Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Καλή χρονιά με άδειους τεντζερέδες!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Με το πρώτο κοκοράκι παίρναμε τους δρόμους. Με φωνή που πατούσε στο σωστό ρυθμό της νότας του πενταγράμμου, τραγουδούσαμε: <<Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δενδρολιβανιά… >> σ’ ένα κόσμο βουτηγμένο στο αίμα και στην αμαρτία. Η μουσική μας έφερνε ντελίριο, πέταγε έξω τους νοικοκυραίους και τους μάζευε σαν τις όρνιθες στην πόρτα ν’ ακούσουν το φίνο άσμα μας. Χαίροντες στο τέλος, χάιδευαν τα κουρεμένα κεφάλια μας, λευκή η ψυχή τους σαν νύμφη ανύμφευτη πανηγύριζε που διώχναμε τον πολέμαρχο της καθημερινότητας Αρταξέρξη βασιλιά.
               Ιδρωμένοι απλώναμε κάτι χέρια, όλο κόκαλα. Οι κοπελούδες γλυκοξύπνητες γελούσαν με χείλη μαργαριταρένια. Άνοιγαν τις ποδιές τους και μας μοίραζαν από τον παράδεισο που ήταν σκόρπιος στο αγιασμένο τους νοικοκυριό. Χριστοκουλούρες, αυγά, καρύδια, σταφίδες, δραχμούλες σκουριασμένες με  σβησμένες τις όψεις τους. 
              Φορτωμένοι, συνεχίζαμε την επωδό: <<Το καλαμάρι έγραφε την μοίρα του την έλεγε και το χαρτί ομίλει, Άγιε μου καλέ Βασίλη >>.

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ:Ερμελίντα

 Του Παν. Αντωνόπουλου 
          --- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το  χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας! 
          Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος  και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο. 
          --- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
         Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για  κουβέντα. 
Άφησε τον πάγκο και κάθισε στο τραπέζι. Τα κατακόκκινα μάγουλά της είχαν λαμπαδιάσει γιατί τα ‘χε τσούξει. Ήταν όμορφη και νέα. Θαμμένη όμως πίσω από το παράθυρο να τραβάει το μπερντεδάκι, ήξερε τι εστί ζωή σε χωριό άψυχο σαν γρανίτης. Και είπε σιγαλά και με στοχασμό: 
        --- Είναι νέος, γραμματισμένος με κουρδισμένη καρδιά από αόρατη δύναμη να δείχνει τη σοφία στα παιδιά και να τους μαθαίνει να θαυμάζουν τον Αυγερινό και να σιχαίνονται την Άβυσσο. Όμως εδώ που ήρθε χαντακώθηκε, η νιότη του λαβώνεται και η σοφία του μαραίνεται. Τόπος είναι αυτός για ένα τέτοιο πριγκιπόπουλο που το βλέμμα του σταλάζει ανάλαφρη την αφτέρουγη Νίκη! Κι αν αγαπάει; Τι τον κρατάει εδώ! 

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Θεριά οι άνθρωποι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                   Μην τίκτεις Παναγία μου, τον υπερούσιο υιό σου. Στο σπήλαιο δε θα οδοιπορήσουν μάγοι, ούτε άγγελοι μετά ποιμένων να τον δοξολογήσουν, αλλά οπλισμένοι Ευρωπαίοι ορθόδοξοι τζιχαντιστές που ψέλνουν << Ωσαννά >> στο Σωτήρα χρήμα. Γέννησέ τον στις νεφέλες του ουρανού, στους αστεροειδείς  εμπιστέψου τον και στον αστερισμό του Υδροχόου. Εδώ στη γη θα πνιγεί στο αίμα των σφαγμένων, θα καεί στο δάκρυ των αδικημένων, την αγάπη θα δει των ανθρώπων να πνίγεται ριγμένη σε πέλαγος φουρτουνιασμένο.
               Στη γη σου και στη γη μας, οι νηστικοί πληθαίνουν, οι εν τόπω χλοερώ αυξάνουν, οι δουλευτές παίρνουν των ομματιών τους και πάνε στον αγύριστο, στις φάμπρικες του Κρόουλ Σβαν και του Γιοζεφούχτεν οι μηχανές κόβουν δάχτυλα, αφήνουν σακάτες, σκορπίζουν θάνατο. 
               Το ΔΝΤ μας έκανε φίνο κούρεμα, μας πήρε το έσω ρούχο, μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, φάρμακο, ψωμί, γάλα, τα ‘κοψε, το φτωχό μας τσαρδάκι τ’ άδειασε, οι διαμένοντες μέσα υποβιβάστηκαν σε φτωχαδάκια. 

