Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσα

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
          Ο πρίγκιπας Ζαπίτο υπερηφανευόταν πως ήταν νέος, γερός και πλούσιος. Πως αρρώστια και θάνατος δύσκολα θα τον άγγιζαν. Απολάμβανε το βίο του ζώντας στον τεράστιο πύργο του, εθισμένος σε πλούσια συμπόσια, νύχτιες κατανυκτικές οινοποσίες και ερωτικές τρυφηλές περιπτύξεις.
            Το χόμπι του ήταν το ψάρεμα. Η προετοιμασία τελετουργική και η οργάνωση αρίστη. Η είσοδος στη θάλασσα στη χάση του φεγγαριού και η ακολουθία του ως το λιμανάκι από τους ωραίους και κρατερούς νέους του στενού του περιβάλλοντος. Στο σκαρί μέσα πάντα μόνος του μύριζε την αρμύρα και έχαιρε, υποβιβαζόταν σε καπετάνιο και το γλεντούσε, αρπαζόταν από τον άνεμο και τις ράχες των δελφινιών κι απόβαλλε την τρικυμισμένη ματιά του γαλαζοαίματου. 

Στα ερείπια του κάστρου

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
     Μια σφοδρή είδηση που κυκλοφορούσε εδώ και μέρες στην πόλη, όχι μόνο πρόδιδε ταραχή και φόβο στους κατοίκους της, αλλά κι άφηνε να ξεπηδήσει από μέσα της και μια ένταση αβάσταχτου δέους.

    Και τούτο γιατί μιλούσε για μια ομάδα Αυστριακών τυχοδιωκτών που καθοδηγούμενοι από τον εργοδηγό τους θα αναζητούσαν στις κρύπτες και στα ερείπια του κάστρου της θησαυρό. Θησαυρό αμύθητο που εγκατέλειψαν στα μέσα του δέκατου τέταρτου αιώνα οι σιδερόφραχτοι Φράγκοι επιδρομείς. Εποχή που μάραναν τα ρόδα της πόλης και στην ευλογία της ομορφιάς της σκόρπισαν τους καπνούς από τα τριπουτσέτα τους.

          Πίσω από την ομάδα κρυβόταν ένας Τσέχος δαιμόνιος. Είχε ευγενή καταγωγή με ρίζες παλιάς οικογένειας Ουγενότων, πολύ πλούσιος, σκληρός και αδιάλλακτος. Πονηρός σαν αλεπού, ήξερε να κάνει φίλους Κροίσους, διεφθαρμένους πολιτικούς και εμπόρους ναρκωτικών και όπλων.

Ο χορός της εταίρας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Ένα μήνα τώρα η πόλη είχε αναστατωθεί. Και η αιτία ήταν ο ερχομός της ξανθής γυναίκας που ήρθε σαν δαίμονας να ξετρελάνει τους άντρες με το ξέχειλο από ζωτικότητα κορμί της και να μαράνει τις καρδιές των γυναικών που μάντευαν την παντοδυναμία της σάρκας της στις αγκαλιές τους.  Ήρθε έλεγαν οι φήμες από το βορρά, παθιασμένη για βρώμικο έρωτα, γλυκιά αμαρτία και παράφορα όργια που  μόνο όσοι τα γεύτηκαν μαζί της στη σκοτεινή κάμαρά της μπορούσαν να τα διηγηθούν και να περιγράψουν την ευτυχία τους.  
            Κι όσο οι διηγήσεις επαναλαμβάνονταν  από στόμα σε στόμα απ’ αυτούς που γεύτηκαν τον ακόλαστο έρωτά της τόσο άναβε τη φαντασία εκείνων που επιθυμούσαν να ακούσουν τους γλυκούς της ανασασμούς και να  εισχωρήσουν στο ζεστό και ανθισμένο κορμί της.

Ελεήστε με, Χριστιανοί!

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νυχτερέμι έγινε η Μεσσηνία! Από τα σύθαμπα και αποκαρωμένοι από την υπνηλία εξαθλιωμένοι γείτονές  μας παίρνουν τους δρόμους. Όχι για να πάνε να καθαρίσουν τ’  αγριάγκαθα στο χωράφι τους, ούτε να πάρουν το κινέζικο μεροκάματο στη φάμπρικα του σπόγγου επιχειρηματία για να μπαλώσουν μ’ αυτό τη μισότριβη βράκα τους. Ούτε να αγοράσουν κάνα κομμάτι γουρνοπέτσι να μασήσει το δόντι της φαγανιάρας φαμίλιας τους.
             Τα χωράφια τους τα εγκατέλειψαν με τόσο φονικό φόρο που πληρώνουν, τη φάμπρικα την άφησαν γκρεμισμένο γιαπί σαν έσκασε η φούσκα του πλαστικού μάνεϊ του εργοδότη κουραμπιέ. Την πόρτα  του χασάπικου δεν την περνάνε με τίποτα. Ο χασάπης το φυλάει από τους φιόγκους με τις άδειες τσέπες και τους παίρνει φαλάγγι με το χοντρό του ραβδί.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Το στοιχειωμένο σπίτι



  Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος

Αυτή την είδηση που θα σας περιγράψω και διαδόθηκε στην πόλη σαν αστραπή από στόμα σε στόμα σε λίγες μόνο ώρες οι πιο πολλοί κάτοικοί της έλεγαν πως τη γέννησε το αρρωστημένο μυαλό τού φαντασιοκόπου και παγερού εκείνου ανθρώπου που σε κρίση νευρικού ξεσπάσματος είδε ό,τι είδε και θέλησε να διασκεδάσει με το φόβο τους. Καυχιόταν δε μ’ ένα ειρωνικό γελάκι σαν διηγιόταν το εντυπωσιακό επίτευγμα της φαντασίας του πως όσα είδε εκείνη τη νύχτα ήταν αληθινά και οφείλονταν στην επικοινωνία του με το παρελθόν χάρη στα ιδιαίτερα γονίδιά του που του τα είχε εξασκήσει το συναίσθημα και η γνώση.
Ακόμη ο φίλος αυτός είχε την έμμονη ιδέα να χαρακτηρίζεται ερωτευμένος με τη Νύχτα κι αυτή ως ανταπόδοση τού φανέρωνε αβίαστα πολλές εξωφρενικές στιγμές συμβάντων ανθρώπων των θρύλων που του παρουσιάζονταν σαν φαντάσματα ή παραισθήσεις.

