Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

 

                 Μιχάλης Κατσαρός.  Πρίγκιπας της Κυπαρισσίας και  ποιητής του << αντισταθείτε >>


 

                                                   Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

       

 

               Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιώνιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες, τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του, μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.

               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο, Εαμίτη κόκκινο.  Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς.  << Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος ανάμεσα στους οπλισμένους  Δωριείς ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους … >> έγραφε, όμως  δεν το ‘κανε αλλά παρέμεινε με τα κουρέλια του όπως τον γέννησε η Γαλλική επανάσταση, ο αγώνας των νέγρων, ο γονατισμένος λαός.    

              Κι ο ίδιος ήταν γονατισμένος. Όχι για να προσκυνάει αλλά για να σηκώνεται από την αδυσώπητη πενία του. Πενία όμως  επιβλητική, άγια, ζωογόνα. Το τριμμένο του ρούχο, το στραβοπατημένο παπούτσι, γίνονταν πορφυρός μανδύας, αυτοκρατορικό σανδάλι. Ο λόγος του ανθηρός, δηκτικός, πικρός, στομφώδης, αινιγματικός μα ποτέ κούφιος, άδειος, στείρος. Λόγος δουλεμένος στα σχολεία της επικράτειάς του, λόγος που είχε τις ρίζες του στο στενόχωρο ισόγειο στον Κηφισό που ζούσε. Τον  δούλευε στην αυλή του, συντροφιά με τον Αρμάνδο, ένα σκαντζόχοιρο, ένα ζωάκι πριγκιπάκο κοντά σ’ ένα πρίγκιπα ποιητή της Ανδαλουσίας και της Κυπαρισσίας.

             Σκοτεινός συνωμότης απέφευγε τα σαλόνια, σύχναζε σε μελαγχολικούς χώρους, περπατούσε σε μοναχικούς δρόμους, τα βλέμματά του έριχνε  στους σακάτες και στις πόρνες με τα νάυλον αδιάβροχα. Σε τραπεζάκια σάπια από το χρόνο ανασκάλευε τις μνήμες, σε κίτρινες επιγραφές γύρευε ν’ ανακαλύψει τις ανοιχτές πληγές στης κοινωνίας το μέτωπο.

             Κι έμεινε ερημίτης. Ερημίτης της ιδέας που δεν γερνά. Από το Οροπέδιο της σκήτης του, διαλαλεί: <<  όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Γι’ αυτό κι εσύ, αστέ Έλληνα ποιητή Λειβαδίτη θα φωνάξεις κάποια μέρα μαζί μου: Κάτω  οι τυραννίες της γης! >> Κι έμεινε κοσμικός. Στα μέρη όμως και στα στέκια που γη  της επαγγελίας χρυσαφίζεται από τη σκόνη. Μαζί με τους εργάτες ν’ αδειάζει την κανάτα με το κόκκινο κρασί, μαζί τους να μοιράζεται τη διανομή της σκέψη τους.  << Οίνος κάτοπτρον νου >> όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας.   << Νος ει νους εν έννοια νια εν νόσω >> συμπλήρωνε και ο πρίγκιπας. << Άντε εβίβα! >> έψελνε η ομήγυρη και άναβε το κέφι.

           Έζησε στην εποχή με τους χαφιέδες, τους ασφαλίτες, τους προδότες να μυρίζουν το αίμα που έτρεχε από τις πληγές ενός αιμάσσοντα λαού. Κι αυτός όταν δε βασανιζόταν, περπατούσε, στην Ασφάλεια, στο ΕΑΤ- ΕΣΑ, έξω από τη βιασμένη πόρτα του Πολυτεχνείου,  στα  ερείπια μαζί με την ανάπηρη ελευθερία, στους  χώρους που σκοτώναν τα ατίθασα άλογα. Εκεί που οι άνεμοι της εξουσίας στραγγαλίζουν τους κληρονόμους που διαβάζουν τις  κίτρινες σελίδες του και τα προδομένα θούριά του, όπως το παρακάτω: 

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος/

δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω/. 

Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου/

ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες/.

Θα περιμένω  τη νύχτα σας αδιάφορος/

χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες/.

Πίσω απ’ το χάρτινο κήπο σας/

πίσω απ’ το χάρτινο πρόσωπό σας/

εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη/

ο άνεμος δικός μου/

μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες/

μάταιοι λόγοι/.

Μην αμελήσετε/.

Πάρτε μαζί σας νερό/.

Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία/.  [ Από το βιβλίο του Μιχάλη Κατσαρού << Κατά Σαδδουκαίων >>.

       Ο ποιητής γεννήθηκε στην Κυπαρισσία το Ι919. Το 1934 ήρθε στην Αθήνα για να μπει πρότακτος σε ηλικία 17 ετών στην Ελληνική Αεροπορία. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πήρε μέρος σε πολλές μάχες μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης. Υπέστη άγρια βασανιστήρια από τη Γερμανική Γκεστάπο και στις φυλακές Χατζηκώστα. Παρών και στα Δεκεμβριανά όπου γνωρίστηκε με το Μίκη Θεοδωράκη για να αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλία με ισχυρούς δεσμούς. Το 1945 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ε και η  εφημερίδα Ριζοσπάστης δημοσίευσε προς τιμή του το ποίημα  του << Σήμερα έγινα σύντροφος >>. Έγραψε πολλές συλλογές και πεζά, η δε έκδοσή του << Κατά Σαδδουκαίων >>  προκάλεσε έντονες συζητήσεις στους κόλπους της Αριστεράς. Πολλοί στίχοι του απαγγέλλονται ενώ συχνά τους βλέπουμε γραμμένους και στους τοίχους, όπως αυτοί: << Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία >>, <<  Ελευθερία πάλι ανάπηρη σου τάζουν >>,  << Κάτω το βάθος/ τόσα πέλματα βαριά. Ακούω νάρχεται καινούριο βήμα >>, << Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε/ όπως αυτός ο δραπέτης/ ή θα σηκώσουμε άλλο πύργο ατίθασο, απέναντί τους >>.

            Το 1950 το κράτος είχε πλήρη γύμνια, ανύπαρκτο πολιτικό σύστημα, ελευθερία έκφρασης φιμωμένη, η δημοσιογραφία σφιγμένη στο λαιμό με τη θηλιά του νόμου 509 που μια << ύποπτη >> λέξη αρκούσε να σε στείλει με συνοπτικές διαδικασίες να περάσει τα κάγκελα της φυλακής.  Τότε δημοσιεύτηκε και << Η διαθήκη μου >> του ποιητή στο Δημοκρατικό Τύπο, έντυπο του Κ.Κ.Ε. Δημοσιεύτηκε όμως κουτσουρεμένη κι αυτό  για να προστατευθεί η εφημερίδα όπως έλεγε στην απάντησή της στο επόμενο φύλλο. Έτσι φράσεις όπως, αντισταθείτε στην κρατική εκπαίδευση, στα εργοστάσια πολεμικών υλών, στον πρόεδρο του Εφετείου, παραλήφθηκαν. Ο ποιητής θύμωσε και απάντησε στην ίδια εφημερίδα με το << Υστερόγραφο >>.  Έλεγε: << Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί – καθώς διαβάστηκε- ήταν ένα ζεστό άλογο/ ακέραιο – πριν διαβαστεί-/ όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν/ αλλά οι σφετεριστές καταπάτησαν τις εντολές της//. Η διαθήκη μου για σένα – και για σε- χρόνια καταχωνιασμένη σε χρονοντούλαπα/ από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους//. Άλλαξαν φράσεις σημαντικές/ - είχαν την εξουσία-/ με τρόπο εξαφανίσανε την αντίσταση/ σ’ ότι τους αφορούσε//. Σας έκλεψαν τα μέρη με τους ποταμούς/ τη νέα βουή στα δάση/ τον άνεμο τον σκότωσαν/ - τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα -/ ποιος είναι αυτός που πνίγει//. Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός/ με τόσες παρατήσεις/ από φωνή, από τροφή, από άλογο, από σπίτι/ στέκεσαι απαίσια βουβός σαν πεθαμένος//. Δεν θα μιλάς λοιπόν ποτέ;/ Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν//.