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.
    Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ:Τερψούλα

Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 
   Η Τέρψη η γειτονοπούλα μου, έφτιαχνε ζωγραφιές με αγγέλους σε  χοντρό χαρτί περιτυλίγματος. Ζούσε όπως κι εγώ σε σπίτι μικρό, σ’ ένα καμαράκι με κουζίνα από σανίδες, χωρίς φωτιά, χωρίς λεφτά κι έτρωγε ρύζι και όσπρια που της έστελνε το φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας. Ο πατέρας της εργάτης στους δρόμους και η μητέρα της  πλύστρα στους πλούσιους. Χαράματα σκορπούσαν και μεσάνυχτα γύριζαν.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: Ένας παράξενος θάνατος την Άγια Νύχτα

Του Παν. Αντωνόπουλου
         Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στη μικρή επαρχία κι έκανε τους κατοίκους της άνω κάτω. Έλεγε πως το ερειπωμένο και στοιχειωμένο σπίτι στα ανατολικά της πόλης, που χρόνια τώρα ήταν κλειστό και το επισκέπτονταν μόνο τα νυχτοπούλια, απόχτησε οικοδέσποινα μια γριά στρίγγλα που της άρεσε να διηγείται ιστορίες και θρύλους τρόμου.  
Ήρθε έλεγαν οι φήμες για να αναστήσει τη νεκρή Παράδοση που τον ενταφιασμό της είχε προκαλέσει βάναυσα η φωσφορίζουσα χλιδή και η φθορά των αξιών της παραπαίουσας και διεφθαρμένης σύγχρονης κοινωνίας. Οι ακροατές στην αρχή ήταν λίγοι, αλλά σαν περνούσε ο καιρός και η αφηγηματική ικανότητα της γριάς καταγοήτευε τους πάντες, το ακροατήριο πύκνωνε αλλά παράλληλα αυξανόταν και η καχυποψία για το σκοπό και το έργο της. 
Όσο  ακόμη ήταν μικρή αγαπούσε τη φιλομάθεια και την ανάγνωση μύθων. Της άρεσε πολύ όμως και να τους διηγείται, προσθέτοντας στοιχεία άκρατης φαντασίας και τρόμου. Για να θεωρηθεί έτσι από το εκκλησιαστικό και οικογενειακό της περιβάλλον  << άκρως επικίνδυνη για τη διανοητική της κατάσταση >> και κλείστηκε σε μοναστήρι.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο φουκαράς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Α, τον έρημο! Απολυμένος πώς να ζήσει; Έχει δυο ευσχήμονες υιούς, μια θυγατέρα, πλουμιστή περδικούλα, και, όλο του ζητάνε. Σπουδάζουν στην περιφέρεια, ο δρόμος τους Γολγοθάς, η ζωή τους σκόρπια στάχτη. Η σύζυγος στα Δερβενάκια της κουζίνας, ο ίδιος πολυτεχνίτης, κόβει χόρτο στον κήπο του γείτονα, στους δρόμους της πόλης βουλώνει τις γράνες, στο ποίμνιο του βοσκού κάνει τον μπαρμπέρη.
             Το μεροκάματο ψίχουλα, τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, ο τέντζερης άδειος, η ντομάτα φιλεμένη από τον ξάδερφο δεν απολείπει στο τραπέζι. Στο σούπερ μάρκετ μέχρι να μπει βγαίνει, όλο το ψώνιο του δυο χαρτιά τουαλέτας και μια κονσέρβα  για να γίνει μερίδες για τρεις μέρες.
            Στο σκοτάδι μασάει την μπουκιά του, στο γερμένο σπίτι τριγυρνάει σαν μπελέχαρος ποντικός. Ο γάτος εργάτης της  εταιρείας σκαρφαλωμένος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα, ζόρια ατελεύτητα του άφησε, κατεβάζοντας το διακόπτη. Κι έτσι οι πληγές του από δέκα γίνανε εκατό. Δεν μπορεί να βράσει μακαρόνι στο τυφλό μάτι της κουζίνας, να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο, να φωτιστεί με λάμπες σβηστές, να τέρψει το έσω του με το Σουλεϊμάν στον κακαρωμένο δέκτη.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Λίγη κόρα ψωμί


