Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Μια παλιά Πρωτοχρονιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Κρύα κεριά, λιωμένα οι πίσω καιροί. Μαύροι με την κλωστή τους δεμένη στην καμπούρα μας. Με χτικιασμένη τη ζωή μας, να σούρνεται πάνω στο σάλιο τους, η ελπίδα μας να μαραίνεται, χιτλερίσκοι άγριοι να μας σκοτώνουν το χαμόγελο και να μας σπρώχνουν στο χάσκον χάος του γκρεμού. 
          Αγύρτες αισχροί, έφεραν μετά το πενήντα  μια Πρωτοχρονιά, κορδωτή καουμπόισσα, που ‘κανε στάχτη και μπούρμπερη τη φτωχή χαρά μας. Ούτε κουραμπιέδες μας έφτιαξε και κείνη η γαλοπούλα στο πιάτο μας ήταν άγευστη, χωρίς κρέας και όλο κόκαλο. 
          Εμείς του αδελφάτου της γειτονιάς θέλαμε να φάμε.  Δεν μας άρεσε να τρώνε μόνο οι κλέφτες. Γι’ αυτό διώξαμε με την αυγή της Παραμονής τη σγουμπή διακονιάρα κατήφεια και με το τρίγωνο στο χέρι, πήραμε σβάρνα τους δρόμους να πούμε τα κάλαντα στην ασήκωτη φτώχεια. 

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Τερψούλα

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα νοτισμένα άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια Μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Περνούν οι καιροί, κοιτάς το τρύπιο σου παπούτσι, ποιητής γίνεσαι μιας άλλης περασμένης εποχής και δένεσαι με το σπόρο του έρωτά της. Εποχή παγωμένη κι εσύ να κάνεις μάθημα σε χωριό σκαπετημένο στην κορφή του βουνού με προίκα σου ένα σχολείο γεμάτο κοράκια και ποντικούς. 
             Μακράν της πόλης, εφτά ώρες ποδαράτο, χωρίς πολιτισμό και με τους λύκους  να σε κοιτάνε σαν χίτες να σε κατασπαράξουν.  Θεονήστικος, άφραγκος, το χρόνο μου σπαταλούσα στο αδελφάτο των χαρτοπαικτών, μαζί τους άκουγα το ίδιο τραγούδι: << Ληστή μου, πιες κρασί στης ερημιάς την κρήνη κι εσύ, φονιά μου, εσύ, παντρέψου την ειρήνη >>.
             Γλίστρησαν οι μήνες, σκυθρωπή γεροντοκόρη η Παραμονή των Χριστουγέννων μ’ ένα χαμόγελο μου ‘δειξε το δρόμο να φύγω. Πώς να φύγω;  Ένας φαρισαίος καιρός είχε χιονίσει, γεφύρι δεν είχε αφήσει,   τους σπίνους και τις καρδερίνες είχε ενταφιάσει, τον ουρανό είχε μαυρίσει με μονόφθαλμα γεράκια σαρκοβόρα. 

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Άνεργος και ταπής

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Σαράντα πέντε χρονών και είναι άνεργος. Χτικιάζει η ζωή του, μαραίνονται τα όνειρά του, σαν γυμνοσάλιαγκας κυλάει πάνω στο σάλιο του και κολλάει εκεί στο χάσκον χάος του. Στεγνός ο φάρυγγάς του, γεύεται που και που το εκκλησιαστικό όσπριο, καθημερινώς παρακαλεί απολιθωμένους χορτάτους να τον τυλώσουν εκχωρώντας του την ουρά του σιτευτού μόσχου που καταβροχθίζουν. 
       Μαύρος ο καιρός του, οι τσέπες του άδειες, ένα μουντό κατακάθι σαπίζει τα στήθια του. Απελπισμένα ζητάει δουλειά, το σέντσι του λείπει, με παυσίπονα λιπαίνει την αρρώστια που του αφήνει η χιτλερού ανεργία. Του ‘ρχεται να σκάσει, να πέσει από τον όροφο, να φύγει απ΄ τη ζωή, να γράψει τραγωδία. Ανεβασμένος στον Όλυμπο τόσο καιρό, κάτω ξαπλωμένος τώρα, δεν τρώει, δεν πίνει, δε μασά, στο μουχλιασμένο πιλάφι και στα μακαρόνια τα ορφανά να σκύψει δε γίνεται, κοιμάται και τυλώνεται με τα ηλάσθητι και τα κύριε ελέησον.  