       Η εφημερίδα με δελφικό χρησμό δικαιολογήθηκε με εκτενέστερο κείμενο που μέσες άκρες ήθελε να πει: << Με το νόμο 509 δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Η αγία λογοκρισία ενεργούσα σωστά, κατακρήμνισε τον ποιητή στον Καιάδα για να σωθεί η ίδια! >>

      Ιδιόρρυθμη η ποίησή του, μπερδεύει τους φιλολόγους με τη γραφή του αλλά  και τους αναγνώστες. Φράσεις όπως, << ο εκσυγχρονιστής >>, είναι << άνωθεν χρώματος >>, και βλέπει γράμματα << χρωματιστά >> ή τα ελληνικά του Σημίτη προσδιορίζονται με τη φράση << φορλόεν μάι ντόιτς >> που μοιάζει με γερμανικά, αλλά δε σημαίνει τίποτα, απαντούν σε ποιήματά  η πεζά του. Στη συνέντευξη στο Νικό Ζερβονικολάκη και στην ερώτησή του, << Γύρω μας υπάρχει λυρισμός σήμερα; >> είπε: << Λυρισμός είναι κατά κάποιο τρόπο μια οδήγηση. Την ονόμασαν λυρική ποίηση επειδή ήταν φωτεινή και έκανε ήχους. Το << λυ >> στο λυρισμό προέρχεται από το λυχνάρι που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για να πούνε φως. Στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αυτή η έκφραση του λυρισμού είχε μετατραπεί στο… Λιλί Μαρλέν! >> Για τον πολιτισμό είχε πει: << Εμήνυσα στον πρώην υπουργό πολιτισμού, μέσω της << Εξόρμησης >> τότε, του έστειλα ένα σημείωμα και είπα ότι σήμερα ο πολιτισμός δεν υπάρχει, γιατί υπάρχει ποτοαπαγόρευση >>.

     Κλείνουνε με τα εμβληματικό του ποίημα << Όταν… >> και ένα απόσπασμα από τη << Διαθήκη μου >>.

     Όταν ακούω να μιλούν για τον καιρό/ όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο/ όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση να πλημμυρίζει τα σαλόνια/ όταν ακούω να υποψιάζομαι τις ιδέες μου να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα/ όταν ακούω σε να μιλάς/ εγώ πάντα σωπαίνω //.

    Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου/ ήχους παράξενους/ ψιθύρους μακρινούς/ όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια/ λόγους ατελείωτους, ύμνους και κρότους/ όταν ακούω να μιλάνε για την ελευθερία/ για νόμους, ευαγγέλια και μια ζωή σε τάξη/ όταν ακούω να γελούν/ εγώ πάντα σωπαίνω//.

    Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη/ κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες/  κι όλοι θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή/ θ’ ανοίξω το στόμα μου/ θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες/ θα φύγουν τα οπλοστάσια στις βρώμικες αυλές/ οι νέοι έξαλλοι  θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους/ ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία//. Πάλι σας δίνω όραμα.

   {…} Αντισταθείτε πάλι σ΄ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι/ στον πρόεδρο του Εφετείου/ αντισταθείτε στις μουσικές, τα τύμπανα και τις παράτες/ σ΄ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε/ πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι/ σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή/ δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα/ στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις/ από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους […}

     ellinikoxronografima.blogspot.gr                  panant1947@gmail.com

 

         

 

        

        

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

 

