Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Η γυναίκα της οδού Αφροδίτης

Δ Ι Η Γ Η Μ Α 
Του Παν. Αντωνόπουλου 
Ο Τόμας σαν κλείδωσε την πόρτα πίσω του κι έριξε μια αδιάφορη ματιά στον ευρύχωρο χώρο του δωματίου του, άναψε ένα τσιγάρο και πλησίασε το παράθυρο. Εκεί μ’ ένα χαμόγελο στο ευφυές πρόσωπό του, άρχισε να  κοιτάζει για πολλή  ώρα την αδύνατη φωτισμένη και τυλιγμένη στα βαθιά σκοτάδια μικρή πολιτεία την οποία εμπορική και προσωπικοί λόγοι τον ανάγκασαν να την επισκεφτεί.
            << Α, αχά >> τσίριξε σε μια στιγμή έτσι που η φωνή του φάνηκε να ξεστράτισε. << Το βρίσκω ύψιστα, πολύ ύψιστα διασκεδαστικό αυτό που βλέπω! >> ξεφώνισε στη συνέχεια μ’ ένα παρατεταμένο γέλιο για να πει με υπερβολική χαρά : <<Όλα γίνονται στην εποχή μας! Κι ένας οίκος ανοχής, σαν αυτόν που βλέπω απέναντι, πάντα δίνει ενεργητικότητα κι επινοητικότητα στους ανθρώπους της πόλης! Ας είναι οπλισμένη με υγεία η κυρία που δίνει το λάγνο και χυμώδες κορμί της με τους θυελλώδεις σπασμούς του στις ανάγκες των αντρών για να ικανοποιήσουν το ερωτικό τους πάθος>>.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Αναμνήσεις μιας χαμένης εφηβείας

Διήγημα
Του Παν. Αντωνόπουλου 
Δεκαετία του ’60.. Κοινωνία χωρίς τούφα γαλανού ουρανού και  τις ελπίδες της σκορπισμένες από τον οργισμένο άνεμο. Ο πολιτισμός στη διαμελισμένη επαρχία έφτανε σε ισχνή πεζοπόρα χελώνα. Κι εμείς λιθοβολημένα παιδιά της με το πυρ της εστίας μας σβηστό, την κλίνη μας κρύα και την ένδυσή μας πενιχρή κι ατημέλητη. Η σίτισή μας  λιτή, με ξεροφαγία και αποξηραμένα σύκα. Ωχροί κι αδύνατοι στην όψη, ευειδείς όμως στην πάλλουσα εφηβική καρδιά.
                  Αρχή της εφηβείας μας ήρθαμε στο  << κλεινόν άστυ >> του κάμπου να σπουδάσουμε και να αφυπνιστούμε εκ της ραστώνης του χωριού, να νιώσουμε το γλυκασμό της γραφής των λογίων πατέρων, να αποσβέσουμε το  << μηδενός επιθυμείν >>  και να γευτούμε τον ποιητικό οίστρο της θυσιασμένης κόρης Ιφιγένειας για χάρη ενός λαφυραγωγού πολέμου εξαιτίας της πληγωμένης νιότης της Ελένης του Μενελάου.

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο άτακτος υιός

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Δώθε κατά τα χωριά του Νότου πολλοί ήταν οι σπουδαγμένοι. Έτσι με το πτυχίο στο χέρι ένιωθαν δυνατοί, εξασφάλιζαν τον άρτο τον επιούσιο και ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος.
               Γι’ αυτό αποφάσισα κι εγώ να τελειώσω τη Σχολή και να είμαι πεφωτισμένος αστέρας και διαλεχτός στην κοινωνία που θα ζούσα. Εξάλλου μου το είχε πει κοφτά και ο γεννήτοράς μου στην κουβέντα μας που κάναμε σχετικά με τα γράμματα: << Εγώ. γιε μου, πλούτη δεν έχω για να σου δώσω. Αγαπάς τα βιβλία σου; έχει καλώς! Δεν τ’  αγαπάς; τότε κλάψε με  την τύχη σου! Το πολύ - πολύ να σε στείλω στο θείο σου στην Αθήνα να σε πάρει στο μαγαζί του και να πουλάτε μαζί τα είδη της μπακαλικής! Τι άλλο να σου προσφέρω; >>
               Αποφάσισα πως είχε δίκιο και βρέθηκα ένα μουχρωμένο πρωί στην αγκαλιά του να τον αποχαιρετώ.
               --- Στο καλό! μου είπε με το μάτι του να λάμπει.
               --- Ναι, πατέρα!