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Έτσι το  ‘φερε η οργή να γίνουμε άλλοι σοφεραίοι, άλλοι περιπτεράδες και κάποιοι δασκαλάκια. Αμνοί και όχι κλέφτες. Νομοταγείς, χριστιανοί με περικεφαλαία, μισαλλόδοξοι, τζιχαντιστές κατά αλλοθρήσκων, λαλίστατοι τραγουδιστές της χουγιαγμένης μας ζωής, ελληνάρες που τους στραγγάλισαν γενίτσαροι πολιτικοί πριν λυθούμε ακόμη από το λουρί της μάνας μας. 
              Ο προπάππος μας είδε το φύτρο του να μεγαλώνει στο χωριό, ο παππούς συνέχισε το δικό του στο ρεικότοπο, ο γεννήτορας θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο να ξελογγώνει μια σποριά να την κάνει γη.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ω γύναι, γλυκύτατό μου κάλλος

Του Παν. Αντωνόπουλου 
        Ο άντρας γοητευμένος από την κομψότητα του επιπλωμένου δωματίου, σεργιάνισε κεφάτος τρεις φορές ανάμεσα από τα όμορφα έπιπλα κι αφού τα θαύμασε, βγήκε μ’ ένα ανάλαφρο βηματισμό στη βεράντα. 
Μόλις είχε γυρίσει από τη λειτουργία της Ανάστασης κι ένιωθε εκπληκτικά όμορφα. Έτσι με γιορτινή διάθεση αφέθηκε να κοιτάζει το στολισμένο με τα άστρα ουρανό και το αστείο κίτρινο φορεματάκι που στραφτάλιζε στο κορμί τής θάλασσας φορεμένο από τις βελούδινες αχτίδες του φεγγαριού.
<< Συνηθισμένα πράματα αυτά που βλέπω >> σκέφτηκε << αλλά λεπτοδουλεμένα από χρυσό κι ασήμι τόσο περίτεχνα από τη φύση που μόνο αυτή ξέρει να φτιάχνει με την αθόρυβη έμπνευσή της και τον ευφυή χρωστήρα της! >> και με μια υπερβολική αισιοδοξία, έσκασε ένα επιπόλαιο γελάκι που θρυμμάτισε τη σιωπή τής ήρεμης νύχτας.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πύργοι χάρτινοι!

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Μεσημεράκι, ραντισμένο με σκόνη Αφρικής και σύννεφα γεμάτα γυαλιά. Ο εγγονός τάιζε στην αυλή το γάτο κι ένας ήλιος που ‘παιζε κρυφτό με το σύννεφο τους ζέσταινε. Στην πόρτα μπαίνει ο παππούς με το σακάκι ριγμένο στον ώμο, την τσάντα συντριμμένη στον τροχό της κρίσης, το μάτι του άσπρο γιατί ό,τι έπιανε στο ράφι του σούπερ  μάρκετ γινόταν ανήμερο θεριό και τον δάγκωνε με το κοφτερό του δόντι. 

           Ο μικρός ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Οι γυαλιστερές μπούκλες του κυμάτισαν, τα ζυμαράκια δάχτυλά του χώθηκαν στις τσέπες του και τις έψαχναν. Βρήκε πάτο, έπιασε αέρα και ο λιποτάκτης φύλακας άγγελός του, του έστειλε δάκρυ καυτό στα μάτια. << Τίποτα δε μου ‘φερες, τίποτα, παππού; >>  Η φωνούλα του δε βγήκε ολόκληρη, έσβησε πριν ακουστεί το τελευταίο… ουουου… Και όπως ένα πληγωμένο ζωάκι σύρθηκε  στους ανθούς του κήπου.