Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Το στοιχειωμένο σπίτι



  Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος

Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό τού φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους. Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.
Ακόμη ο φίλος αυτός είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση τού φανέρωνε αβίαστα πολλές εξωφρενικές στιγμές συμβάντων ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

Το θαλάσσιο κήτος

Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος             

 Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.
              Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε περίεργο επισκέπτη που το πλησίαζε.
              Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Οι τερατογεννήσεις του δόκτορα Γουόλς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τρεις μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ οι φήμες οργίαζαν και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Μιλούσαν για τέρατα και σημεία που γίνονταν στο σπίτι του δόκτορα Γουόλς, εξόριστου τώρα και υπεύθυνου όσο λειτουργούσε το πυρηνικό εργοστάσιο, στο τμήμα μετάλλαξης των ζωντανών οργανισμών εξαιτίας της προσβολής τους από τη ραδιενέργεια. Λίγες μέρες μετά το ατύχημα ένας τηλεοπτικός σταθμός ανέφερε πως ο δόκτορας μην μπορώντας να αντέξει τόσους θανάτους, αυτοκτόνησε, δείχνοντας κιόλας στο ρεπορτάζ το δόκτορα νεκρό και αιμόφυρτο στο κρεβάτι του με κομμένη την καρωτίδα. Μια εφημερίδα πάλι έγραψε πως προσβλήθηκε από ραδιενέργεια και πέθανε από λευχαιμία μέσα σε μια βδομάδα ύστερα από φριχτούς πόνους και ακατάσχετη αιμορραγία στο ήπαρ και στους πνεύμονες.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές.
<< Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Ηλιοβασίλεμα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος



             Οι δαρμένοι μας καιροί  θέλουν κρεμαστούς κήπους να μας ηρεμήσουν. Θέλουν της Σεμιράμιδος τα περβόλια να συντρίψουν την ερημία μας.  Τον περιβολάρη ήλιο να διώχνει τους βοριάδες της Μέρκελ. Μια μεθυστική αντιφεγγιά να αναβρύζει τις νύχτες από το ολόγιομο φεγγάρι. Θέλουν  στα πράσινα νερά να βαπτίζονται οι αμαρτίες μας και στην αγκάλη των θαλάσσιων νεράιδων η σταλαγμένη σαν αίμα πίκρα μας να γιατρεύεται από το σιγανό τραγούδι τους.  Θέλουν κι από ένα ηλιοβασίλεμα. Από εκείνα  που οι νύμφες των δασών μας καλούν να στήσουμε το θρόνο μας στο θρόισμα των λογιών- λογιών φυλλωσιών και να το δούμε πάνω από το γυμνό σώμα της θάλασσας.

Τερψούλα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Χριστουγεννιάτικο διήγημα

   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια.

