Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Η ιστορία της Τάνιας

  Διήγημα
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
        Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας  << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στην στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη  εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.  
        Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία της διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή της επαρχιακής πόλης. 
        Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως όση δύναμη κι αν είχαμε μέσα μας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο πνευματικό σκοτάδι που αιωρούταν στον αέρα που αναπνέαμε και για να μην αλωθούμε από το σκουπιδαριό του κάναμε αυτές τις συντροφιές τις φτιαγμένες από τρυφερότητα και φιλία.

Κλέφτες στα βουνά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Μου ‘ρχεται ν’  ανέβω στο καμπαναριό της ενορίας μου και με φωνή Κολοκοτρωναίικη να φωνάξω στους συντοπίτες μου να συναχτούν και να τους τραγουδήσω το κλέφτικο: << Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερτιλήδες να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας έτσι που καταντήσαμε μαύροι και κουρελήδες, απ’ τους ελληνοχάφτηδες που τρώνε τα παιδιά μας. Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν’  ανταμωθούμε στον Άγιο Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κορφοβούνι πόχουν οι κλέφτες σύνοδο και οι καπεταναίοι, πόχουν αρνιά και ψήνουνε, κριάρια σουγλισμένα, οπόχουν  και γλυκό κρασί από το μοναστήρι. Κι εκεί της νύχτας αετοί και της αυγής λιοντάρια, να κόψουμε από τους Έλληνες το ξένο αλυσίδι >>.  
             Δεν πάει άλλο πια πρέπει ν’  ανεβούμε στα βουνά. Εδώ στον κάμπο και στις πόλεις τι να κάνουμε;  Πάλι τα ψίχουλα μας πέταξαν οι μικρονοϊκοί αντιπρόσωποί μας, την μπουκιά μας στεγνωμένη καταπίνουμε, μια μαριονέτα μαϊμού ανάπτυξη μας στάζουν και δε φαίνεται, τα βερεσέδια πάνε και έρχονται, ένα Άουσβιτς μας περιμένει με  σωρούς από σαπούνι να γίνουμε.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Σαραντακέρατη πείνα

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Στο νου μου ήρθε απρόσμενα η πίσω εποχή. Τότε που με το διοριστήριο στην πισωτσέπη ανέβαινα το βουνό να πάω στο χωριό, να βγάλω το μεροκάματο στο σχολειό του. Από κοτρόνι σε κοτρόνι κι από στουρνάρι σε στουρνάρι, περπατούσα κι όλο περπατούσα και χωριό δεν έβλεπα. Ώσπου το ‘ριξα στο κλέφτικο, ν’ ακούσει το χωριό και να βγει στο ξάγναντο!  << Ανάθεμά τα,  τα βουνά με το ζακόνι πόχουν, το καλοκαίρι κίτρινα και το χειμώνα μαύρα και την πικρή την άνοιξη πολύ ροδαμισμένα. Κανένας δεν τα χάρηκε μες στον απάνω κόσμο, η κλεφτουριά τα χαίρεται και τα μικρά κλεφτόπλα. Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρίχνουν στο σημάδι, γυρίζουν και στη σούγλα τους τα παχουλά κριάρια, ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα>>.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ:Ο θρήνος του νύχτιου επισκέπτη

Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΥΡΑ ΚΟΡΑΚΙΑΤου Παν. Αντωνόπουλου  
Εννιά νύχτες οι άνθρωποι που ζούσαν κοντά στη λίμνη άκουγαν γεμάτοι οργή και κατάπληξη ένα νυχτοκόρακα να θρηνεί ακατάπαυστα με κραυγές που πετούσαν φλόγες, καθισμένος στο  κυπαρίσσι που έμοιαζε σαν λεπιδωτός δράκοντας, στα βορινά της συνοικίας.
Κι όσο η ορμητική μανία του αέρα και το θυελλώδες θρηνητικό τραγούδι του τάραζαν τις άγριες νύχτες και σκορπούσαν τον τρόμο και τη φρίκη στους κατοίκους, άλλο τόσο και η μαζική υστερία γινόταν πιο έντονη κι ανυπόφορη.
Έτσι οι περισσότεροι παραμέλησαν ή ξέχασαν τις καθημερινές τους ασχολίες, τριγύριζαν νευρικά κι άσκοπα από χωράφι σε χωράφι, η φωνή τους φοβισμένη δεν ακουγόταν πια, η λάμψη των ματιών τους ξαφνικά έσβησε κι όλα έδειχναν πως το ταραγμένο μυαλό τους το       βασάνιζε ο απροσδόκητος αυτός νύχτιος επισκέπτης που τόσο ανείπωτο τρόμο τους προκαλούσε.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ελεήστε με, Χριστιανοί!