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Το λιτρουβειό

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Περνούν οι καιροί και σκέφτομαι τα περασμένα. Τότε που τσέπωσα το διοριστήριο και σκαπέτησα πέντε ώρες ποδαράτο στην κορφή του βουνού να βγάλω το μεροκάματο. Το χωριό άγριο, γεμάτο βοωδή δικέρατα, χίτισσες αφαλαρίδες και άφραγκους σκαφτιάδες που φορούσαν  το ίδιο τρύπιο παπούτσι και το μπαλωμένο παντελόνι όλο το χρόνο. 
             Πριν φτάσω βρήκα το χείμαρρο φουσκωμένο, τα πέριξ κρυμμένα στην ομίχλη και στην αφάνα, τ’ όνομά μου  σκαλισμένο σ’ ένα  βράχο να διαδηλώνει και να μου φωνάζει να γυρίσω πίσω. Ρίχτηκα στο νερό, το νερό μέχρι το στήθος, την ψυχή μου έκανα σημαία και βγήκα απέναντι. Γλιτωμένος μπήκα στο χωριό, η ανάσα μου συνήλθε, στο σπίτι ύστερα του πρόεδρου έστεκα καλά. μπορούσα να μιλήσω και να δοκιμάσω τας σώας φρένας μου, απαγγέλλοντας : << Προστάτιν σε της ζωής επίσταμαι και  φρουράν ασφαλεστάτην, Παρθένε… >>  

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Ξύλο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                 Μαύροι καιροί, συννεφιές, ξύλο και αφραγκίες. Χτικιάζει η ζωή, χαμωσέρνεται, στο ψωμί της αλείφει έμπυο σάλιο, μαραμένη ελπίδα και όνειρα ξεφτιλισμένα μιας χάσκουσας και σάπιας πολιτικής, που τρέφεται με το σβησμένο γέλιο μας.
                 Και οι φουκαράδες οι Έλληνες, οι ραγιάδες, οι πεινασμένοι, τρέχουνε στο Σύνταγμα, δείχνουν το άδειο τσουκάλι τους στους  τριακόσιους χορτασμένους, με ψίχουλα παρακαλάνε να τους το γεμίσουν, από νηστικοί χορτάτοι να γίνουν. 
                  Κι εκείνοι τους ρίχνουν ξύλο, τους τουλουμιάζουν, τους χορταίνουν χαστούκια και κλοτσιές, ό,τι γκλόπς βγαίνει από τις αποθήκες της  αστυνομίας πάνω τους το σπάνε. 
                  Δε βγαίνει τίποτα, γυρίζουν μ’ άδεια χέρια, οι  χιτλερίσκοι της βουλής, ανένδοτοι, τους τάζουν πάλι λιτότητα, τους απειλούν από τα κανάλια, τους φοβερίζουν, άλλο ένα ντου στο κάστρο τους να κάνουν και θα τους χάψουν και την ουρά  και το βόδι.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ηλιοβασίλεμα στην Αρκαδιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 
           Χείλη ρόδινα της θάλασσας μπροστά μας, σ’ του πελάγου τη φλόγα το κύμα χαϊδεύοντας τη βάρκα να παφλάζει. Ομορφιά πολλή και παντού φιλιά που νοστιμίζουν το στόμα. Καθισμένοι με την Εύα μου στο << Πανόραμα >>     ρουφώντας τον καφέ μας, τον άνεμο ειρηνεύαμε που ‘ρχόταν απ’ το νησί του Σολωμού, ν’ ακούσουμε τους στίχους του. 
           Στον κόλπο Ωκεανίδες γυμνές, στη δύση ένα Ύψιστος ήλιος Πικάσο να σκορπίζει χρυσόσκονη στη ράχη της θάλασσας, στις στέγες και στα καλντερίμια.  Στο Ιόνιο ούτε ένα σύννεφο, άσπροι χιονάτοι γλάροι και φως μενεξελί πέρα ως πέρα. Δεξιά μας η Αγία Τριάδα έφεγγε ανέφελη, ο ήχος της καμπάνας της σήμαινε εσπερινό, τα νυχτοπούλια άφηναν τις φωλιές τους, ο αέρας κορεσμένος άρωμα και υγρασία βουνού, φυλλομετρούσε χαϊδεύοντας τα ρόδα του ορίζοντα. 

