Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Κόρακες γαμψονύχηδες


Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Γέμισε η πατρίς σωτήρες κόρακες, γαμψονύχηδες, σαρκοφάγους, μικρονοϊκούς που όλο το μερόνυχτο κράζουν κρα,  κρα,  κρα, τους Έλληνες τσιμπάνε και τους σκοτώνουν, τα πτώματά τους τρώνε ύστερα και το γλεντάνε. 
          Με τη σκούφια τους να κρατάει από τη χώρα του υπόκοσμου, στελεχώνουν την εξουσία, τη διοίκηση και την ενημέρωση και μοιράζουν τον πλούτο με ξιπασμένη μίμηση καταχτητή στους ανελεύθερους υπηκόους τους. Και είναι αυτοί άχρηστοι πολιτικοί, σύμβουλοι φτηνιάρηδες και τεμπέληδες, φιγούρες προϊστάμενοι μιας αχαλίνωτης φιλοχρηματίας, σκυμμένοι λαπάδες των Μ.Ε.Ε, Κροίσοι της επιδερμικής ανάπτυξης, θιασώτες του υλιστικού μηδενισμού, απνευμάτιστοι αποστεωμένοι νονοί της νύχτας που τζογάρουν στη ρουλέτα ενός  εθνικού ολοκαυτώματος.
         Κόρακες στους δρόμους, στα χαλάσματα, στις πεσμένες στέγες, στις μάντρες, στις αυλές, στις φυλλωσιές των δέντρων. Κόρακες όρνια στυγνά με νύχια και με ράμφη να στάζουν αίμα, στα φαράγγια, στις πλαγιές, στις χτενισιές της αύρας, στους βόγκους της θύελλας και στα μπουμπουνητά του ουρανού. 

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Διήγημα:Ιστορίες απ’ την ταβέρνα ‘’Αρκαδιά ‘’

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Μια φορά τη βδομάδα κάθε Σάββατο βράδυ ανταμώναμε στην ταβέρνα  << Αρκαδιά >>. Είμαστε οκτώ και στην αρχή της εφηβείας μας αφήσαμε τη σάπια σάρκα του χωριού μας  και ήρθαμε στο << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε στο Γυμνάσιο και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης που μας επέβαλλε  τόσο η εφηβική αναίδειά μας όσο και η σχολαστική και μίζερη ζωή της απογυμνωμένης επαρχίας. Ακόμη να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής και της σκέψης των Αρχαίων λογίων προγόνων και νεοτέρων, να  αποσβέσουμε το << μηδενός επιθυμείν >> και να γευτούμε διάφορους ποιητικούς οίστρους όπως της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης αξιοπρέπειας του Μενελάου και της νιότης της Ελένης.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Τω ερασμίω Χρίστω Πλακονούρη

 Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
          Η σκέψη σου προέλαυνε της μηχανής κι εκείνη σ’  εκδικήθηκε. Ζήλεψε, εξοργίστηκε και μ’ όλη της την αγριότητα σου επιτέθηκε με τον κεραυνοβόλο πόλεμό της.  Αντιστάθηκες, γλίτωσες, μάζεψες τη ζωή σου από τις όχθες της Αχερουσίας και επέστρεψες στις απλές καρδιές των οικείων και των φίλων σου, στον ψίθυρο του κήπου σου και στα χρυσά γραφτά σου που πνέουν νιότη ανίκητη κι ανθίζουνε τις νύχτες μας που μαύρες κι άραχλες  δεν παύουν ν’ αγκομαχάνε. 
           Η ζωή για κάποιους δεν έχει αξία. Γι’ άλλους σημαίνει ματαιότητα. Ο Σωκράτης λίγο πριν την εγκαταλείψει, είπε: << Η ζωή σημαίνει αδιάκοπος πόνος: χρωστώ έναν κόκορα στον Ασκληπιό που είναι έτοιμος να με λυτρώσει >>.
           Εσύ δεν την χορταίνεις, έγραφες. Την στραγγίζεις όπως το ούζο ως τον πάτο του ποτηριού σου, τη γλυκιά συντροφιά της δε θέλεις να τη χάσεις. Δοκιμάστηκες, δεν την αποχωρίστηκες, μαζί στον κόσμο και πάλι με τη χρυσή πένα σου στα << όπλα >> θα φωνάζεις και κάθε φαύλο, επίορκο και δημοκόπο με το λόγο σου θα χαστουκίζεις.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πάνω Πόλη...

Παρελθοντολογώ και πάλι. Όχι όμως συνεχώς. Μια φορά στο τόσο. Θέλεις για γιατρειά, θέλεις για τις φλόγες της Ελένης, όμως παρελθοντολογώ. 
Του Παν. Αντωνόπουλου
              Για να ξεθάψω μια ζωούλα, στα κομμάτια της να ψάξω το πικρό μου δάκρυ, να θυμηθώ το παλληκαράκι που άφησε το σπλάχνο του χόρτου και ήρθε στην Πάνω Πόλη. Έφηβος πια, να συνάξω σοφία στο γυμνάσιο της Αρκαδιάς, να αποστηθίσω το << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά >> και να δω το κεφάλι μιας όχεντρας φτώχειας να δαγκώνει και να συντρίβει χαμάληδες και λούστρους και ν’ αφήνει απείραχτους άρχοντες και αφέντες, 
             Έπιασα δωμάτιο ερείπιο. Οι σκισματιές του βαθιές,  χρόνους ν΄ ασπριστεί, τις πόρτες και τα παράθυρα  μπαλωμένα με τσίγκους και χοντρό χαρτί. Ένα τηγανάκι, ένα ποτήρι τσακισμένο, η κατσαρόλα ξεγάνωτη, παλιά.  Το φαγητό λιτό, χωρίς πρωινό και δείπνο.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Καλοκαίρια φίνα

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤΑ ΚΤΗΜΑΤΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Τότε τα καλοκαίρια μας ήτανε φίνα. Με τα πόδια μας γρατσουνισμένα, τις ρόγες των βυζιών τον κοριτσιών τσιμπημένες από το Ζέφυρο, τη μουσική συμφωνία της αηδόνας να χαϊδεύει τα ώτα μας, τις μυρωδιές του υάκινθου να μας τέρπουν την όσφρηση και στην πίσω τσέπη ο ελύτειος λόγος σε χαρτί κιτρινισμένο να λέει: << Πάει καιρός που ακούστηκε η τελευταία βροχή πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες. Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος, τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους, της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά – σιγά και πλάι απ΄ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας ένα  πελώριο  φυτό  κοιτάει   κατάματα  τον ήλιο…  >>  
               Μόλις τα σχολεία έκλειναν αμπαρώναμε τα σπίτια και γινόμαστε Λούηδες. << Φορτώστε τα στο γάιδαρο >> έλεγε ο αφέντης πατέρας χαϊδεύοντας το ακάνθινο γένι του. Προορισμός μας το χτήμα για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, σε χώρο άνυδρο και ξερό, ζωσμένο τριγύρω από την αφαλαρίδα και την αφάνα. Φέρναμε τον όνο σηκωτό. << Τις κότες, εκεί >> πρόσταζε η μάνα. Έδειχνε με το στραβό της δείκτη τα κολιτσάκια του σαμαριού και τις φορτώναμε δεμένες από τα πόδια κατωκέφαλα.