Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Ο μαύρος καλόγερος

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλο και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα να  με ‘βρει το βράδυ, αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το πρόστυχο  << Γκρέξιτ >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της τρόικας που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασούλιζε η ασήκωτη φτώχεια μου. ΄

Απατεώνισσα καφετζού ευημερία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Άλλο ένα καλοκαιράκι μας έπιασε απ’ το χέρι και μας  πάει στράτα – στρατούλα, πάλι ένας τρυφερός πουνέντες αιωρείται στην ψυχή μας και διώχνει τους δραγάτες που της τσιμπούν τις ρόγες απ’ το σταφύλι της. Αποβάλλει το χτικιάρικο χρώμα από τα μάτια μας και το χλωμό της φθοράς των ΜΜΕ και μας ζωγραφίζει ένα δειλινό με κόκκινες φουγγαρίες στη ράχη του Ιόνιου.
          Κι ενώ σκεφτόμαστε το θάνατο τούτης της Μέδουσας κοινωνίας, και, ψιθυρίζουμε το << τετέλεσται >> μια ηρωική ανάμνηση μέσα μας αχνίζει και μας ντύνει με το νόημα της αντίστασης. Και πίσω γυρνάμε στης νεότητάς μας τη θυρίδα  να ξεσκονίσουμε κάτι από κείνα τα καλοκαίρια που έχει κρυφτεί  σαν το λαγό στην τσουπωτή αφάνα. 
           Οι κοντινοί στη θάλασσα γέμιζαν κιόλας λέπια άμα τη ενάρξει τους, ονειρεύονταν τρικούβερτα μπάρκα, περπατούσαν κι έκαναν πως τσαλαβουτούσαν σαν δέλφινες στα νερά. Οι καμπίσιοι φαντάζονταν νυχτερινούς υπνάκους δίπλα σε σγουρούς βασιλικούς, οι βουνήσιοι να παίζουν φλογέρα στις πλαγιές με τις πέρδικες.   

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ο γερο ποντικός

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Μελαψός, χωμένος στη σκόνη, καθισμένος στους σκουριασμένους σωλήνες, έπινε τη μπύρα του, δείχνοντας λευκά δοντάκια σμέρνας. Μπάσταρδος και αποσπόρι της πατρίδας του ήρθε εδώ στην αειπάρθενο δική μας, να πάψει να αναδύει αναλλαγίλα, να ντυθεί μ’ ένα τριμμένο κοντοπόλκι και ν’ ακούσει  το χόχλο του χυλού στην κατσαρόλα του.
              Φορούσε παλιό σχισμένο ψαθάκι, παντελόνι τζιν λασπωμένο, παπούτσια με σόλες ξεχαρβαλωμένες, ζώστρα συγκολλημένη με κόμπους χοντρούς. Είχε το μούτρο του ρυτιδωμένο, το μάτι του θολό, το αίμα  στραγγισμένο στις αρτηρίες, το μέσα του άδειο και το  σπλάχνο του άγριο, κυκλωπικό. Στον απάγκιο καθισμένος, μόνος κι έρημος, μιλούσε με τους κούνουπες, γελούσε με τους μπούρμπουνες, μετρούσε τους κολλημένους σάλιαγκους στα ξύλα και στα πλαστικά. Έριχνε και κάπου - κάπου  βλαστημίδι δυνατό, κοιτώντας κατά την Αφρική, το σύνορο της πατρίδας του φανταζόταν φραγμένο από φαλτσέτες και νεκρούς.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Kουβαρνταλίκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
Η χώρα στραγγίζει, αφυδατώνεται, με ταραγμένη φωνή κλαψουρίζει, έλεος. Ανάλγητοι τοκογλύφοι της παίρνουν και το τελευταίο σέντσι απ’ την μεσοτσέπη, αυτονυκτί ετοιμάζονται  στον Καιάδα της χρεοκοπίας να τη σπρώξουν. 
              Τα μνημόνια σκούρυναν, το χρήμα σκληρό, γερμανικό αιχμηρό δε στέκεται στα παντελόνια μας, γλιστράει από κάθε κασέλα, στα πορτοφόλια που φυλάγεται εξατμίζεται στο πι και φι. Μετά την επίπλαστη ευμάρεια η εποχή έγινε στέρφα, θυμίζει την αυτάδελφο της δεκαετίας του πενήντα.  Μόνο που τότε η εμμονικώς και αόκνως υφαίνουσα πλεκτάνες, φίλη Αμερικάνα πολιτεία, μας τάιζε για να μας ψαχουλεύει μετά το πάτριο έδαφος.  Δείχνοντας το κουβαρνταλίκι της φυλής της, έστησε τα συσσίτια να χορτάσει τον πεινασμένο Έλληνα.