Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΆΦΗΜΑ: Στο διάβολο, μπολσεβίκο!

Του Παν. Αντωνόπουλου
Σπούδαζα σε μια εποχή μαύρη χωρίς μεγαλεία. Στην πατρίδα χούντα, η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου εφτασφράγιστη, οι λύκοι της ασφάλειας μ’ ανοιχτό το στόμα γύρω μας, καθηγητές που έσκαγαν πλάκα με τα σκελετωμένα σώματά μας που τα είχε φάει μια πείνα Μέδουσα. 
            Το ρευστό εσαεί ψαλιδισμένο, ο πατέρας άρρωστος από κακιά νόσο στο νοσοκομείο, η μητέρα να πλένει γριούλες για τον επιούσιο, οι καημοί μου  να ξεψυχούν σ’  ένα σκοτάδι απελπισίας και θανάτου. Όμως δεν το ‘βαζα κάτω. Ξημεροβραδιαζόμουν στο βιβλίο, έμενα άυπνος, στερούμουν τη ντολτσεβίτα, ήθελα να πετύχω το στόχο μου και να χριστώ πτυχιούχος με λαμπρό το πνευματικό μου έαρ.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο θάνατος του Μοχάμεντ Φαριγιάρ

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου
Στην  πολυτελέστατη θαλαμηγό του << Σοράγια >> θα γιόρταζε την εικοστή πέμπτη επέτειο της θητείας του στην εξουσία της χώρας του ο  δικτάτορας Μοχάμεντ Φαριγιάρ. Γι’ αυτό σκέφτηκε να καλέσει τους επιτελείς του στη μεγάλη σάλα της και μέσα σε ατμόσφαιρα χλιδής, υπεροψίας και εκφοβισμού να τους μιλήσει για το μεγαλείο και την πρόοδο της πατρίδας τους κάτω από το στρατιωτικό καθεστώς το οποίο τόσο επιτυχώς εκπροσωπούσε!

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Φουστάνια καλοκαιρινά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
               Δεν ξέραμε τότε το  KOLOR  GEL, ούτε  τις κρέμες ενυδάτωσης και τις αντιλιακές. Γυμνοί βουτούσαμε στις γούρνες της ρεματιάς, ξυπόλητοι τρέχαμε να στήσουμε πλακοπαϊδες για να πιάσουμε αετομάχια, ώρες ολόκληρες στηνόμαστε κάτω από τις κοκορεβιθιές για να σκοτώσουμε με τη σφεντόνα σταρήθρες και συκοφάγους.
                  ‘Όχι! Δεν είχαμε  τα σημερινά βιοχημικά εδώδιμα. Λίγο το φαγητό, το λάδι και το ψωμί, λίγες και οι ντομάτες με τις πατάτες. Έτσι χαιρόμαστε πιο πολύ το σώμα του καλοκαιριού, τις σκουριασμένες ψυχές μας από τα ανήλιαγα δωμάτια και τη σκόνη του πίνακα στα θερισμένα και στις ακρογιαλιές γιατρεύαμε.   
                Κλείνοντας το σχολείο κάναμε μπρατ. Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν νοερά μακροβούτια σαν δέλφινες. Οι καμπίσιοι έβλεπαν να παίρνουν νυχτερινούς υπνάκους  σε αρωματισμένες αγκαλιές με σγουρούς βασιλικούς, οι βουνίσιοι να παίζουν φλογέρα  με τους τσοπάνηδες στις πλαγιές.