Ο πρίγκιπας









 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τούτες τις μέρες της στέγνιας,  αγέρας η μνήμη, ανοίγει παράθυρο στο Μιχάλη Κατσαρό. Τον πρίγκιπα μάγο του στίχου. Έρχεται σαν το νιο πραματευτή να μας δείξει καινούριες πραμάτειες, δρόμους κρυφούς να φύγουμε, έρημες σπηλιές να κρυφτούμε, να γλιτώσουμε από τους δυνάστες μας, τους φονιάδες της ζωής μας. Να μας πει << αντισταθείτε >>  και τσακίστε αυτούς που καταπάτησαν τη θέλησή μας. Ευκαιρία με την επιστροφή του να κρεμάσουμε στις πόρτες μας, στα δημαρχεία, στα μαγαζιά, στα σχολεία, στις λαϊκές αγορές, στα λιμάνια, στις φάμπρικες, επιγραφές της διαθήκης του.
     Να ξυπνήσει η ράθυμη πόρνη ψυχή μας και να  γίνει δυναμίτης να κάψει τους προκρούστηδες που φτιάχνουν κρεβάτια να κόψουν τα μέλη μας.  Να μάθει ο λαουτζίκος τι εστί: περσικοί τάπητες, εταιρείες εισαγωγών, λειψή κρατική εκπαίδευση, φόροι, γραβατάκηδες της εξουσίας, λιβανισμένες κυρίες, πρόεδροι εφετείων και συνεδρίων, φλύαροι ρήτορες, λεροί λάγνοι κρατικοί τεμπέληδες,  θρεμμένοι με μίζες από πολεμικά υλικά υπουργοί, εκλεγμένοι κοπρίτες με βλέμμα ύαινας στα γεύματα που ψήνει το εθνικό ταψί.
     Και στην είσοδο της κάθε πόλης ας μπει ένα αστραφτερό πανό με στίχους του. Τώρα που είναι νωρίς πριν οι φουκαράδες πατώσουν. Πριν οι πεινασμένοι ταξιδέψουν εν τόπω χλοερώ. Πριν οι άρρωστοι χάσουν όλο το αίμα τους. Πριν οι μίζεροι φορέσουν ζουρλομαντία, Πριν οι εν διαθεσιμότητα κολλημένοι πηδήσουν στον Καιάδα.
     Αντίσταση λέει ο ποιητής. Να γλιτώσουμε το καλύβι μας, το χιονιά που μας περιμένει, το άπλωμα της χούφτας μας που θέλει να ζητιανεύει, το άδειο πιάτο που μας περιμένει. Τώρα πριν ο καλικάντζαρος  ευρωκλέφτης μας ξεζουμίσει.
      Και στις πορείες μας να υψώσουμε τη φλόγα του ανασασμού του στίχου του πρίγκιπα.  Κι αντί για το σύνθημα << το ζωνάρι θα το σφίξουμε στο λαιμό σας καθάρματα >> να γράψουμε: Θάνατος στο γένος των Λαβδακιδών! >>
      Και μην περιμένουμε τα συνδικάτα ν’ αντισταθούνε. Εσύ κλητήρα, τσαγκάρη, γκαρσόνι, εστιάτορα, βιβλιοδέτη της Ιπποκράτους, εστιάτορα, πλύντρια, πόρνη, φοιτητή, εργάτη με το τρύπιο άρβυλο, ανάπηρε με το ξύλινο πόδι, νηστικέ που τρέφεσαι με αέρα, καρβουνιάρη της φάμπρικας, αντιστάσου!  Ο ένας γίνεται δυο και οι δυο τρεις, οι τρεις τέσσερις και οι τέσσερις χιλιοιδεκατέσσερις.
      Για να δικαιωθεί και ο ποιητής. Να αστράψει η θανάσιμη σκιά των σελίδων των βιβλίων που είναι γραμμένοι οι στίχοι του. Να τον θυμηθεί και η πόλη του που τον έχει λησμονήσει και ούτε ένα μνημόσυνο δεν του κάνει, ούτε και μια κάμαρη του παραχωρεί να στεγάσει το αρχείο του. Τόσα χρήματα αλλού για άνομες ηδονές και στον ερημίτη πρίγκιπα του Μορέως και της Κυπαρισσίας ούτε ένα ψαλμό!
       Ω, ύπατοι που σας αναδείξαμε στις συνελεύσεις! Τον ξεχάσατε;  
       
   


Ο Σταυρής

       Είναι ένα διήγημα του Όμηρου Πέλλα. Με κρύο πολύ και θλίψη που φτεροκοπά κι αφήνει γυαλιά. Μια συμφωνία λυγμών για τον αντιστασιακό ήρωα, τον όμορφο νέο που αιμορράγησε και πέθανε για να ‘ρθει η δική μας ρόδινη αυγούλα. 
      Κάτω από το καψαλισμένο δέντρο κοίταζε το χωριό. Το πατημένο από τους Γερμανούς και φυλακισμένο από αγκυλωτούς σταυρούς. Ρήμαζαν τα σπίτια, τουφέκαγαν αθώους, σκότωναν γέρους, τρυπούσαν τις ψυχές τις νύχτες με τις ξιφολόγχες, τσοκάναγαν τα δάχτυλά με σφυριά στους αιχμάλωτους αντάρτες. Το σχολείο κλειστό, τα παιδιά στα βουνά και ο ουρανός να καίει απέραντος από τις κανονιές. Μάτια μαυρισμένα από την πείνα, γλώσσες στεγνές από νερό και δρόμοι κλειστοί που γεννοβολούσαν φίδια  και σκορπιούς.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Ανάληψη ευρώ 2,80


















Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Φτωχαδάκι ο έρημος. Είχε κάτι σποριές σε άλπειες βουνοκορφές και τις δούλευε. Κέρδιζε τον επιούσιο, γλιστρούσε στην τσέπη το χέρι, έβγαζε το νόμισμα και ερχόταν με την τσάντα τίγκα στο ψώνιο στο σπίτι. Γύρω του τα πεινασμένα τσιορομπίλια, με μάγουλα στεγνά, το ρούχο μπαλωμένο, γελούσαν με ματάκια σαν λιόμαυρες λαμπήθρες. Άνοιγαν το κονσερβάκι, το άρταιναν με λαδάκι και την πέτσωναν.
Ώσπου ο δερβίσης υπουργός επί των οικονομικών, άνδρας γαλαζοαίματος και λαμπρός, τον τυράννησε. << Τον ιδρώτα σου σ’ όλο το βίο σου με κεφαλικό φόρο θα πληρώνεις, χαράτσι από χρυσό είκοσι τεσσάρων καρατίων για τους ρόζους στις χείρες σου θα καταθέσεις, παπορίσια εισφορά για το αστείρευτο δάκρυ σου στον κρατικό κορβανά θα αποταμιεύσεις >> του ζήτησε με μπουγιουρντί νεοελληνικό.
Σκόρπισε το απόθεμά του, η σοδειά φαγώθηκε απ’ την ακρίδα, έσοδο μηδέν, έξοδο βουνό σαν την περήφανη Γκιόνα. Από το μπαούλο ανέσυρε τρία βιβλιάρια τραπέζης. Μπροστά στον ταμία το χεράκι του άπλωσε ευσπλαχνικό. Του τα ‘δωσε. <<Θέλω όλα τα ψιλά να τα αναλήψω >> του είπε. << Τα θέλω για αντιστυλώματα στην πείνα και τη δίψα μου. Μου ξεράθηκε ο κισσός που είχα στην αυλή μου, φυλλαράκι δεν έχω να πιαστώ. Δώστα μου να με στηρίξουν! Κοντεύω να πέσω! >>
Ο ταμίας κοίταξε το θρυψαλιασμένο μούτρο του και τα πήρε. Μύρισε τη χωματίλα απ’ το ρούχο του, τ’ άνοιξε και το υπαλληλικό μάτι του βούτηξε στα ποσά. Διάβασε τη συντριβή τους, με το χέρι του στα πλήκτρα μάζευε τα σκορπισμένα μηδενικά. << Μικρό το ποσό, ούτε για τσιγάρο δε φτάνει! >> <<Πόσο το ποσό; >> << Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά!>> << Το θέλω! Κάνε την ανάληψη. Μ’ αυτό θα πάρω γάλα στα παιδιά μου. Θα ξεγελάσω τους Κύκλωπες που τρώνε την κοιλιά τους, τη ζωή τους θα δέσω απ’ την κλωστούλα της μοίρας τους να μην πεθάνουν! Δώσ’ το μου! >>
Γύρισε πάλι στις σποριές του. Εκεί που και το γαϊδουράγκαθο δε θα βλασταίνει και θα σπανίζει. Ανέστιο θα το κάνουν οι φόροι, σκουπιδόχορτο οι εισφορές και τα χαράτσια. Οι σαρκοφάγοι φόροι που τρώνε χοίρους, ταύρους, ερίφια, όρνιθες και κούνελους τετράπαχους. Που αδειάζουν κιούπια, στάμνες, βαρέλια, τεπόζιτα, βούτες και χαβούζες. Ξαφρίζουν πλέχτρες κρεμμυδιών, σάκους με φασόλια, φρούτα και κηπευτικά. Κεφαλικοί φόροι που στρώνουν στα κοντά και κυνηγάνε τσάπες, φτυάρια, μανιάρες, δρεπάνια και τσεκούρια. Φόροι του Δράκοντα, χρυσά μερίσματα σε σουλτάνους, βεζίρηδες και συμπότες. Πού τους κάνουν δείπνα αργυρολάτρες φαιδροί.
Κι ο λαουτζίκος στο ζοχό. Τ’ αφεντικά; Όπως πάντα ανά τους αιώνες. Στις καραβίδες τις ψητές και τις αστακοσαλάτες!

http://ellinikoxronografima.blogspot.com/

Ο παππούς





Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Μεσημέρι. Στην αυλή του σπιτιού ο εγγονός παίζει με τη γάτα. Λούζεται κατακέφαλα με τον ήλιο και τη χαϊδεύει. Με βλέπει, την αφήνει και τρέχει να ριχτεί στην αγκαλιά μου. Οι γυαλιστερές μπουκλίτσες του κυματίζουν, τα μεταξωτά δαχτυλίδια τους γαργαλίζουν τις παλάμες μου που τον χαϊδεύουν. Πιάνουμε κουβέντα, σκορπάει ένα γελάκι σαν άγγελος, με κοιτάζει με ματόκλαδα που παίζουν σαν πεταλουδίτσες και μου σκάει ερώτηση ευφρόσυνο: << Τι μου ‘φερες, παππού; >>

Η φωνή του οβίδα, μου ‘σκισε την καρδιά. << Τίποτα! Με τι λεφτά! >> Με πιάνει απ΄ το γιακά, χτυπάει το πόδι του κάτω και μ’ αφήνει. Αποτραβήχτηκε πληγωμένο πουλάκι στον κήπο. Με κοίταξε δυο φορές με βλέμμα αγριμιού, κάθισε κάτω από τη γλυκιά του αγαπούλα τη συκιά, διπλώθηκε στην ισκιερή φωλίτσα της κι άρχισε ένα κλάμα χαλασμό.