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Ένας γύπας πάνω από την πόλη

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
Εφτά μέρες τώρα ένας μονόφθαλμος γύπας καθόταν στο μεγάλο ρολόι της πόλης κι έκλαιγε. Σαν κουραζόταν και σταματούσε, χτυπούσε με οργή το ράμφος του στους δείχτες, πλατάγιζε με θόρυβο κι επιθετικότητα τα φτερά του κι έκρωζε ηχηρά σαν δαιμονισμένος. 
Στην αρχή όλοι νόμισαν πως ο παράξενος αυτός επισκέπτης βρέθηκε τυχαία εκεί, αλλά σαν η παρουσία του μέρα με τη μέρα γινόταν ανυπόφορη, οι φόβοι για την ασυνήθιστη συμπεριφορά του μεγάλωσαν και χίλιες  κακές σκέψεις γεννήθηκαν στα μυαλά τους.
Έτσι  άλλοι μίλησαν για << γρουσουζιά >> που θα ξεσπούσε με  το    χειρότερο  τρόπο   στην    πόλη   κι  άλλοι   για  <<  μήνυμα  διαμαρτυρίας >>  που έστελναν  τα πουλιά στον άνθρωπο για την αλόγιστη καταστροφή που κάνει στο περιβάλλον τους.
Γι’ αυτό κι έδειχνε την αναπηρία του, που δυστυχώς ελάχιστοι την πρόσεξαν, μεταξύ των οποίων και η δήμαρχος της πόλης, που όλη μέρα άκουγε το θρήνο του πουλιού κι έβλεπε τα παραμορφωμένα μέλη του κάθε πρωί, σαν έπιανε δουλειά, στο γραφείο της. 

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Μπατιράκια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
         Υποφέρει η ψυχή σου να βλέπεις το φίλο σου με ολοτρύπιο μπουφάν, να τον ακούς να σου λέει πως η κουρούπα του είναι άδεια, πως τον έχει φάει η απλησιά γιατί η συμμορία των  λωποδυτικών συμφερόντων του ΄χει κόψει το ρεύμα και δεν έχει ζεστό νερό να ξεσκορτσαστεί. Πως τον τσιτώνουν τίλογα τα χρέη του, θηλιά του βάζουν στο λαιμό για να τον αναγκάσουν να μεγαλορρημονήσει, να κομπάσει και να βρίσει κάθε ποίσα και δείξα που τον κατάντησε έτσι. 
         Υποφέρεις να βλέπεις τον ξάδερφο με παντελόνι μπασμένο, μπαλωμένο στον πισινό και λιωμένο στα γόνατα, το συνομήλικο με σκούφο πληγωμένο, το γήσο του λερό, το χρώμα του ξεθωριασμένο.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Πήραν τ’ αρνάκια μας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         << Πήραν τ’ αρνάκια μας και τα κατσικάκια μας και το λάγνο αρνί, που ‘χε το χρυσό μαλλί, τ’  ασημένιο χαϊμαλί. Πήραν την καρδάρα μου που ‘πηζα το γάλα μου, πήραν τη φλογέρα μου μεσ’ από τα χέρια μου. και πάνε, πάνε, παν, άιντε μανούλα μ’ παν! >> 
               Και ζούνε στην ευμάρεια οι κηφήνες και οι αφεντοαγάδες, λιμώττει ο λαός,  νηστικός περπατάει με τρύπιο παπούτσι και μπαλωμένο σκουτί. 
                Έριξαν στο λάκκο  οι τουρκανάκατοι τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα ιερά δικαιώματα του ελληνάκου και με βλάσφημη γλώσσα, τρώνε και πίνουν σε χλιδάτα εστιατόρια, ολημερίς λιμνάζουν στις καφετέριες, σε νυχτερινά κέντρα μεθάνε μαζί με τη διαφθορά, τον αμοραλισμό τους και την εξηλιθιωμένη μικρόνοιά τους.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Μεγαρόσημο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
               Η κολπατζού πολιτική των αφεντάδων μ’ άφησε νηστικό χθες. Στη φιλολαϊκή της πολιτική, της προόδου και της υπέρβασης, μου πήρε από την τσέπη και το τελευταίο πεντάευρω και μου στέρησε τη μεσημεριάτικη μακαρονάδα, το συνοδευτικό κολοκύθι και τη συμμετοχή μου στο φάρμακο της πίεσης. 
                Ο δεινός καπιταλισμός, παντού έχει δράκαινες αγορές που σου πίνουν το αίμα. Έχεις δεν έχεις πρέπει να πληρώσεις. Έχεις δεν έχεις πρέπει ν’ αφήσεις στο ποτήρι τους το αίμα σου, να το ρουφήξουν. Ανήμπορος μετά πεσμένος στη γράνα, στο σφυρί να σου βγάλουν το νοικοκυριό και με τη σφραγίδα της τοκογλυφίας να στο βάλουν στο χέρι.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Ο αντάρτης