Το θαλάσσιο κήτος

Γράφει ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος             

 Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.
              Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε περίεργο επισκέπτη που το πλησίαζε.
              Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Οι τερατογεννήσεις του δόκτορα Γουόλς

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τρεις μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ οι φήμες οργίαζαν και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Μιλούσαν για τέρατα και σημεία που γίνονταν στο σπίτι του δόκτορα Γουόλς, εξόριστου τώρα και υπεύθυνου όσο λειτουργούσε το πυρηνικό εργοστάσιο, στο τμήμα μετάλλαξης των ζωντανών οργανισμών εξαιτίας της προσβολής τους από τη ραδιενέργεια. Λίγες μέρες μετά το ατύχημα ένας τηλεοπτικός σταθμός ανέφερε πως ο δόκτορας μην μπορώντας να αντέξει τόσους θανάτους, αυτοκτόνησε, δείχνοντας κιόλας στο ρεπορτάζ το δόκτορα νεκρό και αιμόφυρτο στο κρεβάτι του με κομμένη την καρωτίδα. Μια εφημερίδα πάλι έγραψε πως προσβλήθηκε από ραδιενέργεια και πέθανε από λευχαιμία μέσα σε μια βδομάδα ύστερα από φριχτούς πόνους και ακατάσχετη αιμορραγία στο ήπαρ και στους πνεύμονες.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές.
<< Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Ηλιοβασίλεμα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος



             Οι δαρμένοι μας καιροί  θέλουν κρεμαστούς κήπους να μας ηρεμήσουν. Θέλουν της Σεμιράμιδος τα περβόλια να συντρίψουν την ερημία μας.  Τον περιβολάρη ήλιο να διώχνει τους βοριάδες της Μέρκελ. Μια μεθυστική αντιφεγγιά να αναβρύζει τις νύχτες από το ολόγιομο φεγγάρι. Θέλουν  στα πράσινα νερά να βαπτίζονται οι αμαρτίες μας και στην αγκάλη των θαλάσσιων νεράιδων η σταλαγμένη σαν αίμα πίκρα μας να γιατρεύεται από το σιγανό τραγούδι τους.  Θέλουν κι από ένα ηλιοβασίλεμα. Από εκείνα  που οι νύμφες των δασών μας καλούν να στήσουμε το θρόνο μας στο θρόισμα των λογιών- λογιών φυλλωσιών και να το δούμε πάνω από το γυμνό σώμα της θάλασσας.

Τερψούλα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Χριστουγεννιάτικο διήγημα

   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια.

Ο πρίγκιπας









 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Τούτες τις μέρες της στέγνιας,  αγέρας η μνήμη, ανοίγει παράθυρο στο Μιχάλη Κατσαρό. Τον πρίγκιπα μάγο του στίχου. Έρχεται σαν το νιο πραματευτή να μας δείξει καινούριες πραμάτειες, δρόμους κρυφούς να φύγουμε, έρημες σπηλιές να κρυφτούμε, να γλιτώσουμε από τους δυνάστες μας, τους φονιάδες της ζωής μας. Να μας πει << αντισταθείτε >>  και τσακίστε αυτούς που καταπάτησαν τη θέλησή μας. Ευκαιρία με την επιστροφή του να κρεμάσουμε στις πόρτες μας, στα δημαρχεία, στα μαγαζιά, στα σχολεία, στις λαϊκές αγορές, στα λιμάνια, στις φάμπρικες, επιγραφές της διαθήκης του.
     Να ξυπνήσει η ράθυμη πόρνη ψυχή μας και να  γίνει δυναμίτης να κάψει τους προκρούστηδες που φτιάχνουν κρεβάτια να κόψουν τα μέλη μας.  Να μάθει ο λαουτζίκος τι εστί: περσικοί τάπητες, εταιρείες εισαγωγών, λειψή κρατική εκπαίδευση, φόροι, γραβατάκηδες της εξουσίας, λιβανισμένες κυρίες, πρόεδροι εφετείων και συνεδρίων, φλύαροι ρήτορες, λεροί λάγνοι κρατικοί τεμπέληδες,  θρεμμένοι με μίζες από πολεμικά υλικά υπουργοί, εκλεγμένοι κοπρίτες με βλέμμα ύαινας στα γεύματα που ψήνει το εθνικό ταψί.
     Και στην είσοδο της κάθε πόλης ας μπει ένα αστραφτερό πανό με στίχους του. Τώρα που είναι νωρίς πριν οι φουκαράδες πατώσουν. Πριν οι πεινασμένοι ταξιδέψουν εν τόπω χλοερώ. Πριν οι άρρωστοι χάσουν όλο το αίμα τους. Πριν οι μίζεροι φορέσουν ζουρλομαντία, Πριν οι εν διαθεσιμότητα κολλημένοι πηδήσουν στον Καιάδα.
     Αντίσταση λέει ο ποιητής. Να γλιτώσουμε το καλύβι μας, το χιονιά που μας περιμένει, το άπλωμα της χούφτας μας που θέλει να ζητιανεύει, το άδειο πιάτο που μας περιμένει. Τώρα πριν ο καλικάντζαρος  ευρωκλέφτης μας ξεζουμίσει.
      Και στις πορείες μας να υψώσουμε τη φλόγα του ανασασμού του στίχου του πρίγκιπα.  Κι αντί για το σύνθημα << το ζωνάρι θα το σφίξουμε στο λαιμό σας καθάρματα >> να γράψουμε: Θάνατος στο γένος των Λαβδακιδών! >>
      Και μην περιμένουμε τα συνδικάτα ν’ αντισταθούνε. Εσύ κλητήρα, τσαγκάρη, γκαρσόνι, εστιάτορα, βιβλιοδέτη της Ιπποκράτους, εστιάτορα, πλύντρια, πόρνη, φοιτητή, εργάτη με το τρύπιο άρβυλο, ανάπηρε με το ξύλινο πόδι, νηστικέ που τρέφεσαι με αέρα, καρβουνιάρη της φάμπρικας, αντιστάσου!  Ο ένας γίνεται δυο και οι δυο τρεις, οι τρεις τέσσερις και οι τέσσερις χιλιοιδεκατέσσερις.
      Για να δικαιωθεί και ο ποιητής. Να αστράψει η θανάσιμη σκιά των σελίδων των βιβλίων που είναι γραμμένοι οι στίχοι του. Να τον θυμηθεί και η πόλη του που τον έχει λησμονήσει και ούτε ένα μνημόσυνο δεν του κάνει, ούτε και μια κάμαρη του παραχωρεί να στεγάσει το αρχείο του. Τόσα χρήματα αλλού για άνομες ηδονές και στον ερημίτη πρίγκιπα του Μορέως και της Κυπαρισσίας ούτε ένα ψαλμό!
       Ω, ύπατοι που σας αναδείξαμε στις συνελεύσεις! Τον ξεχάσατε;  
       
