Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Μια παλιά Πρωτοχρονιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Κρύα κεριά, λιωμένα οι πίσω καιροί. Μαύροι με την κλωστή τους δεμένη στην καμπούρα μας. Με χτικιασμένη τη ζωή μας, να σούρνεται πάνω στο σάλιο τους, η ελπίδα μας να μαραίνεται, χιτλερίσκοι άγριοι να μας σκοτώνουν το χαμόγελο και να μας σπρώχνουν στο χάσκον χάος του γκρεμού. 
          Αγύρτες αισχροί, έφεραν μετά το πενήντα  μια Πρωτοχρονιά, κορδωτή καουμπόισσα, που ‘κανε στάχτη και μπούρμπερη τη φτωχή χαρά μας. Ούτε κουραμπιέδες μας έφτιαξε και κείνη η γαλοπούλα στο πιάτο μας ήταν άγευστη, χωρίς κρέας και όλο κόκαλο. 
          Εμείς του αδελφάτου της γειτονιάς θέλαμε να φάμε.  Δεν μας άρεσε να τρώνε μόνο οι κλέφτες. Γι’ αυτό διώξαμε με την αυγή της Παραμονής τη σγουμπή διακονιάρα κατήφεια και με το τρίγωνο στο χέρι, πήραμε σβάρνα τους δρόμους να πούμε τα κάλαντα στην ασήκωτη φτώχεια. 

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Τερψούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα νοτισμένα άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια Μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Περνούν οι καιροί, κοιτάς το τρύπιο σου παπούτσι, ποιητής γίνεσαι μιας άλλης περασμένης εποχής και δένεσαι με το σπόρο του έρωτά της. Εποχή παγωμένη κι εσύ να κάνεις μάθημα σε χωριό σκαπετημένο στην κορφή του βουνού με προίκα σου ένα σχολείο γεμάτο κοράκια και ποντικούς. 
             Μακράν της πόλης, εφτά ώρες ποδαράτο, χωρίς πολιτισμό και με τους λύκους  να σε κοιτάνε σαν χίτες να σε κατασπαράξουν.  Θεονήστικος, άφραγκος, το χρόνο μου σπαταλούσα στο αδελφάτο των χαρτοπαικτών, μαζί τους άκουγα το ίδιο τραγούδι: << Ληστή μου, πιες κρασί στης ερημιάς την κρήνη κι εσύ, φονιά μου, εσύ, παντρέψου την ειρήνη >>.
             Γλίστρησαν οι μήνες, σκυθρωπή γεροντοκόρη η Παραμονή των Χριστουγέννων μ’ ένα χαμόγελο μου ‘δειξε το δρόμο να φύγω. Πώς να φύγω;  Ένας φαρισαίος καιρός είχε χιονίσει, γεφύρι δεν είχε αφήσει,   τους σπίνους και τις καρδερίνες είχε ενταφιάσει, τον ουρανό είχε μαυρίσει με μονόφθαλμα γεράκια σαρκοβόρα. 

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Άνεργος και ταπής

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Σαράντα πέντε χρονών και είναι άνεργος. Χτικιάζει η ζωή του, μαραίνονται τα όνειρά του, σαν γυμνοσάλιαγκας κυλάει πάνω στο σάλιο του και κολλάει εκεί στο χάσκον χάος του. Στεγνός ο φάρυγγάς του, γεύεται που και που το εκκλησιαστικό όσπριο, καθημερινώς παρακαλεί απολιθωμένους χορτάτους να τον τυλώσουν εκχωρώντας του την ουρά του σιτευτού μόσχου που καταβροχθίζουν. 
       Μαύρος ο καιρός του, οι τσέπες του άδειες, ένα μουντό κατακάθι σαπίζει τα στήθια του. Απελπισμένα ζητάει δουλειά, το σέντσι του λείπει, με παυσίπονα λιπαίνει την αρρώστια που του αφήνει η χιτλερού ανεργία. Του ‘ρχεται να σκάσει, να πέσει από τον όροφο, να φύγει απ΄ τη ζωή, να γράψει τραγωδία. Ανεβασμένος στον Όλυμπο τόσο καιρό, κάτω ξαπλωμένος τώρα, δεν τρώει, δεν πίνει, δε μασά, στο μουχλιασμένο πιλάφι και στα μακαρόνια τα ορφανά να σκύψει δε γίνεται, κοιμάται και τυλώνεται με τα ηλάσθητι και τα κύριε ελέησον.  

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Το λιτρουβειό

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Περνούν οι καιροί και σκέφτομαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα πέντε ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν  το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο. 
             Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου  σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>  

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Ξύλο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μαύροι καιροί, συννεφιές, ξύλο και αφραγκίες. Χτικιάζει η ζωή, χαμωσέρνεται, στο ψωμί της αλείφει έμπυο σάλιο, μαραμένη ελπίδα και όνειρα ξεφτιλισμένα μιας χάσκουσας και σάπιας πολιτικής, που τρέφεται με το σβησμένο γέλιο μας.
                 Και οι φουκαράδες οι Έλληνες, οι ραγιάδες, οι πεινασμένοι, τρέχουνε στο Σύνταγμα, δείχνουν το άδειο τσουκάλι τους στους  τριακόσιους χορτασμένους, με ψίχουλα παρακαλάνε να τους το γεμίσουν, από νηστικοί χορτάτοι να γίνουν. 
                  Κι εκείνοι τους ρίχνουν ξύλο, τους τουλουμιάζουν, τους χορταίνουν χαστούκια και κλοτσιές, ό,τι γκλόπς βγαίνει από τις αποθήκες της  αστυνομίας πάνω τους το σπάνε. 
                  Δε βγαίνει τίποτα, γυρίζουν μ’ άδεια χέρια, οι  χιτλερίσκοι της βουλής, ανένδοτοι, τους τάζουν πάλι λιτότητα, τους απειλούν από τα κανάλια, τους φοβερίζουν, άλλο ένα ντου στο κάστρο τους να κάνουν και θα τους χάψουν και την ουρά  και το βόδι.