           Χρονογράφημα

                                       Οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία


                                                      Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Σε  πίσω καιρούς, τη νεότητά μου μισώντας οι << ευσχήμονες >> αϊτοί  του υπουργείου παιδείας σε  χωριό με διόρισαν, που άρδευε τον πολιτισμό από νυχάτους γύπες και σαρκοφάγους λύκους. Εκεί με εναπόθεσαν ψυχή τε και σώματι τη ζώσα γνώση να εμφυσήσω σε μαθητές που λιποθυμούσαν από την ασιτία και το φύλλο χλόης στην αποξηραμένη ζωή τους να κρατήσω χλωρό.  Το εκπαιδευτήριο αμπάλωτο ερείπιο, οι πόρτες του σάπιες και τα παράθυρα σαράβαλα. Ζεσταινόμουν διπλωμένος με μια λιωμένη χλαίνη του στρατού, σιτιζόμουν με καχεκτικό χόρτο αρωματισμένο με σκατζίκι, γιάτρευα το γαστρεντερικό μου σύστημα τρώγοντας σπόρους ψύλλιου. Σύντροφοί μου  χοίροι λιπαροί, άγριοι μαλλιαρόγατοι, γενάτοι τράγοι, λερωμένες αγελάδες, αμνοερίφια,  όρνιθες να κακαρίζουν από πρωίας μέχρι νυκτός.  

            Μέχρι το μεσημέρι χωμένος στην κιμωλία, το απόγευμα μαύρος κι άραχλος  στη μοναχικότητά μου, το εσπέρας στου καφενείου το μέσα μέρος έπαιζα << ξερή >> με τρεις μοιραίους και μεθούσαμε με ούζο και κρασί.Το βράδυ αποχαυνωνόμουν βλέποντας αδυσώπητα και φθοροποιά σήριαλ στην Τιβί.  Θεράπων της πνευματικής γύμνιας μου κατά τη διάρκεια της θέασης ήταν κι ένας πάναγνος κυνηγημένος χωρικός, που γνώρισε την ασπλαχνία του κράτους στη Γυάρο,  λέγοντας αστείους λόγους, ανέκδοτα και  ύβρεις κατά του  πολιτικού ποιμνιοστασίου. << Τι βλέπεις, δάσκαλε; >> με ρωτούσε << τους κόπρους του Αυγεία; >> και βουβός παραδινόταν κι αυτός  στη θέαση, στο αλκοόλ και στη μέθη.

          Τρεις χρόνους δεχόμουν τα δωρήματα από τους δαίμονες των σήριαλ. Το πρωί τα μολύσματά τους μας έβρισκαν όλους  νυσταγμένους, την παραγωγή στάσιμη, τη μάθηση των μαθητών κακή. Οι πολιτικοί που έρχονταν χαίρονταν για το ξεθεμέλιωμα, γλέντια έστηναν να συνεχιστεί.  Έπιαναν κουβέντα για τα κοπρισμένα σήριαλ, τις εκλογές, και τον καθαρό αέρα του βουνού, άχνα όμως για τα ψίχουλα των παροχών, για το γκρεμισμένο σχολείο και το ναρκωμένο νοσοκομείο της πόλης, τσιμουδιά  για τις γράνες που ‘πεφταν οι γάιδαροι μέσα και το πεσμένο γεφύρι που καβαλούσαν τα νερά.  

            Τόσα χρόνια μετά ο ίδιος πολιτικός βούρκος,  οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία στα κανάλια, το θέαμά τους αναμασημένο πλιγούρι, οι ειδήσεις τους ξινώδεις εμετοί.  Κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνο λόγο, απ’ το κοτέτσι της Βουλής πολιτικοί πετεινοί διαλαλούν τα κικιρίκου τους, πουδραρισμένες πολιτικίνες όρνιθες σγαρλίζουν τις κουτσουλιές τους, φαρισαίοι υπουργοί σε τελάρα τις οπώρες μας δείχνουν που παράγει η άνυδρη Ελλάς.  Αρλεκίνοι εδώ, στέρφοι καλαμαράδες εκεί, ανόητοι  νομοθέτες  πιο πέρα και βυζάχτρες εφορίες σε κάθε διάβασή μας  περιμένουν να μας στραγγαλίσουν.