   


Ο Σταυρής

       Είναι ένα διήγημα του Όμηρου Πέλλα. Με κρύο πολύ και θλίψη που φτεροκοπά κι αφήνει γυαλιά. Μια συμφωνία λυγμών για τον αντιστασιακό ήρωα, τον όμορφο νέο που αιμορράγησε και πέθανε για να ‘ρθει η δική μας ρόδινη αυγούλα. 
      Κάτω από το καψαλισμένο δέντρο κοίταζε το χωριό. Το πατημένο από τους Γερμανούς και φυλακισμένο από αγκυλωτούς σταυρούς. Ρήμαζαν τα σπίτια, τουφέκαγαν αθώους, σκότωναν γέρους, τρυπούσαν τις ψυχές τις νύχτες με τις ξιφολόγχες, τσοκάναγαν τα δάχτυλά με σφυριά στους αιχμάλωτους αντάρτες. Το σχολείο κλειστό, τα παιδιά στα βουνά και ο ουρανός να καίει απέραντος από τις κανονιές. Μάτια μαυρισμένα από την πείνα, γλώσσες στεγνές από νερό και δρόμοι κλειστοί που γεννοβολούσαν φίδια  και σκορπιούς.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Ανάληψη ευρώ 2,80


















Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Φτωχαδάκι ο έρημος. Είχε κάτι σποριές σε άλπειες βουνοκορφές και τις δούλευε. Κέρδιζε τον επιούσιο, γλιστρούσε στην τσέπη το χέρι, έβγαζε το νόμισμα και ερχόταν με την τσάντα τίγκα στο ψώνιο στο σπίτι. Γύρω του τα πεινασμένα τσιορομπίλια, με μάγουλα στεγνά, το ρούχο μπαλωμένο, γελούσαν με ματάκια σαν λιόμαυρες λαμπήθρες. Άνοιγαν το κονσερβάκι, το άρταιναν με λαδάκι και την πέτσωναν.
Ώσπου ο δερβίσης υπουργός επί των οικονομικών, άνδρας γαλαζοαίματος και λαμπρός, τον τυράννησε. << Τον ιδρώτα σου σ’ όλο το βίο σου με κεφαλικό φόρο θα πληρώνεις, χαράτσι από χρυσό είκοσι τεσσάρων καρατίων για τους ρόζους στις χείρες σου θα καταθέσεις, παπορίσια εισφορά για το αστείρευτο δάκρυ σου στον κρατικό κορβανά θα αποταμιεύσεις >> του ζήτησε με μπουγιουρντί νεοελληνικό.
Σκόρπισε το απόθεμά του, η σοδειά φαγώθηκε απ’ την ακρίδα, έσοδο μηδέν, έξοδο βουνό σαν την περήφανη Γκιόνα. Από το μπαούλο ανέσυρε τρία βιβλιάρια τραπέζης. Μπροστά στον ταμία το χεράκι του άπλωσε ευσπλαχνικό. Του τα ‘δωσε. <<Θέλω όλα τα ψιλά να τα αναλήψω >> του είπε. << Τα θέλω για αντιστυλώματα στην πείνα και τη δίψα μου. Μου ξεράθηκε ο κισσός που είχα στην αυλή μου, φυλλαράκι δεν έχω να πιαστώ. Δώστα μου να με στηρίξουν! Κοντεύω να πέσω! >>
Ο ταμίας κοίταξε το θρυψαλιασμένο μούτρο του και τα πήρε. Μύρισε τη χωματίλα απ’ το ρούχο του, τ’ άνοιξε και το υπαλληλικό μάτι του βούτηξε στα ποσά. Διάβασε τη συντριβή τους, με το χέρι του στα πλήκτρα μάζευε τα σκορπισμένα μηδενικά. << Μικρό το ποσό, ούτε για τσιγάρο δε φτάνει! >> <<Πόσο το ποσό; >> << Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά!>> << Το θέλω! Κάνε την ανάληψη. Μ’ αυτό θα πάρω γάλα στα παιδιά μου. Θα ξεγελάσω τους Κύκλωπες που τρώνε την κοιλιά τους, τη ζωή τους θα δέσω απ’ την κλωστούλα της μοίρας τους να μην πεθάνουν! Δώσ’ το μου! >>
Γύρισε πάλι στις σποριές του. Εκεί που και το γαϊδουράγκαθο δε θα βλασταίνει και θα σπανίζει. Ανέστιο θα το κάνουν οι φόροι, σκουπιδόχορτο οι εισφορές και τα χαράτσια. Οι σαρκοφάγοι φόροι που τρώνε χοίρους, ταύρους, ερίφια, όρνιθες και κούνελους τετράπαχους. Που αδειάζουν κιούπια, στάμνες, βαρέλια, τεπόζιτα, βούτες και χαβούζες. Ξαφρίζουν πλέχτρες κρεμμυδιών, σάκους με φασόλια, φρούτα και κηπευτικά. Κεφαλικοί φόροι που στρώνουν στα κοντά και κυνηγάνε τσάπες, φτυάρια, μανιάρες, δρεπάνια και τσεκούρια. Φόροι του Δράκοντα, χρυσά μερίσματα σε σουλτάνους, βεζίρηδες και συμπότες. Πού τους κάνουν δείπνα αργυρολάτρες φαιδροί.
Κι ο λαουτζίκος στο ζοχό. Τ’ αφεντικά; Όπως πάντα ανά τους αιώνες. Στις καραβίδες τις ψητές και τις αστακοσαλάτες!