Ο κόσμος μου ερειπιώνας σωριάστηκε μπροστά μου. Σταχτιά σύννεφα σκέπασαν την όρασή μου, ήχοι από νεκρώσιμα πρελούντια έσπασαν τη σιωπή του πανικού μου. Σκέφτηκα την ποδαράδα μου στα χωριά, τους αέρηδες που με τρυπούσαν σαν γυαλί, τη θερισμένη μου κοιλιά απ΄ την πείνα, το τσακισμένο μου κορμί που ψηνόταν στον πυρετό στο ερείπιο σχολείο να μάθω τους μαθητές μου γράμματα.

Ποιο το όφελος; Γιατί δούλεψα; Τι κέρδισα; Μια σύνταξη χίλια ευρώ, που χάνεται στα χαράτσια σαν χταποδάκι που τρυπώνει στο θαλάμι του. Που δε φτάνει για ένα βολάκι ψίχα, για το φάρμακο της αρρώστιας και της ΔΕΗ το ηλεκτρικό. Που δεν περισσεύει να βάψεις το παλιό σπίτι, να τσοντάρεις στον άνεργο γιο, την τετραπληγία του ανιψιού να ανακουφίσεις.

Στα βαμμένα ροζ του κήπου ο άνεμος αρπαγμένος απ’ τις δασιές φυλλωσιές μ’ έσπρωξε να μπω στο σπίτι. Η τηλεόραση εκεί << εις την κόμη της στέφος εφόρει >> κι έδειχνε Κροίσους, μόρτηδες σε κότερα, σάρκες γυμνές, στήθη φουσκωτά που το μετάξι σκίζουν. Μεθυσμένους επενδυτές, δημοκόπους δειλούς, τους αιώνιους προστάτες μας με το μεγάλο πορτοφόλι. Αναλυτές με στενά κολάρα να πιπίζουν, παπαγάλους εγκάθετους της πλουτοκρατίας να ονειρεύονται στο γαλανό τους μελτέμι και να γελάνε με τους πεινασμένους.

Έξω ο εγγονός πετροβολούσε τον Αζόρ που αλυχτούσε. Κοιτούσε τα χαλίκια στο χώμα, κλωτσούσε και φώναζε: << Γιατί παππού δε μου ‘φερες τίποτααα! >>

Πύργοι χαρτένιοι των παιδιών τα όνειρα! Αλί και τρισαλί που πια δε θα αρμενίζουν πρίμα. Το ταξίδι τους διόλου δε θα ‘χει φτάσιμο. Σε μια Ιθάκη έστω με λίγο νερό και ξερό χώμα. 

Ο Αράπης μας



Ο Αράπης μας στις μέρες μας δεν κάνει γάβου, γάβου στην αυλή. Τον έπιασε η διαθεσιμότητα του Μητσοτάκη, απολύθηκε απ΄ τη θέση του φύλακα του οίκου και ρεμπελεύει στις πλατείες μ’ όλο το αδελφάτο τετράποδο αλάνικο.
Μην έχοντα κύριο, αδέσποτο, μονήρη, κατά αγέλες ή ομάδες, κυριεύει τις πλατείες σαν τους Ταλιμπαν, και, πιάνει καραούλι. Λυκόσκυλα στέκονται σαν μπάστακες στις εισόδους της καφετέριας, δείχνουν τους άσπρους τους κυνόδοντες, μασάνε τα μπατζάκια στους διψώντας για ντεκαφεϊνέ. Μαλλιαρά τσοπανόσκυλα κρύβονται στους κοιλαράδες κορμούς του πάρκου και σου ρίχνουν λυσσασμένη ματιά.

Φαγάδες




Τούτες τις φρυγμένες μέρες της ζωής μας, τρεις φίλοι αποφασίσαμε να βαπτιστούμε στη νυχτερινή Σιλωάμ της Πάνω Πόλης. Ταξιδάκι που συνεχίζεται να γίνεται από την πρώτη νεότητα, τότε που ένα Δόξα σοι ανάβρυζε από το πελώριο κιούπι του στέρνου μας.

Χέρι με χέρι, βαστάζοντας ο ένας τον άλλο στις ανηφοριές, τραβώντας τον πιο γέρικο δρομέα από το μανίκι στις στροφές, φτάσαμε στο καλαίσθητο μεζεδεπωλείο << Δεξαμενή >>. Μια παρεούλα λαϊκή γύρω από το ξύλινο τραπέζι, έπινε το ξανθό κρασί της, γελούσε, κουβέντιαζε και βροντούσε τον καριοφίλικο λόγο της περνώντας από γενεές δεκατέσσερις τους κατσαπλιάδες του κυβερνητικού όρνεου.