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Κάθε φορά που μυρίζω το άρωμα των χρυσανθέμων και ζυγώνει η επέτειος του  << ΟΧΙ >>  δεν μπορώ να μη θυμηθώ το συμμαθητή μου το Στρατή. Χλωμός, πετσί και κόκαλο, άπλυτος, αχτένιστος, καθόταν δίπλα μου ντυμένος το ίδιο ρούχο όλο το χρόνο, πάνω ένα λιωμένο γκρι πουλόβερ και κάτω ένα κοντό μπαλωμένο παντελόνι.
           Μυαλό κοφτερό και ζωγράφος καλός. Πριν αρχίσει το μάθημα, άνοιγε το πρόχειρο και κοιτούσε την πρώτη σελίδα. Είχε ζωγραφίσει έναν αντάρτη, έναν άνδρα ανεβασμένο στο βουνό, αρματωμένο με φυσεκλίκια κι από κάτω γραμμένο τον ανατριχιαστικό παιάνα: << Μάνα μου, γλυκιά Ελλάδα, ο αντάρτης του ΕΛΑΣ, θα  σ’ ανάψει τη λαμπάδα της τιμής, της λευτεριάς >>. 
           Όταν τον ρώτησα ποιος είναι, έδειξε να πληγώθηκε λες και τον πάτησε ναζιστική μπότα. Ύστερα σαν να τον αγκάλιασαν αρχάγγελοι φτερωτοί, μου ψιθύρισε:

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Οι κούνουπες

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα. 
              Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπονέρι της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κούνουπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα. 

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Σκόρτσα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
        Επιστροφή στην γκρίζα Σαχάρα του ’53. Ο  Σεπτέμβρης μουσκίδι από τη βροχή, εγώ  μαθητής της Πρώτης, η καρδούλα μου σαϊτεμένη από το τρεχαλητό να προφτάσω τον αγιασμό, ο νους μου λαγουδάκι να τρέμει μπρος στο άχθος των σχολικών βιβλίων. 
         Το ‘ξερα πως δε θα κάλπαζα πια στις εξοχές, το Βουκεφάλα νου μου θα τον συμμάζευα και κείνα τα ζαχαρωμένα τραγουδάκια μου για το συνοφρυωμένο μουτράκι της γειτονοπούλας μου Ιζαμπώς θα σβήνονταν στη θλιβερή ερημιά. 
         Θα μάθαινα την αλφαβήτα και μ’ άρεσε. Ο ήχος της τουφεκιάς απ’ το λόγο του δάσκαλου θα με συνέτιζε, τη γιαγιά μου δε θα ξανάλεγα << ποντίκο >>, το θείο μου Νιόνιο << σπαγκοραμμένο Εβραίο >>.  Στο  διάλειμμα στα τρεχαλητά θα ‘παιζα μ’ όλα τα νηστικά της γειτονιάς, θα ξεμουτσούνιαζα τον Ψύχα το συνομήλικό μου γιατί ήθελε να τον λέμε μπάτσο, θα ‘πιανα το χέρι της λυσίκομης Ερατώς παίζοντας πεντόβολα, στη μελωμένη Γωγώ με το  ανταρτεμένο  βυζάκι θα ‘ριχνα το φως από το λύχνο των ματιών μου τις σκιαγμένες ρόγες του να φωτίσει.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Συννεφιασμένες ψυχές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
           Από την αυλή μου, βλέπω έναν παμχάφτικο καπιταλισμό, έναν αιματορουφήχτη κερδεαλόφρων τοκογλύφο που εξοντώνει μαύρους εργάτες, λευκούς και μελαψούς, χωμένους στο δηλητηριασμένο κηπευτικό. Παιδιόθεν θαυμαστής της καλλιέργειας της γης, τη δούλευα για να αγοράσω το βιβλίο, με  το γράμμα να ξεστραβωθώ και να βλέπω που θα βάζω την υπογραφή μου.  Όμως η δουλειά δεν ήταν έτσι. Τούτοι οι νηστικοί  ξερνάνε και το γάλα της μάνας τους ακόμη να βάλουνε στην τσέπη τους το σέντσι, τα εμέσματα καταπίνουν του αφεντικού να στρώσουν το βράδυ στο τραπέζι, φτερούγες όρνιθας και ξερό ψωμί.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Τα κούμαρα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
           Σε πίσω καιρούς, είχα διοριστεί σε χωριό θαμμένο στα βουνά, στις πέτρες και στα γαϊδουράγκαθα. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι του αυλακωμένοι από τις σχισματιές, τα κουφώματα σάπια, η οροφή Νιαγάρας να με μουσκεύει από ποδός μέχρι  κεφαλής.  
            Τις περισσότερες μέρες νηστικός, τις Κυριακές με τάιζε μια φετούλα πρόσφορο ο παπα- Γιώργης, στις μεγάλες γιορτές ο πρόεδρος μου ‘στελνε πεσκέσι σούπα την ουρά του προβάτου.   Όταν δεν είχα μάθημα έπιανα κοτσύφια με θηλιές, τον τσοπάνο βοηθούσα να βρει τα χαμένα κατσίκια στα πουρνάρια, στη στρούγκα μαζί του αρμέγαμε το κοπάδι όταν το γυρνούσε από τη βοσκή.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Φθινόπωρο

