Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Παρέα με τους χοίρους

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Δειλινή μου!
Εδώ στη σταυρωμένη επαρχία μη θαρρείς πως καταβροχθίζουμε τα << Άνθη του Κακού >> του Μπωντλαίρ ή αλέθουμε το χρόνο μας βλέποντας το << Βυσσινόκηπο >> του Τσέχωφ. Οι πνευματικές μας οάσεις λιγοστές, αδιέξοδο βρίσκουν σε καλαμιές και φρύγανα. Σε σήριαλ που γλιστράνε σαν χέλια τις νύχτες μας, σε ταινίες με το θόρυβο των tanks, σε όνειρα ζωγραφισμένα με χρώμα από το αίμα των σφαγμένων παιδιών του πολέμου.
           Το βιβλίο το πετάμε. Οι σελίδες τους κουρελιασμένες από την κρίση δε διαβάζονται. Έτσι η γνώση τίγρισσα δε δαμάζεται. Και μένουμε, όχλος, πλέμπα, μαϊμούδες!

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Ο δάσκαλος

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Με κούρευε με τη μηχανή όταν γνωριστήκαμε. Άσχημος, χοντρός με μαλλί μαύρο και αγκαθωτό σαν του αχινού, έμοιαζε με θρεμμένο χοίρο. Μ’  έκανε γουλί κι αφού μου τράβηξε το δεξί μου αυτί,  μ’ έστειλε να καθίσω στο έσχατο θρανίο.
Στο μάθημα που σμίξαμε τις ματιές μας, σάλταρε πάνω μου και με τη φωνή του μπάσα και υψωμένη, μου είπε:  
--- Να το πετάξεις αυτό το κόκκινο κασκόλ που φοράς, γιατί δε μου χτυπάει καλά στο μάτι! Το γαλάζιο είναι το εθνικό μας χρώμα κι αυτό να προτιμάς!

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Σαρκοφάγοι γέρακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Δειλινή μου!        
Πάει κι αυτό το καλοκαίρι! Πέταξε σαν συννεφάκι  που το σπρώχνουν άγριοι λεβάντες και υγροί νοτιάδες.  Τα γλαυκά του μάτια έκλεισαν, ο ουρανός του γέμισε αστραπές με σχήμα φιδιών, οι βροντές του κάνουν τ’ άστρα να τρέμουν.
Ο βορράς, η πατρίδα σου, σε ζήτησε και πάλι να γίνεις μέτοικός της ύστερα από το ταξίδι σου στο  χλοερό νότο. Να βρεθείς έτσι στο μουντό χρώμα της και φύλακας του σκορπισμένου χώματος των  τύμβων της. Κι εγώ να μείνω μόνος ναυαγός του βαθυγάλαζου πελάγους και τυλιγμένος στις μενεξελιές πινελιές του Μεσσηνιακού ορίζοντα.  << Βασιλιάς της γης μου >> όπως μου τραγούδησες, << ένας Οδυσσέας, στο παλάτι του Τριφυλιακού Αλκίνοου >> μου επανέλαβες.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Παστέλι και σάμαλι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
             Δεκαετία του ’60. Ένας γαμψονύχης δράκος μας έσπρωχνε στο γκρεμό, ένα ζαβό ριζικό βράδιαζε τη βιασμένη μέρα μας. Εκείνη μας έστελνε νηστικούς στο κρεβάτι με το αίμα ξεραμένο στα πόδια μας, μ’ ένα τρίμμα φόβου στα σπλάχνα, που έσκαβε το λαγούμι μας να κρυφτούμε μέσα. 
           Ουδέ διασκέδαση, ουδέ διεφθαρμένα σήριαλ, ουδέ τάμπλετ το φως της γνώσης να μας μεταδώσει. Τη βγάζαμε με αναρριχήσεις στα βουνά, με κλωτσιές σε τόπια από κουρέλια, πηδούσαμε φράχτες, μαργαρίτες μαδούσαμε, ψελλίζοντας ασθμαίνοντες: << Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει!  Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει … >> 