http://ellinikoxronografima.blogspot.com/

Ο παππούς





Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Μεσημέρι. Στην αυλή του σπιτιού ο εγγονός παίζει με τη γάτα. Λούζεται κατακέφαλα με τον ήλιο και τη χαϊδεύει. Με βλέπει, την αφήνει και τρέχει να ριχτεί στην αγκαλιά μου. Οι γυαλιστερές μπουκλίτσες του κυματίζουν, τα μεταξωτά δαχτυλίδια τους γαργαλίζουν τις παλάμες μου που τον χαϊδεύουν. Πιάνουμε κουβέντα, σκορπάει ένα γελάκι σαν άγγελος, με κοιτάζει με ματόκλαδα που παίζουν σαν πεταλουδίτσες και μου σκάει ερώτηση ευφρόσυνο: << Τι μου ‘φερες, παππού; >>

Η φωνή του οβίδα, μου ‘σκισε την καρδιά. << Τίποτα! Με τι λεφτά! >> Με πιάνει απ΄ το γιακά, χτυπάει το πόδι του κάτω και μ’ αφήνει. Αποτραβήχτηκε πληγωμένο πουλάκι στον κήπο. Με κοίταξε δυο φορές με βλέμμα αγριμιού, κάθισε κάτω από τη γλυκιά του αγαπούλα τη συκιά, διπλώθηκε στην ισκιερή φωλίτσα της κι άρχισε ένα κλάμα χαλασμό.

Ο κόσμος μου ερειπιώνας σωριάστηκε μπροστά μου. Σταχτιά σύννεφα σκέπασαν την όρασή μου, ήχοι από νεκρώσιμα πρελούντια έσπασαν τη σιωπή του πανικού μου. Σκέφτηκα την ποδαράδα μου στα χωριά, τους αέρηδες που με τρυπούσαν σαν γυαλί, τη θερισμένη μου κοιλιά απ΄ την πείνα, το τσακισμένο μου κορμί που ψηνόταν στον πυρετό στο ερείπιο σχολείο να μάθω τους μαθητές μου γράμματα.

Ποιο το όφελος; Γιατί δούλεψα; Τι κέρδισα; Μια σύνταξη χίλια ευρώ, που χάνεται στα χαράτσια σαν χταποδάκι που τρυπώνει στο θαλάμι του. Που δε φτάνει για ένα βολάκι ψίχα, για το φάρμακο της αρρώστιας και της ΔΕΗ το ηλεκτρικό. Που δεν περισσεύει να βάψεις το παλιό σπίτι, να τσοντάρεις στον άνεργο γιο, την τετραπληγία του ανιψιού να ανακουφίσεις.

Στα βαμμένα ροζ του κήπου ο άνεμος αρπαγμένος απ’ τις δασιές φυλλωσιές μ’ έσπρωξε να μπω στο σπίτι. Η τηλεόραση εκεί << εις την κόμη της στέφος εφόρει >> κι έδειχνε Κροίσους, μόρτηδες σε κότερα, σάρκες γυμνές, στήθη φουσκωτά που το μετάξι σκίζουν. Μεθυσμένους επενδυτές, δημοκόπους δειλούς, τους αιώνιους προστάτες μας με το μεγάλο πορτοφόλι. Αναλυτές με στενά κολάρα να πιπίζουν, παπαγάλους εγκάθετους της πλουτοκρατίας να ονειρεύονται στο γαλανό τους μελτέμι και να γελάνε με τους πεινασμένους.

Έξω ο εγγονός πετροβολούσε τον Αζόρ που αλυχτούσε. Κοιτούσε τα χαλίκια στο χώμα, κλωτσούσε και φώναζε: << Γιατί παππού δε μου ‘φερες τίποτααα! >>

Πύργοι χαρτένιοι των παιδιών τα όνειρα! Αλί και τρισαλί που πια δε θα αρμενίζουν πρίμα. Το ταξίδι τους διόλου δε θα ‘χει φτάσιμο. Σε μια Ιθάκη έστω με λίγο νερό και ξερό χώμα. 

Ο Αράπης μας



Ο Αράπης μας στις μέρες μας δεν κάνει γάβου, γάβου στην αυλή. Τον έπιασε η διαθεσιμότητα του Μητσοτάκη, απολύθηκε απ΄ τη θέση του φύλακα του οίκου και ρεμπελεύει στις πλατείες μ’ όλο το αδελφάτο τετράποδο αλάνικο.
Μην έχοντα κύριο, αδέσποτο, μονήρη, κατά αγέλες ή ομάδες, κυριεύει τις πλατείες σαν τους Ταλιμπαν, και, πιάνει καραούλι. Λυκόσκυλα στέκονται σαν μπάστακες στις εισόδους της καφετέριας, δείχνουν τους άσπρους τους κυνόδοντες, μασάνε τα μπατζάκια στους διψώντας για ντεκαφεϊνέ. Μαλλιαρά τσοπανόσκυλα κρύβονται στους κοιλαράδες κορμούς του πάρκου και σου ρίχνουν λυσσασμένη ματιά.

