Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Του χοίρου η φούσκα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Ο σφαγέας έτοιμος, με το δίκοπο στο χέρι, η νοικοκυρά με την κεραμίδα, όπου έκαιγε αναμμένο κάρβουνο και λιβάνι, ο χοίρος δεμένος με τον άλυσο περίμενε  Το πιο << καλό  >> παιδί έλεγε το << πάτερ ημών >>, οι σφαγείς  γονάτιζαν το ζώο, η πρώτη μπηχτή μαχαιριά έπεφτε, ακολουθούσαν τα ουρλιαχτά, ο επιθανάτιος ρόγχος, το κρέμασμα, το γδάρσιμο, η εξαγωγή των σπλάχνων.
                 Παίρναμε τη φούσκα. Την σταχτώναμε και στεγνωμένη την φουσκώναμε. Έπαιρνε την όψη θεάς, έλαμπε σαν χαρούμενη ερωμένη,  μας έβαζε στο χέρι και δώθε κείθε αγριεύαμε μαζί της. 
                  Η αλάνα μας γεμάτη σκόνη, πέτρες και χαλίκι. Το παπούτσι ξεσολιαζόταν, οι σκισμένες αρβύλες του ξάδερφου γίνονταν λουρίδες και κάλιαζαν στο φράχτη. Ασυγκράτητοι στα πόδια, κυλιόμαστε στο χώμα, ο μιστός μας πλούσιος όταν η μπάλα περνούσε τα πέτρινα όρια του τέρματος  και έγραφε γκολ!

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Το δερμάτινο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Σε είδα ερίτιμε υπουργέ των οικονομικών να διασχίζεις με casual ντύσιμο την Ντάουνινγκ στριτ και ζήλεψα. Και κείνο το δερμάτινό σου τι υπέροχο! 
            Έχω κι εγώ ένα τέτοιο. Το είχα αγοράσει προ εικοσαετίας πριν το καταθλιπτικό τούτο κρατίδιο μου προξενήσει οικονομική και ψυχική βλάβη. Τώρα έχει παλιώσει, είναι ολοτρύπιο, μοιάζει σαν μαλτέζικο κοντοπόλκι. Στους αγκώνες έχει λιώσει, τα πέτα είναι καμένα από τσιγάρο, τα ξέφτια του κρέμονται σαν πεινασμένα πιράνχας. 
              Μ’ αυτό στη σχόλη, μ’ αυτό και στις γιορτές. Μ’ αυτό φορεμένο όταν τα πνευμόνια μου κρυωμένα φτύνουν μαύρη λάσπη, μ’ αυτό και στη ζέστη βγάζω την μπέμπελη γιατί δεν έχω να το συναλλάξω. Πριν λίγες μέρες ένας ληστοσυμμορίτης μπελέχαρος ποντικός του ροκάνισε την πλάτη,  το ‘κανε κουρέλι  και με ανάγκασε να το πετάξω από πάνω μου για να μη το βλέπει ανθρώπινο μάτι.
              Να το αντικαταστήσω θέλω μ’ ένα κινέζικο αλλά μου λείπουν τα τριάντα ευρώ.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Οι λύκοι!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Με  λίγο φαϊ και  πολύ μπάσταρδο αέρα γεμάτο φούμαρα από παιδοβούβαλους πολιτικούς το ευ ζην μου σιγοντάριζα έχοντας στο on το παμπάλαιο δέκτη μου. Τρεφόμενος μόνιμα από τη σακούλα που μου διανέμει το κοινωνικό παντοπωλείο της γειτονιάς μου, περίμενα να κόψουν κι ένα << κοντύλι >> για το ισχνό σαρκίο μου που φορεί σχισμένο παπούτσι, ζεσταίνεται με κάρβουνο και χορταίνει με  όσπριο και ληγμένο  ζαμπόν από το ευρωπαϊκό μπακάλικο.
             Τζίφος, δεν έγινε τίποτα. Πάλι το ψίχουλο μου πέταξαν, τη μπουκιά μου στεγνωμένη θα κατεβάζω, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη  θα με ξεσφερτσάζει αθροίζοντας τα βερεσέδια μου, ζητώντας να με ρίξει στο Άουσβιτς για σαπούνι.
              Πολύ θα ‘θελα, περπατώντας στο στρωμένο χαλί του γραφείου τους να τους πλησιάσω και τη γροθιά μου να χτυπήσω μπροστά τους. Ν’ αναπηδήσει το τασάκι, να χυθούν οι στάχτες, τα χαρτιά τους να σκορπίσουν και όπως θα ‘ναι λαγοί λερωμένοι, στο λαιμό να τους σφίξω με τον τρίχινο λαιμοδέτη. Ύστερα  απροσκύνητος σαν τον Κολοκοτρώνη την καχεκτική τους ψυχή να στολίσω με λόγο μασκοφόρου  εκδικητή:  

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Ο ιός του θανάτου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ 
ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Εδώ και δυο μήνες ένας θανατηφόρος ιός ήρθε σαν κατακτητής στη συνοικία των φτωχών και τους εξολόθρευε. Στην αρχή όταν τα δυο νέα κορμιά θάφτηκαν στο χώμα κανένας δεν έδωσε σημασία, όταν όμως ο ιός έστελνε καθημερινά στον τάφο κι άλλους, όλοι ανησύχησαν και ο πανικός ρίζωσε στη συνοικία διώχνοντας την απολλώνια νηφαλιότητα και τη γαλήνη που συντρόφευαν τους δυστυχισμένους εκείνους ανθρώπους.
           Η αρρώστια έφερνε ένα τρανταχτό κραχ στα σωθικά του ασθενή και ύστερα μ’ ένα δυνατό πόνο στο στομάχι τον παρέλυε. Ο υψηλός πυρετός που ερχόταν τον εξαντλούσε και ο ισχυρός πονοκέφαλος του ‘φερνε ναυτία, εμετό και έντονους σπασμούς.

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Συνταξιούχος εργατάκος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Συνταξιούχος εργατάκος ο έρημος  και οι τράπεζες του ρουφάνε το αίμα. Οι χαχόλοι του οικονομικού χαλιφάτου και οι μικρονοϊκοί καραγκιόζηδες  της Βουλής του επιμέρισαν σύνταξη ψίχουλα, του πετάνε κι ένα γλειμμένο κόκαλο από τον τορβά των εφοπλιστών και τον αποκοιμίζουν με τους πανενογλάνους που του κάνουν το κεφάλι κουρκούτι με τον ξιπασμένο λόγο τους για ανάπτυξη και μέρες παχιές σαν αγελάδες. 
         << Μίνυνθα δε γίνεται ήβης καρπός… >> ( λίγο κρατάει της νιότης ο καρπός ) και μετά η πολύανθη εποχή πάει περίπατο, έρχονται τα γηρατειά, το σώμα γίνεται αγνώριστο, στηρίζεται σε πατερίτσες, φορτώνεται αρρώστιες, θέλει φάρμακο και άγιο να θεραπευτεί, βοήθεια ζητάει να ‘ρθει κάποιος << ίνα το φορτίο άρη!>>