Αποτέλεσμα εικόνας για ζητιάνοςΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
             Νυχτερέμι του Καρκαβίτσα  έγινε η Μεσσηνία! Από τα σύθαμπα και αποκαρωμένοι από την υπνηλία εξαθλιωμένοι γείτονές  μας παίρνουν τους δρόμους. Όχι για να πάνε να καθαρίσουν τ’  αγριάγκαθα στο χωράφι τους, ούτε να πάρουν το κινέζικο μεροκάματο στη φάμπρικα του σπόγγου επιχειρηματία για να μπαλώσουν μ’ αυτό τη μισότριβη βράκα τους. Ούτε να αγοράσουν κάνα κομμάτι γουρνοπέτσι να μασήσει το δόντι της φαγανιάρας φαμίλιας τους. Τους παίρνουν να διακονέψουν!
             Τα χωράφια τους τα εγκατέλειψαν με τόσο φονικό φόρο που πληρώνουν, τη φάμπρικα την άφησαν γκρεμισμένο γιαπί σαν έσκασε η φούσκα του πλαστικού μάνεϊ του εργοδότη κουραμπιέ. Την πόρτα  του χασάπικου δεν την περνάνε με τίποτα. Ο χασάπης το φυλάει από τους φιόγκους με τις άδειες τσέπες και τους διώχνει με το γουρνομάχαιρο.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα:Η ιστορία της Τάνιας…

Αποτέλεσμα εικόνας για ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
        Εκεί ειπώθηκε αυτή η ιστορία. Στην ταβέρνα της αποβάθρας  << Το κύμα >> που αναδυόταν σαν μεγάλο χρυσό κοχύλι στην στιλπνή άμμο στο λιμάνι της Κυπαρισσίας τη δεκαετία του ογδόντα. Και ειπώθηκε θαρραλέα μεν αλλά με μια μνήμη που προερχόταν από σαπισμένη εποχή και που έπρεπε να ‘χε λησμονηθεί με το σκεπτικό ενός αφορισμένου και προδομένου έρωτα.  
        Είμαστε πέντε, δεμένοι μεταξύ μας και κουτσοπίναμε τα βράδια με σκοπό όχι να μεθύσουμε αλλά να βρούμε την ευκαιρία της διήγησης που με τη σχολαστική θωπεία της θα μας έδιωχνε για λίγο από την αργόσυρτη και βαριά ζωή της επαρχιακής πόλης. 
     Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως όση δύναμη κι αν είχαμε μέσα μας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο πνευματικό σκοτάδι που αιωρούταν στον αέρα που αναπνέαμε και για να μην αλωθούμε από το σκουπιδαριό του κάναμε αυτές τις συντροφιές τις φτιαγμένες από τρυφερότητα και φιλία.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ:Η γυναίκα του Πουατιέ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η γυναίκα του ΠουατιέΤου Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
               Η  γυναίκα  μπήκε  στο  facebook  κι   έκανε την  ανάρτηση:  <<  Γιατί τα παιδιά φέρονται  χειρότερα όταν  βρίσκεται η μαμά τους μπροστά >>. Το κείμενο  εκτενέστατα και μεθοδικά έκανε την ανάλυσή του αφήνοντας πολλές αιχμές για παρέμβαση και σχόλια από τους αναγνώστες.
              Ο συγγραφέας  διάβασε το κείμενο, το βρήκε συναρπαστικό και σχολίασε: << Μακριά από τη μάνα τους  τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια, μόλις όμως τη βλέπουν δίπλα τους ασφαλίζονται κι αυτό τους δημιουργεί εγωκεντρικές  συμπεριφορές. Φωνάζουν εδώ είμαι! Δώστε μας σημασία! για να τα προσέξουν. Αυτό συμβαίνει  και στους μεγάλους. Πολλές φορές το εγώ τους γίνεται υπερεγώ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε άτομα κυρίαρχα ή πολύ αγαπημένα! >>.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Χρόνια φευγάτα...