Ο Παν

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
        Καίγομαι σήμερα, υμνωδώ τον εγγενή Θεό μου, ακροβατώ και είμαι ευγνώμων τοις πάσι. Γέμισα το κεφάλι μου γράμματα, έγινα ελκεσίπεπλος της παιδείας, ονομάζομαι  Πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως.
        Κάνω αγώνες δρόμου, αθλοθετώ φιαλίδια με ελληνικό οίνο, στην είσοδο του σταδίου διαφημίζω τη νίκη του πνεύματος επί της ύλης.
        Το ξέρω, εμβάλλω πληγές στην αγραμματοσύνη, οι εύσχημοι με χειροκροτούν, τα δόντια τους μου τρίζουν οι αισχροί δολοπλόκοι, κατάρες ακώ και ύβρεις από τους σκράπες και τους μαθητές του πέντε. Όμως δεν πτοούμαι, αλωνίζω τους δρόμους και παντού φωνάζω και κηρύσσω το καλό που έχει το Πνεύμα.

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Παναγιόχορτο και πολυκόμπι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
<< Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια, του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα… >> 
              Μάης στεφανωμένος με ανθοδέματα και κρίνα.  Με κίτρινους κρόκους και ρόδα. Με κλωνάρια ανθισμένα και φορτωμένα μύρο. Την αγράμπελη μοσχοβολούσα και τον κισσό  με ολόλευκα κάλλη. Τις παπαρούνες του αιμάτου σε βελούδες χορταριές, τα κρινάκια να μυριανθίζουν στις ρεματιές. Τις μαργαρίτες χτενισμένες, τα κεφάλια τους προσκυνητές του ανέμου, τις ανεμώνες πιτσιλισμένες με σταξιές από του Άδωνι  το αίμα.
                Πρόβατα αργοσάλευτα χοροπηδούν, ήχοι μπαχικοί ξεφεύγουν απ΄  τα πουλιά, ξέπνοες φωνές της γυμνής εργατιάς γίνονται τραγούδι στεναγμού στο χείλος του αυλού. Στους παχουλούς στήμονες η γύρη γίνεται τροφή σε μελισσούλες χρυσές, πορφυρόπεπλες πεταλούδες αίνους σκορπούν σε περιπάτους χαράς. Πνοές ορμητικές του κότσυφα μεθούν την τριανταφυλλένια δύση, κρυμμένα αηδόνια στης φύσης τις φωλιές πιπιλίζουν στίχους ηδονής.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Πηγούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου 
         Όταν  πήρα από τα χέρια της την Αντιγόνη του Σοφοκλή,    ταράχτηκα.  Ένας φωτεινός ήλιος ήταν το πρόσωπό της, από μέταλλο φεγγαριού ο λαιμός της,  ρόδο ολάνθιστο τα δυο της χείλη.  Φορούσε ένα φουστάνι λινό, κόκκινα πασουμάκια και είχε τα σγουρά της τα μαλλιά στολισμένα με μικρές- μικρές ιωνικές πλεξούδες. Πρόσχαρη, με μάτια πράσινα, ζωηρά, που φεγγοβολούσαν σαν δυο φλόγες από φως. Τα δόντια της λευκά στεφανωμένα με το χαμόγελου του δειλινού. Τα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν  τη σιωπή. Ντροπαλή και γλυκιά. Κοπέλα που θα τη ζήλευε το αγιόκλημα για την τρυφερότητά της, η ζωή για την ιεροτελεστία που έτρωγε το πικρό ψωμί της. Ψυχούλα που οι νύχτες της γίνονταν κορδελίτσες  ωχρές και τις έπνιγαν τα όνειρα.  
    Κλειστήκαμε μαζί στης αγάπης το κλουβί. Η λύπη μας γινόταν χαρά κι ο ένας γέμιζε την αγκαλιά του άλλου με άνθη που είχαν τη γεύση του φιλιού. 
     --- Πηγούλα!  της φώναζα κι ερχόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά μου σαν φοβισμένο πουλί.   Μήπως θέλεις να διαβάσουμε;