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
          Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθή που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.
          Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό Φθινοπωράκι, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρωμίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο  σκόρπισε το χτικιάρικο γονίδιο του Έλληνα στην πόρτα σου.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Γουρουνία

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             Στην εποχή μας, στην κεντρική Ευρώπη υπάρχει μια παράξενη χώρα, άγονη και αχαρτογράφητη. Στα βουνά της και τους βραχώδεις λόφους της, οι άνθρωποι έχουν τη μορφή γουρουνιού, εξ’ ου και τ’ όνομα της χώρας, Γουρουνία. Είναι άγριοι, τρώνε ρίζες, μιλούν μια βλάσφημη γλώσσα, έχουν ντύμα από αρκουδοτόμαρα και ζουν σε κουμάσια ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα χοιρίδια. 
              Ανυπότακτοι, σκληροί και άκουροι, έχουν εκπαιδευτές χιταριό, με το σάλιο του μίσους τούς μαθαίνουν να φτύνουν σοφότερα δίποδα απ’ αυτούς. Κάνουν πορείες εκστρατείας σε γειτονικούς λαούς, σκοτώνουν και πίνουν αίμα, με έπαρση μισθοφόρων βιάζουν έφηβες παρθένες, σε κάθε ληστρική πορεία τους τραγουδούν κι ένα πολεμόχαρο τραγούδι.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Δακρυσμένο φεγγάρι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
                  Με το  πρώτο χαμόγελο της Αφροδίτης  στρωθήκαμε στην αυλή. Ο λύκος της αγέλαστης μέρας μας κρύφτηκε, η νύχτα ανεδύθη, η πανσέληνος θάρρεψε, μια υγρονέφελη μαρμαρυγή φώτιζε την άνθινη γη.
                 Η χαζοκούτα έπαιζε. Άγριοι πυροβολούσαν σε σελήνια βουνά, πνιγμένοι στο λουτρό, μαυροντυμένοι τζιχαντιστές, παπαγάλοι που σκόρπιζαν πούπουλα στο νου μας για δήθεν γνώση.
                 Έπεφτε η νύχτα, οι αφτιασίδωτοι της λασπογειτονιάς αύξαιναν τη συντροφιά, οι ευνουχισμένοι και οι ευπειθείς στα μνημόνια των φαγάνων, μ’ ένα γρόθο θα αποτίναζαμε τις τέφρες του οικονομικού Άουσβιτς με την κουβέντα.
                 Εκεί και η γριά Στάσα. Αρωματισμένη με το χώμα της γης της, παρφουμαρισμένη με γύρη γιασεμιού, τσούλωσε τ’ αυτί της στη χαζοκούτα και είπε: << Τους Μπαρουφάκηδες, ακούτε;  Κλείστε την! Έχω ιστορία να σας πω, παλιά, πολύ παλιά, από τότε που τρώγαμε ψωμί  και αλάτι! Στήστε αυτί! >>

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μιχάλης Κατσαρός

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             
Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιόλιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.
               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο. Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς. 