           Κόπροι! Κόπροι! Κόπροι! Και  μέσα τους κουβάρια οι οχιές που σέρνονται και σφυρίζουν!  

      ellinikoxronografima.blogspot.gr  panant1947@gmail.com

 

         


Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

   Χρονογράφημα

                            Ο   σπουργίτης

           Κουτσός μου ήρθε στην αυλή, αδύνατος και πεινασμένος. Τσιμπολογούσε από δω κι από κει,  το κεφάλι σήκωνε σαν πρίγκιπας, με κοιτούσε, βηματάκια έκανε εκούσια κι ακούσια  με μπρίο δε μου τραγουδούσε. Πετώντας που και που τις σκιές  έδειχνε στα όμορφα φτερά του, το χρώμα τους  το γκρι και το καφέ, τη σπαθωτή ουρά του.

  Γίναμε φίλοι. Χαρούμενος που του γιάτρεψα το πόδι, τη φιλοξενία μου απολάμβανε, πιστός στο ραντεβού μας πρώτος και καλύτερος παρόντας δήλωνε. Κι ένα πρωινό που ο ήλιος χρύσωνε τον Κυπαρισσιακό Κόλπο και η πόλη έλαμπε από το φως του, μου μίλησε στη γλώσσα του και με γλυκό κελαηδισμό μου είπε: << Είμαι σπιτοσπουργίτης, είδος στρουθιόμορφου πουλιού της οικογένειας Πασσερίδες. Ζω παντού στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο και στην Ασία. Ακόμη είμαι διαδεδομένο ως άγριο πουλί και σε πολλά μέρη του κόσμου. Τόπος μου οι κατοικημένες περιοχές, με τα σπίτια, τις γεμάτες λουλούδια αυλές και την αγάπη των ανθρώπων. Τα παιδιά με αγαπούν, με ταϊζουν, μου βάζουν ποτίστρες να ξεδιψάω, τα μικρά μου φροντίζουν και τα προστατεύουν από τα σαρκοφάγα ζώα. Κι εγώ για να τους ευχαριστήσω τους τραγουδώ,<< τσιριτρί και τσιριτρό, τσιριτρό και τσιριτρί >>.

    Σε κάποιους επειδή είμαι μικρός δεν τους αρέσω. Άλλους το γκρι και το καφέ χρώμα μου τους απωθεί και λίγοι ευτυχώς με διώχνουν απ’ τη στέγη τους που φτιάχνω τη φωλιά μου. Πάω κι εγώ σε άλλη γειτονιά, γίνομαι μετανάστης, ριζώνω εκεί αρχίζω να τους αγαπώ και να τους λέω πως είμαι ο σπιτοσπουργίτης τους ο πολυαγαπημένος.

       Όταν δεν τσιμπολογάει κι εγώ δεν γράφω, λέμε πολλά και διάφορα στη γλώσσα του ο καθένας. Μ’ ακούει, χαίρεται κι απλώνει τις φτερούγες. Χθες ένα ποίημα του απάγγειλα! Αχ, πως  με κοιτούσε. Το καταγράφω : << Φτερούγες σκόρπιζες, Θε μου, απλόχερα στων τυχερών το σπίτι/ κι άφηνες μόνο ψίχουλα να ψάχνω σαν σπουργίτι…/  Κι όσο φτερούγες άπλωνα  κι όσο ψηλά κοιτούσα/ ήταν ο φόρτος πιο βαρύς/ απ’ ότι προσδοκούσα…/ Στο πήγαιν’  έλα της ζωής, συνάντησα στη ρούγα/ κουτσό σπουργίτι να πετά/ με τη μισή φτερούγα…/ Τόπιασα και το σήκωσα με περισσή φροντίδα/ τα μάτια πάνω σήκωσα/ με νιόβγαλτη ελπίδα/ κι είπα: Θεέ μου, αφού αϊτός δεν πρόκειται να γίνω/ είθε με τις φτερούγες μου απείραχτες να μείνω! /

       ellinikoxronografima.blogspot.gr