Αποτέλεσμα εικόνας για καστρο κυπαρισσιαςΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Πού ‘ναι εκείνα τα ατίθασα παιδιά της εποχής μου, που με το κεφάλι γουλί, γυμνές τις πατούσες, νηστικά και με μπαλωμένα σκουτιά, φίλοι του ανέμου, παρασέρναμε μαζί του τη σκόνη στους δρόμους της γειτονιάς;  Καλή κακή αυτή ήταν η ζωή μας. Στο σχολείο με το βούρδουλα, στο χωράφι με τα φίδια,  στις αλάνες να παίζουμε γουρουνίτσα και αλαμπάρτζα. 
            Όσοι έτρωγαν τον περίδρομο, δεν είχαν καμιά όρεξη να χορτάσουν κι εμάς μ’ ένα κομμάτι κόρα. Οι σιτευτοί μόσχοι ήταν γι΄ αυτούς, τα γεμάτα πιάτα για το άσωτο στομάχι τους. Τους βλέπαμε απ΄ τα παράθυρα να χώνουν τις μεγάλες κομματάρες στο στόμα τους και μας τρέχανε τα σάλια. Δεκάξι χρονών κοκοράκια με τα << αυγά  μας >> να μας σφίγγουν και να μας γαργαλάνε,  θέλαμε να φάμε, να λαδώσουμε τη μηχανή μας, το βίο να βγάλουμε πέρα. Για να μην τους βλέπουμε κόβαμε δρόμο να μουρνταρέψουμε, να δείξουμε το ζορμπαλίκι μας, να ψαχουλέψουμε ατίμως το στήθος της συμμαθήτρίας μας μέσα από το ξεκούμπωτο μπλουζάκι.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα:Αφηγήσεις απ’ την ‘’ Παλιά Παραλία ‘’ της Κυπαρισσίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Παλιά  Παραλία ‘’ της Κυπαρισσίας
 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
          Είμαστε δέκα και οι δέκα φοιτητές  σε πανεπιστήμια της πρωτεύουσας και της περιφέρειας και κάθε καλοκαίρι ανταμώναμε στην ταβέρνα << Παλιά Παραλία >> κοντά στην αποβάθρα στο λιμάνι της Κυπαρισσίας, εγκαταλείποντας τις εστίες των σπουδών μας μαζί με τα περιττώματα που άφηναν στο σώμα και στην ψυχή τους άνθρωποι βαρύθυμοι θαμμένοι από το χρόνο και τη διαμελισμένη μίζερη αστική ζωή. 
         Η ταβέρνα αναδυόταν στη χρυσή άμμο σαν αστραφτερό κοχύλι όπου η θέα του κόλπου του Ιονίου και του αχανούς ορίζοντα λειτουργούσε σαν λήκυθος των  συναισθημάτων μας, γλυκαίνοντας τα πάθη και τις ανησυχίες μας. Βρίσκαμε εκεί αποκούμπι και η τρυφερότητα που είναι φτιαγμένη από εύθραυστη άυλη μάζα μας ένωνε σε συνοχή και μας έκανε ισχυρούς και αγέρωχους σαν μια γροθιά.  

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Διήγημα τρόμου και φαντασίας:Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσα!!!

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσαΤου Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Ο πρίγκιπας Ζαπίτο υπερηφανευόταν πως ήταν νέος, γερός και πλούσιος. Πως αρρώστια και θάνατος δύσκολα θα τον άγγιζαν. Απολάμβανε το βίο του ζώντας στον τεράστιο πύργο του, εθισμένος σε πλούσια συμπόσια, νύχτιες κατανυκτικές οινοποσίες και ερωτικές τρυφηλές περιπτύξεις. 
            Το χόμπι του ήταν το ψάρεμα. Η προετοιμασία τελετουργική και η οργάνωση αρίστη. Η είσοδος στη θάλασσα στη χάση του φεγγαριού και η ακολουθία του ως το λιμανάκι από τους ωραίους και κρατερούς νέους του στενού του περιβάλλοντος. Στο σκαρί μέσα πάντα μόνος του μύριζε την αρμύρα και έχαιρε, χριζόταν  καπετάνιος και το γλεντούσε, αρπαζόταν από τον άνεμο και τις ράχες των δελφινιών και απόβαλλε την τρικυμισμένη ματιά του γαλαζοαίματου.