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣΔιήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
 Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν  με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές. 
 << Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από  στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη  νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Μαριόλες νεράιδες

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου
              Στο τραπέζι του καπηλειού ο γέροντας είχε κέφια. Αν κι ο θάνατος έβοσκε στα σωθικά του και στο βλέφαρό του κρεμόταν μαραμένο το φύλλο της ελπίδας, είχε κέφια. Ο νους του ανάφτει για μια στιγμή σκορπώντας αιμάτινη φλόγα. Βγάζει πηχτό ανασασμό και σπέρνει τα λόγια του σαν στάρι: <<Ελάτε να σας πω, πως έθαλλε η ζωή μας τότε. Στους κλώνους της να πληρωθείτε μύρα και στα ρόδα της να λικνιστείτε στο άρωμά της το μεθυστικό >>.
            Η ομήγυρη μαζεύτηκε. Ήξεραν πόσο λαλίστατο πουλί ήταν. Όταν έβαζε στα χείλη του τη λύρα της αφήγησης, αηδόνι δεν τον έφτανε, τραγουδιστής δεν τον ξεπερνούσε. 
          << Ζούμε στην τρισκατάρατη εποχή της κοπριάς και της σκουριάς>>, άρχισε. << Σκότωσε τα ξωτικά και θέριεψε τα ζιζάνια. Τις ιστορίες τις έσβησε και τις ρωγμές των βράχων που φώλιαζαν τα γραφικά φαντάσματα τις βούλωσε με υλικά τσιμέντου. Γι’ αυτό κι εγώ μια ιστορία τέτοια θα σας πω. Λιτή αλλά μικρό συμπόσιο πνευματικό. Τραγούδι που στα μαλλιά του ασταμάτητου αέρα, έρχεται σαν από άρωμα μπαξέ. Ήμουν σκλάβος.

Ο πανηγυρτζής

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου   
          Σαν έμπαινε τ’ Αϊ – Λιός και νιώθαμε τη γεύση της χαράς και τη λαμπρότητα της πανηγύρεως, τρέχαμε στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε κερί του αγίου και σαν άρχοντες διαλεχτοί περιβεβλημένοι από τη δόξα μας, ακούγαμε μ’ ευλάβεια τους ήχους των Σεραφείμ που ακούγονταν στο ψαλτήρι, λιχνίζοντας στον αγέρα τις πίκρες μας τις παιδικές.
          Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια γεμάτα φλόγα και καυτές ματιές. Τα κοιτάζαμε και τους γνέφαμε κρυφά από τους μεγάλους, ψιθυρίζοντας ντροπαλά:  << Στερνότερα θα σας δούμε κοντά στους πάγκους με τους πραματευτάδες. Ακούστε τώρα το τροπάρι του αγίου και σαν τελειώσει ο παπά – Καλλίνικος τη λειτουργία βγείτε έξω! >>
            Μας άκουγε ο νεωκόρος και μας ψιθύριζε θυμωμένος:

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Αδέσποτα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Βλέπω χρόνια το άπλυτο τετράποδο αδελφάτο, αναμαλλιασμένο να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, να δαγκώνει, να κοπρίζει και να σέρνει τα ψοφίμια βαστώντας τα σφιχτά στα δόντια του. Κι όλο κάνω πίσω, όλο πουρλακάει η ψυχή μου, μη με κυλήσει κάτω κανένας γασμούλος σκύλος, κανένας ψωριασμένος μπαλωματάρης και με στείλει φέτες στον άλλο κόσμο.
                Τυχερός ως τώρα, άτυχος όμως ο πατριώτης μου που μια αγέλη του ‘στησε καρτέρι, τον πέταξε στο χώμα κι άρχισε να τον  λιανίζει στη μέση του δρόμου. Ένας από μηχανής Θεός περαστικός τον γλίτωσε, τη ζωή του κράτησε στα χέρια του, στέλνοντας με τις κλωτσιές τους παμχάφτιδες μπουλντόγκιδες στο σκυλίσιο καταφύγιό τους.
                 Τέτοια περιστατικά με αιμοβόρους μολοσσούς και λαθούρηδες κοτσαύτες να χιμούνε σε περαστικούς γίνονται συχνά, με την πόλη όταν τελούνται να παίρνει ύφος αρχιδουκίσσης. Το ίδιο και οι άρχοντες παίρνουν ύφος Νέρωνα και με τις τρίχες της κεφαλής ανορθωμένες ψάχνουν να κάψουν τους κουτσοπόδαρους και τους μονόφθαλμους, αλλά οι κύνες πονηροί, τα μπήγουν, τα τσιμπούρια τους εξακοντίζουν απ΄ τ’ αυτιά και τους διώχνουν.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Τα δίκρανα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ωραία μέρα, βγήκα να ξεσκάσω. Οι κότσυφες χτυπούσαν τα πλήκτρα της ενάτης συμφωνίας, τα  αρώματα του αγιοκλήματος γαργάλιζαν την ηλικιωμένη μου όσφρηση. Ηλιαχτίδες αντάρτισσες  άστραφταν στις κρυφές μασχάλες των φύλλων, άνθη πικροδάφνης και δενδρολίβανου βαστούσαν στα βαμμένα χείλη τους τα σκορπισμένα φιλιά των μελισσών. Πιο πέρα τρελές ροδιές λύγιζαν φορτωμένες, μητέρες πιπεριές  καμάρωναν για τους πράσινους αγγέλους που βύζαιναν την ευλογία της χλόης τους. Και μαζί τους  << οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω >> που λέει και ο ποιητής,  τρελό χορό είχαν στήσει με τα ζωηρά αλογάκια και τον μαϊστρο που κρυβόταν στ’ αυτάκια των λουλουδιών.
            Τα πατρώα ακατοίκητα, αραχνιασμένα. Οι αυλές άδειες από Ρηνούλες και στους δρόμους, φίδια, κουνάβια να γραπώνουν την ερημιά και μπελέχαροι ποντικοί να στήνουν καρτέρια όπως οι όψιμοι χρυσαυγήτες. Το ταβερνάκι θρύψαλο, τα τραπέζια διαλυμένα, ένας και μοναδικός ο πότης καθισμένος στη  μέσα γωνιά, το φλερτ του με την οινοποσία μόλις είχε αρχίσει. Έπινε και ψέλλιζε: << Ρε, ποια κρίση;  Ποια φτώχεια; Να΄ το, το ευρώ εδώ το ‘χω τσακωμένο, τη σφέρτσα θα του βγάλω αν μου φύγει >>. Έπινε, έπινε και μεγάλωνε ο καημός του γι τη μοναξιά του, όπως του καλογερίτη μοναχού. 

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Το σακούλι

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Κοντά στο σπίτι μου, έχει στηθεί ένα κολαστήριο ζωής. Οι άνθρωποι μένουν σε κοτετσόσπιτα, είναι άνεργοι, πεινασμένοι, βρώμικοι και μεθυσμένοι. Δεν μπορούν να χορτάσουν τα στόματά τους ψωμί και μοιάζουν σαν μπελέχαροι ποντικοί.
              Τους κιαλάρω από την αυλόπορτα και με πιάνει ντελίριο. Άγνωστοι με κτηνώδη πρόσωπα, κουρελήδες, άπλυτοι, ξυπόλητοι, βρίζονται και πλακώνονται στις μπουνιές για ψύλλου πήδημα. Μερικοί ξοδεύουν και το τελευταίο τους σέντσι στο αλκοόλ, οι καπνιστές καπνίζουν μισαδάκια, όσοι λιάζονται στο χώμα ξαπλωμένοι, κοιτάζουν τη δούκισσα αυλή  μου και της κλείνουν το μάτι πονηρά. 
              Την ίδια ώρα που άλλα ατσαλάκωτα ανθρωπάκια κουλαντρίζουν τον άνομο πλούτο τους, τούτοι οι πολιορκημένοι στο πορδοκλανείο, στραγγίζουν και την τελευταία σταγόνα των ούρων τους να την πιουν.