Φαγάδες




Τούτες τις φρυγμένες μέρες της ζωής μας, τρεις φίλοι αποφασίσαμε να βαπτιστούμε στη νυχτερινή Σιλωάμ της Πάνω Πόλης. Ταξιδάκι που συνεχίζεται να γίνεται από την πρώτη νεότητα, τότε που ένα Δόξα σοι ανάβρυζε από το πελώριο κιούπι του στέρνου μας.

Χέρι με χέρι, βαστάζοντας ο ένας τον άλλο στις ανηφοριές, τραβώντας τον πιο γέρικο δρομέα από το μανίκι στις στροφές, φτάσαμε στο καλαίσθητο μεζεδεπωλείο << Δεξαμενή >>. Μια παρεούλα λαϊκή γύρω από το ξύλινο τραπέζι, έπινε το ξανθό κρασί της, γελούσε, κουβέντιαζε και βροντούσε τον καριοφίλικο λόγο της περνώντας από γενεές δεκατέσσερις τους κατσαπλιάδες του κυβερνητικού όρνεου.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Καλή μου Νικολίτσα















Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Ο δρόμος σου μακρύς. Γεμάτος Λαιστρυγόνες και άγριους Ποσειδώνες. Τα χρόνια σου πολλά. Εκατόν πέντε! Στεφανωμένα με δάφνες και μυρωμένα με νυχτιάς αγέρι. Κόβεις με το λόγο σου σε άρτους τους βράχους της περασμένης σου ζωής, αντίδωρο τις ψίχες τους μοιράζεις. Τις πίκρες σου πλάθεις ιστορίες γλυκές, το συναγμένο δάκρυ σου κάνεις βάλσαμο γιατρειάς.
<< Τότε οι πνοές μας ήταν στις ρεματιές >> λες. << Οι μελαχρινοί θεοί μας κρυμμένοι στα ασφοδίλια και η μόνη έγνοια μας ο άρτος ο επιούσιος. Μας όριζε η μπέσα, η ατιμία σταξιές φαρμάκι μας πότιζε την καρδιά. Στους αγρούς συλλέγαμε αλογάκια της παναγίας, κάτω από τις κληματαριές πιάναμε το τραγούδι, στις φωλιές του έρωτα μαδάγαμε τα δαφνόφυλλα, με ιστορίες τρελές πλανεύαμε τον κόσμο.
Στους σκίνους πιάναμε πουλιά, και στις μαϊστρες στήναμε παιγνίδια. Στεφάνια από λευκές μαργαρίτες πλέκαμε στο Μάη, στης θάλασσας τα χείλη με το αυτί μας στο νερό, ακούγαμε τον ήχο του φλοίσβου της.
Διάβηκε ο χρόνος, φαγώθηκε. Όμως δόξα σοι ο θεός, είμαι γερή, περπατάω. Τα ‘χω τετρακόσια. Η στραβωμάρα να μου ‘λειπε. Γιατί μου την έδωσε ο Θεός; Δεν σε βλέπω! Τα θυμάμαι όλα! Ακαρτέρει μια ιστορία, να δεις πως δε σε κοροϊδεύω. << Ο άντρας μου μια φορά σκότωσε ένα φίδι, μεγάλο ίσαμε μια οργιά. Το σιγούρεψε σ’ ένα σακούλι και το κρέμασε σε μια ελιά. Το πήρα, το δίπλωσα σ’ ένα εφημεριδόχαρτο και το ‘στειλα μ’ ένα παιδαρέλι στους Μούστρηδες. Αυτοί το άνοιξαν, είδαν το θεριό, και κόντεψε να τους έρθει ταμπλάς! Με ήξεραν πως οι αγαπούλες μου ήταν οι πλάκες και μυρίστηκαν το χωρατό μου. Άδειασε ο μέσα κόσμος τους από το πολύ γέλιο>>.
Σιώπησες, έπιασες το τραγούδι: <<Χάρε μου, διαβ’ από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση, να πιουν οι γέροντες νερό κ’ οι νιοι να λιθαρίσουν και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν… >>
Τα μάτια σου μαραμένα σαν άνθια μηλιάς, δε βλέπουν αλλά αστράφτουν φως μνήμης. << Σ’ αγρίεψα με το τραγούδι του χάρου, ε; Το ξέρω! Γιατί το λέω; Να τον γλυκάνω! Θέλω να με πάρει στους αιώνιους λειμώνες του να ξεκουραστώ! Θέλω να πάω στο σπίτι μου, τον τάφο! Περπατάω σε δεύτερο αιώνα! Είμαι αιωνόβια! Έχω τρισέγγονα! Πόσο άλλο να ζήσω! >>
Αναστενάζεις, βγάζεις ένα ραγισμένο αχ και λες: << Θες και της αγάπης; Άκου το: << Δεν είναι ο έρωτας ανθός μαζί του για να παίξεις, μόν’ είναι βάτος μ’ αγκαθιές κι αλίμονο σαν μπλέξεις. Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει, σαν την αγάπη την κρυφή που δεν ξεφανερώνει >>.
Παύεις. Πέρα στη λαγκαδιά ο ερωτικός θρήνος της αηδόνας, ηχολογάει τρυφερά. Στήνεις αυτί, μετεωρίζεις το κεφάλι και τον αχό σέρνεις ρυθμικά.

