκρίνια σαν τους εκατόγχειρες να την πνίγει, το σώμα της ένα φουσκωτό έτοιμο να σκάσει για να λυτρωθεί. Όλη μέρα ψάλλει την επωδό: << ω! κακό που με βρήκε μεγάλο! >> κι ο θρήνος χαρακιές της κόβει τα στήθια.