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Η Ούντρα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τι ύπαρξη θλιβερή κι αυτή τότε! Τίποτα δε χαιρόμαστε από τον αναστεναγμό κι ένα παράπονο πνιχτό. Η αγάπη να θέλει φίλημα και εμείς να μην μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας, να πιαστούμε μαζί της στο χορό, να διώξουμε τη Μέδουσα  που μας πέτρωνε.
Δεν έφταναν οι δέκα πληγές του Φαραώ που μας είχαν πατημένους, τα είχε και ο πατέρας σκούρα. Μέρες πεσμένος στο κρεβάτι δεν είχε σκοπό να σηκωθεί. Ο γιατρός που τον ακροάστηκε είπε, << πως τα ψωμιά του είναι λίγα και όπου να ‘ναι θα ρέψει, γι’ αυτό να ετοιμαζόμαστε για  σπερνά >>.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας ασυνήθιστος χορός

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Στο ιατρικό κέντρο ερευνών εφτά χρόνια ο δόκτορας Τζορτζ Άλφρεντ μαζί με τους συνεργάτες του αναζητούσε θεραπεία της νεύρωσης κάνοντας πειράματα στους εγκεφάλους σε μια ομάδα από γορίλες.  Οι πληροφορίες ανέφεραν πως σε έξι μήνες τα αποτελέσματα των ερευνών θα δημοσιεύονταν και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στους πάσχοντες από τη νόσο.
Μια είδηση όμως που δεν είχε εξακριβωθεί για τη γνησιότητά της και είχε τρομοκρατήσει τον κόσμο, έλεγε πως τα δυστυχισμένα πειραματόζωα είχαν υποστεί αλλοίωση στους νευρώνες και σε στιγμές κρίσης η διάταξη των ινών φύλλων έχανε τη βούλησή της και τα ζώα συμπεριφέρονταν σαν τρελά.

Γουρνοπούλα ψητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Τριφύλιοι λογοτέχνες. Τα έργα τους με διάρκεια και ύφος, η έκφραση και η γλώσσα περίτεχνα δομημένα. Με υλικό από τη ματιά τους που ρίχνει φως στα ανελέητα σκοτάδια μας. Με ίαμβους και δεκαπεντασύλλαβους που αιωρούνται στις στέγες των σπιτιών, διώκτες της σκόνης και της σήψης που έχει επικαθίσει.
Λήθη με πληγή αιμάσσουσα τούς ξέχασε, χέρι άρπαγας σκόρπισε τα χειρόγραφά τους και το καλοκαίρι διέλευσε χωρίς κάτι φίνο δικό τους να ειπωθεί. Στίχος τους δεν απαγγέλθηκε, παράγραφος δεν εμπεδώθηκε, έντεχνο γράφημά τους από χείλη αφηγητή  δεν ήχησε στο ους του δοκιμαζόμενου λαού.  

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ψαροφάγοι και πατατοφάγοι

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Είπα ν’ αλλάξω δρόμο, το μάτι μου να φύγει απ’  τα ερείπια της γειτονιάς μου, στα πηχτά μαστάρια των νεφών που χαϊδεύουν ανέγνοια τη θάλασσα να τα ρίξω. Και βρέθηκα να περπατάω σε ξερόφυλλα και πευκοβελόνες, σε κίτρινες κορφές χορταριών, σε κοτσάνια κοκαλιάρικα σαν χέρια. Μετά ούτε φύλλο δε σάλευε, ούτε στη θηλή του πεσμένου κλώνου μερμήγκι δε θήλαζε. Δρόμος ξεδιπλωνόταν φαρδύς, ασφαλτοστρωμένος, ντυμένος στα πορφυρά ενδύματα του πλούτου, γεμάτος πολυτελή φαγάδικα. Φωνές, γέλια, ξεφαντώματα, τραπέζια τίγκα στο πιάτο και της κουζίνας τις μοσχοβολιές,  ρεψίματα και στομαχόπονοι που έφερνε των πινακίων το άδειασμα.