Άρωμα γυναίκας


Με βήμα γοργό η γυναίκα πέρασε την πόρτα του ξενοδοχείου και στάθηκε μπροστά στην όμορφη κοπέλα της ρεσεψιόν.
Εκείνη μ’ ένα παιδιάστικο τρόπο και με μια ευγένεια που θα αιχμαλώτιζε και τον πιο απαιτητικό πελάτη, της είπε, παραδίνοντάς της το κλειδί : << Σας εύχομαι καλή διαμονή, κυρία, και πάντα στη διάθεσή σας για μια ειλικρινή κι ευχάριστη εξυπηρέτηση >>. Κι αφού κοίταξε με μια φυσική περιέργεια τον αριθμό που φαινόταν γραμμένος στην ολόλευκη ταμπελίτσα, της είπε μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα των λαμπερών ματιών της : << Σας δίνω το 202 ! Εύχομαι να μη μείνετε δυσαρεστημένη ! >>

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Η δασκάλα


Το σπίτι της ήταν ένα παλιό διώροφο νοτιοδυτικά του σταθμού. Χτισμένο γερά, με ακροκέραμα στις τέσσερις γωνιές και μ’ ένα κήπο γεμάτο πορτοκαλιές και κισσούς που τύλιγαν όλη την μπροστινή πλευρά του τοίχου. Στο δεύτερο πάτωμα είχε ένα μπαλκόνι με σιδεριές που παρίσταναν δυο πουλιά, δυο ερωδιούς με μεγάλα ράμφη και γαμψά νύχια να κοιτάζονται. Σ’ αυτό το μπαλκόνι την είχα δει για πρώτη φορά να κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα και να ζωγραφίζει σ’ ένα μεγάλο μπλοκ. Μου άρεσε η εικόνα και όταν είχε λιακάδα τα σαββατοκύριακα που δεν είχα μάθημα, περνούσα και την έβλεπα.

Ερμελίντα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


--- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας!
Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο.
--- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για κουβέντα.

Τα άλογα


Με τα δάκρυα παγωμένα στις κόχες των ματιών, τις γραμμές τού πόνου κόκκινες στο σώμα μας, εκείνα τα αμνημόνευτα χρόνια της νιότης μας, αφήναμε το φως που έμπαινε χλωμό απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τρέχαμε να συναντήσουμε το θρόνο μιας νύφης φύσης. Κι έτσι ζεστά που μας αγκάλιαζε και γιάτρευε τις μοναχικές καρδούλες μας, σκόρπιζαν οι ωχρές έγνοιες μας, κοιμόνταν οι συμφορές, το χώμα στη χούφτα μας έπαιρνε την όψη του χρυσού.

Ο πανηγυρτζής

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
          Σαν έμπαινε τ’ Αϊ – Λιός και νιώθαμε τη γεύση της χαράς και τη λαμπρότητα της πανηγύρεως, τρέχαμε στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε κερί του αγίου και σαν άρχοντες διαλεχτοί περιβεβλημένοι από τη δόξα μας, ακούγαμε μ’ ευλάβεια τους ήχους των Σεραφείμ που ακούγονταν στο ψαλτήρι, λιχνίζοντας στον αγέρα τις πίκρες μας τις παιδικές.

      Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια γεμάτα φλόγα και καυτές ματιές. Τα κοιτάζαμε και τους γνέφαμε κρυφά από τους μεγάλους, ψιθυρίζοντας ντροπαλά: << Στερνότερα θα σας δούμε κοντά στους πάγκους με τους πραματευτάδες. Ακούστε τώρα το τροπάρι του αγίου και σαν τελειώσει ο παπά – Καλλίνικος τη λειτουργία βγείτε έξω! >>

Μας άκουγε ο νεωκόρος και μας ψιθύριζε θυμωμένος:

--- Σουτ!

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ο τζέντλεμαν των τραίνων



Ο άντρας με την γκρίζα γενειάδα άφησε το χρυσόδετο βιβλίο   στο ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι σαν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά κι έτρεξε βιαστικά να το σηκώσει. << Η γυναίκα μου θα ‘ναι >> σκέφτηκε κι έβαλε το  ακουστικό στ’ αυτί του.   
            --- Χλωμέ μου, πάνθηρα! Μ’ ακούς;  Η φωνή της όπως πάντα θρυμμάτισε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο σπίτι.
            Η φωνή τού άντρα  αντήχησε κι αυτή μουσικά και τρυφερά:
            --- Μαγεμένη μου, εσύ! Σε πεθύμησα! Τι ώρα φτάνεις;
            --- Στη μία το πρωί!
            --- Πεθαίνω να πιω νερό από τις πηγές τού μαγικού σου κορμιού. Θα σε περιμένω στο σταθμό γυναίκα αγαπημένη!  
            --- Κι εγώ σε πεθύμησα αγνό μου πλάσμα. Θαρρώ απόψε ένα  βράδυ θα σου δώσω ονειρικό!

Η εικαστικός

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

       Στη νέα μου γειτονιά το παλιό τριώροφο με τα κόκκινα κεραμίδια και τις ορτανσίες στα μπαλκόνια του με μάγεψε. Τόσο ωραίο και κομψό ήταν  στη θέση του.

       Το φθινόπωρο, τ’ απογεύματα, μετά το διάβασμα περνούσα από το δρόμο του και το θαύμαζα.  Μου άρεσε να βλέπω τον ήλιο  που μετά από ένα βασανιστικό μεσουράνημα πηγαίνοντας να πέσει στο Ιόνιο, έριχνε τις ακτίνες του πάνω του. Και τότε τα τζάμια του αντανακλούσαν  σκιές και  αχτιδωτές γραμμές. Σε όσα παράθυρα ήταν κλειστά  φανταζόμουν πως οι κόκκινες λουρίδες, που έμπαιναν από τις μισάνοιχτες γρίλιες, έπεφταν  στα ακριβά σιδερένια κρεβάτια, στα έπιπλα από ξύλο καρυδιάς και τις βαριές και καλαίσθητες πόρτες με τα μπρούτζινα πόμολα.

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Μύκονος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τούτοι που δεν ξέρουν να μοιράσουν δυο γαϊδάρων άχυρα αλλά έχουν το χρήμα κάθε καλοκαίρι μαζεύονται στη Μύκονο. Κατεβαίνουν από τις τζιπάρες τους, φισκάρουν στα ξενυχτάδικα και τουλουμιάζουν αλύπητα το σάπιο σώμα και την αμαρτωλή ψυχή τους πίνοντας τον περίδρομο χημικό αλκοόλ.

Στη μέθη τους κάνουνε ευτράπελα, γίνονται καραγκιόζηδες και γελάει το παρδαλό κατσίκι. Αρσενικοί << διάσημοι >> πετούν τα πουκάμισα και κάνουν στριπτίζ. Ηθοποιοί με υποκριτικές σπουδές στο σεξουαλισμό σαλιαρίζουν με γύναια της SHOWBIZ. Καλλιτέχνες φαιδροί σκνίπα στο μεθύσι καπνίζουν μακριά τσιμπούκια, γελούν και καρυκεύουν το λόγο τους με αισχρολογίες. Αγάδες του ελληνικού δημοσίου ρουφάνε τις μπουκάλες του τζιν σαν νεροφίδες. Σουλτάνοι φοροκλέφτες χαρίζουν τριανταφυλλένια γελάκια στις ροδαλές εταίρες τους. Τεμπέληδες μπουρζουάδες με τα σωθικά τους θερισμένα σπάνε σταμνιά και ρίχνουν πόρτες κάτω, κάνοντας το κέφι τους.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ο Μαρξ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Όχου, Μαρξ! Το ‘χες δει το τέρας του καπιταλισμού που ‘χε μπήξει τα δόντια του στο σβέρκο του εργάτη και του ρουφούσε το αίμα! Κι έγραψες << το κεφάλαιο >>. Το ιερό κι όσιο ανάγνωσμα για τη σκλάβα, την υπηρέτρια, τους σύγχρονους Όλιβερ Τουίστ, τους ναυτεργάτες των κυμάτων, τους ανθρακωρύχους του Βελγίου, τους σκαφτιάδες στις φυτείες καλαμποκιού της Καλιφόρνιας.
Σκύψαμε στις σελίδες του, όντες φοιτητές και κόψαμε από το συσσίτιό μας να το αγοράσουμε. Θέλαμε να ξεστραβωθούμε, να διώξουμε την τύφλα από τα μάτια μας και να μάθουμε τι πταίει, που ο εργάτης είναι πάντα νηστικός κι ας τρίβεται όλη μέρα σ’ του δρόμου τη σκόνη και στα γρανάζια της μηχανής.

Σώματος άθλησις

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Μας πνίγει το φασισταριό. Από το δασκαλάκι με τη βέργα ως το γιατρουδάκι που δεν ξέρει να βάλει τον καθετήρα. Από το διορισμένο υπαλληλάκι μέχρι τη φρυδού γραμματέα που γλείφει γλειφιτζούρι και σου δίνει ασφράγιστο το δίπλωμα οδήγησης. Από τον ταξιτζή που πιάνει μπούτι αντί λεβιέ. Από το σκουπιδιάρη που αφήνει τα μπεμπιλίνο στην πόρτα σου και αδειάζει τον ψόφιο γάτο στον παιδότοπο της γειτονιάς.
Φασισταριό που εκκολάπτεται ως όφις στο ωόν. Που πιστεύω του έχει το άρτσι- βούρτσι, τον τρόμο, τη βία και τον αριβισμό. Που κάνει αρκουδόμουτρο το ανθρωπάκι της θεσούλας. Που τον ντύνει με τριχοφυία ποιμενικού μολοσσού και τον διατάζει: γίνε Ταλιμπάν και όποιον πάρει ο χάρος.

Πάνω Πόλη

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Παρελθοντολογώ και πάλι. Όχι όμως συνεχώς. Μια φορά στο τόσο. Θέλεις για γιατρειά, θέλεις για τις φλόγες της Ελένης, όμως παρελθοντολογώ.
Για να ξεθάψω μια ζωούλα, στα κομμάτια της να ψάξω το πικρό μου δάκρυ. Να θυμηθώ το παλληκαράκι, εμέ, που άφησα το σπλάχνο του χόρτου και ήρθα στην Πάνω Πόλη. Έφηβος πια, να συνάξω σοφία στο γυμνάσιο της Αρκαδιάς, να αποστηθίσω το << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά >> και να δω το κεφάλι μιας όχεντρας φτώχειας να δαγκώνει και να συντρίβει χαμάληδες και λούστρους και ν’ αφήνει απείραχτους άρχοντες και αφέντες.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Η ξαποστάρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Έξω από τα Φιλιατρά, νότια πάνω σε μια στροφή θανάτου, είναι φυτρωμένη μια χοντρή ελιά. Μοιάζει με όρθια παχύσαρκη γριά που λιάζει τα λαγόνια της και ρίχνει μούντζες στους περαστικούς. Γύρω της δεν είναι άρπες οι αδελφές της ελιές, που τραγουδούν όταν με τη μάνητά του τις σφίγγει στην αγκαλιά του ο άνεμος, αλλά οι φωνές των εν τόπω χλοερώ σκοτωμένων.

Ο μπαρμπα – Γιάννης

ΔΙΗΓΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
 
Καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε κάτω τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: << Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι… >>

Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.

Η ιστορία της Τάνιας

ΔΙΗΓΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στη στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας, τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.

Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία τής διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή τής επαρχιακής πόλης.

Η θεια μου η Πραξώ


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Όλα της τα χάδια μ’ άρεσαν. Όλες μου τις τρέλες τις ανεχόταν. Κι όταν ήταν να με μαλώσει το ‘κανε με τρυφερά μαλώματα. Μωρό με νανούρισε όπως έλεγε η μάνα μου, σπίθα κρυφή μου ‘ριχνε την αγάπη της στην ψυχή μου.

Πάντα ντυμένη στο γκρίζο και μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι ριγμένο στα μαλλιά.

Όταν πήγα σχολείο χάρηκε. Άρχισε και με ορμήνευε. << Έτσι βάστα το μολύβι κι όχι σαν πρόκα στο μάτι του εχθρού σου. Τα γράμματα κάνε τα ζωγραφιστά. Να μοιάζουνε ανθρώπινα κι όχι κότας. Ορνιθοσκαλίσματα γράφουν οι μπουνταλάδες, εσύ είσαι σοφός, πρέπει να βάζεις γυαλιά στους δασκάλους σου >>.

Κυπαρισσία


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ζω και ροκανίζω το χρόνο μου στη φλογάτη αυτή πολιτεία τής θάλασσας. Ως έφηβος πρωτοείδα το χρυσό διάδημά της και ως διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος στα σχολεία της δίδαξα τους μαθητές μου με τη συνοδεία των ασώματων αγγέλων της. Και τώρα με τη νεότητά μου μαραμένη, τους ευώδεις παραδείσους της πορείας μου σκαμμένους από το φλύαρο καιρό και τη χλεύη τού Προκρούστη χρόνου, σέρνομαι στους δρόμους της σαν μαραμένο φύλλο, καπνός που σαν νέφος θα σκορπιστεί στον ουρανό.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΙΝΑ




ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
 


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος





 

 










 ΠΕΙΝΑ

Διορίστηκα σ’ ένα χωριό χωμένο σε λασπότοπο και με τα βουνά γύρω του θαμμένα μέσα στην πέτρα και τα γαϊδουράγκαθα. Η ζωή των κατοίκων τραχιά με τα μαραγκιασμένα μάγουλά τους όλη μέρα πάνω από τις αναβόλες να σκαλίζουν τη γη, τη λίγη χαρά τους ξοδεμένη στον καφενέ και την απολαβή τους σε λίγες κουταλιές τραχανά που κυλούσαν κάτω σαν κακός αέρας.

Το σχολείο ερείπιο με τις σκισματιές τού ασβέστη στους τοίχους αμπάλωτες, το << υπνοδωμάτιο >> χρόνους ν’ ασπριστεί, τις πόρτες και τα παράθυρα να έχουν να καινουργωθούν από τότε που το οίκημα χτίστηκε συθέμελα. Η κουζινίτσα αυτοσχέδια στο περβάζι του γραφείου με οικιακά σκεύη ξεγάνωτα, φλιτζάνια ραγισμένα, μπρίκια ξεχαρβαλωμένα και κουταλοπίρουνα στοιχισμένα σε τραπέζι κουτσό.

Το φαί σπαρτιάτικο. Πέντε μέρες ξηροφαγία, το Σάββατο ρέγγο καψαλισμένο, την Κυριακή ψάρι κονσέρβα. Στις εθνικές και τις χριστιανικές γιορτές ένας παθημένος της ανέχειας, μου ‘φερνε χόρτο βραστό. Μου στόλιζε τη στράτα μου με λόγια αστραφτερά να μου δώσει κουράγιο και μ’ άφηνε τραβώντας για την κορυφή του βουνού, κοιτώντας με σαν φυγόδικο.

Χωρίς συντροφιά, γυρνούσα σαν μαντρόσκυλο τους δρόμους, ζούσα στην απελέκητη χωριάτικη ζωή, ορφανεμένος από πολιτισμό, φαμελίτης της παρέας που ξεψάχνιζε χαρτιά της τράπουλας και έπινε του σκασμού ποτήρια φίσκα από ούζο. Έβλεπα γουρούνια, γάτους, τράγους, άκουγα γελάδες που μουγκάνιζαν, ερίφια που βέλαζαν, ερωτύλους κριούς να εναποθέτουν το σπόρο τους σε τετράπαχες προβατίνες.

Πνιγόμουν στους θλιβερούς καπνούς της μοναξιάς, ματωνόμουν στο στενό καμαρίνι της αίθουσας. κομμάτιαζα το κέφι μου έτσι
πιασμένος που ήμουν στο δόκανο τη ζωής, γινόμουν σκιάχτρο όταν στούπωνα στο μυαλό μου τις χαρές της ζωής που έχανα.

Μόνη όαση φωτός τα πουλιά της φράχτης και ο μπακάλης που βρώμαγε σαρδέλα και τυρί. Δυο ξενύχτηδες με καλές φωνές μου πρόσφεραν μουσική. Κι ένας ζητιάνος με το ραβδί του να χτυπάει τις πόρτες, έργο θεατρικό.

Όμως δεν το κούνησα ρούπι από το χτικιασμένο τούτο τόπο. Κι απ’ αυτό αλλά κι από άλλους πολλούς για να ‘ρθει το πλήρωμα του χρόνου να με στέψει παλιόγερο για πέταμα. Έτσι << λόγω γήρατος >> πήρα ψίχουλα σύνταξη, πόρο ζωής για τον επιούσιο και για τα έξοδα της καθόδου μου στον Άδη.

Και τώρα με 1050 ευρώ ζω στενή ζωή και αναπνέω κακό αέρα. Τα 900 πάνε σε χρέη και χαράτσια, τα υπόλοιπα μένουν για το ρεβίθι. Γιατί έτσι το ‘φερε η οργή. Να γίνω δασκαλάκι κι όχι κλέφτης. Να γίνω αμνός κι όχι λύκος. Νομοταγής κι όχι ληστής. Να πίνω το καφεδάκι μου μισό και να τραγουδώ ντιριντάχ ντιριντάχ στη χουγιαγμένη μου ζωή, δείχνοντάς της τα εξώδικα σωρό.

Ως πότε Έλληνες; Ως πότε θα βαστάξει το γλέντι τους; Μας κούτιανε η φτώχεια και δεν ξεσηκωνόμαστε; Ας αφήσουμε τον καναπέ και ας θυμηθούμε το Ρήγα!