Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μιχάλης Κατσαρός

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             
Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιόλιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.
               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο. Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς. 

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ο ουρανός με τα πολλά φεγγάρια

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣΔιήγημα τρόμου και φαντασίας
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
 Παράξενα πράγματα θα συμβούν τον Αύγουστο που έρχεται, στην πόλη, έλεγε η φήμη, και πολλά μάτια θα κλάψουν  με δάκρυα καυτά μ’ αυτά που θα φανερωθούν στους ανθρώπους της και θα γραφτούν με ματωμένα κι ανεξίτηλα γράμματα στις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας της. Κι εκεί αφού θα επικυρωθούν με τη βαριά και σιδερένια σφραγίδα της Αιώνιας Κρίσης θα παραμείνουν σαν παρακαταθήκη στις επερχόμενες μελλοντικές γενεές. 
 << Είναι η χρονιά του Τρόμου >> έλεγαν πολλοί, << χρονιά των αισθημάτων του Φόβου >> που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποκαλυφθεί και τι θα δει, και ποια σημεία και τέρατα θα ‘ρθουν από  στεριά και ουρανό, ν’ απλώσουν τα μαύρα τους φτερά και να κάνουν τη  νύχτα μέρα και τους ανθρώπους να πάρουν την όψη του Σατανά με τον κόκκινο δακτύλιο του τρομερού φωτός να τους σφίγγει το λαιμό.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Μαριόλες νεράιδες

 ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παν. Αντωνόπουλου
              Στο τραπέζι του καπηλειού ο γέροντας είχε κέφια. Αν κι ο θάνατος έβοσκε στα σωθικά του και στο βλέφαρό του κρεμόταν μαραμένο το φύλλο της ελπίδας, είχε κέφια. Ο νους του ανάφτει για μια στιγμή σκορπώντας αιμάτινη φλόγα. Βγάζει πηχτό ανασασμό και σπέρνει τα λόγια του σαν στάρι: <<Ελάτε να σας πω, πως έθαλλε η ζωή μας τότε. Στους κλώνους της να πληρωθείτε μύρα και στα ρόδα της να λικνιστείτε στο άρωμά της το μεθυστικό >>.
            Η ομήγυρη μαζεύτηκε. Ήξεραν πόσο λαλίστατο πουλί ήταν. Όταν έβαζε στα χείλη του τη λύρα της αφήγησης, αηδόνι δεν τον έφτανε, τραγουδιστής δεν τον ξεπερνούσε. 
          << Ζούμε στην τρισκατάρατη εποχή της κοπριάς και της σκουριάς>>, άρχισε. << Σκότωσε τα ξωτικά και θέριεψε τα ζιζάνια. Τις ιστορίες τις έσβησε και τις ρωγμές των βράχων που φώλιαζαν τα γραφικά φαντάσματα τις βούλωσε με υλικά τσιμέντου. Γι’ αυτό κι εγώ μια ιστορία τέτοια θα σας πω. Λιτή αλλά μικρό συμπόσιο πνευματικό. Τραγούδι που στα μαλλιά του ασταμάτητου αέρα, έρχεται σαν από άρωμα μπαξέ. Ήμουν σκλάβος.

Ο πανηγυρτζής

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου   
          Σαν έμπαινε τ’ Αϊ – Λιός και νιώθαμε τη γεύση της χαράς και τη λαμπρότητα της πανηγύρεως, τρέχαμε στην εκκλησιά ν’ ανάψουμε κερί του αγίου και σαν άρχοντες διαλεχτοί περιβεβλημένοι από τη δόξα μας, ακούγαμε μ’ ευλάβεια τους ήχους των Σεραφείμ που ακούγονταν στο ψαλτήρι, λιχνίζοντας στον αγέρα τις πίκρες μας τις παιδικές.
          Εκεί μας περίμεναν τα κορίτσια γεμάτα φλόγα και καυτές ματιές. Τα κοιτάζαμε και τους γνέφαμε κρυφά από τους μεγάλους, ψιθυρίζοντας ντροπαλά:  << Στερνότερα θα σας δούμε κοντά στους πάγκους με τους πραματευτάδες. Ακούστε τώρα το τροπάρι του αγίου και σαν τελειώσει ο παπά – Καλλίνικος τη λειτουργία βγείτε έξω! >>
            Μας άκουγε ο νεωκόρος και μας ψιθύριζε θυμωμένος:

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Αδέσποτα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
Βλέπω χρόνια το άπλυτο τετράποδο αδελφάτο, αναμαλλιασμένο να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, να δαγκώνει, να κοπρίζει και να σέρνει τα ψοφίμια βαστώντας τα σφιχτά στα δόντια του. Κι όλο κάνω πίσω, όλο πουρλακάει η ψυχή μου, μη με κυλήσει κάτω κανένας γασμούλος σκύλος, κανένας ψωριασμένος μπαλωματάρης και με στείλει φέτες στον άλλο κόσμο.
                Τυχερός ως τώρα, άτυχος όμως ο πατριώτης μου που μια αγέλη του ‘στησε καρτέρι, τον πέταξε στο χώμα κι άρχισε να τον  λιανίζει στη μέση του δρόμου. Ένας από μηχανής Θεός περαστικός τον γλίτωσε, τη ζωή του κράτησε στα χέρια του, στέλνοντας με τις κλωτσιές τους παμχάφτιδες μπουλντόγκιδες στο σκυλίσιο καταφύγιό τους.
                 Τέτοια περιστατικά με αιμοβόρους μολοσσούς και λαθούρηδες κοτσαύτες να χιμούνε σε περαστικούς γίνονται συχνά, με την πόλη όταν τελούνται να παίρνει ύφος αρχιδουκίσσης. Το ίδιο και οι άρχοντες παίρνουν ύφος Νέρωνα και με τις τρίχες της κεφαλής ανορθωμένες ψάχνουν να κάψουν τους κουτσοπόδαρους και τους μονόφθαλμους, αλλά οι κύνες πονηροί, τα μπήγουν, τα τσιμπούρια τους εξακοντίζουν απ΄ τ’ αυτιά και τους διώχνουν.

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Τα δίκρανα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Ωραία μέρα, βγήκα να ξεσκάσω. Οι κότσυφες χτυπούσαν τα πλήκτρα της ενάτης συμφωνίας, τα  αρώματα του αγιοκλήματος γαργάλιζαν την ηλικιωμένη μου όσφρηση. Ηλιαχτίδες αντάρτισσες  άστραφταν στις κρυφές μασχάλες των φύλλων, άνθη πικροδάφνης και δενδρολίβανου βαστούσαν στα βαμμένα χείλη τους τα σκορπισμένα φιλιά των μελισσών. Πιο πέρα τρελές ροδιές λύγιζαν φορτωμένες, μητέρες πιπεριές  καμάρωναν για τους πράσινους αγγέλους που βύζαιναν την ευλογία της χλόης τους. Και μαζί τους  << οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω >> που λέει και ο ποιητής,  τρελό χορό είχαν στήσει με τα ζωηρά αλογάκια και τον μαϊστρο που κρυβόταν στ’ αυτάκια των λουλουδιών.
            Τα πατρώα ακατοίκητα, αραχνιασμένα. Οι αυλές άδειες από Ρηνούλες και στους δρόμους, φίδια, κουνάβια να γραπώνουν την ερημιά και μπελέχαροι ποντικοί να στήνουν καρτέρια όπως οι όψιμοι χρυσαυγήτες. Το ταβερνάκι θρύψαλο, τα τραπέζια διαλυμένα, ένας και μοναδικός ο πότης καθισμένος στη  μέσα γωνιά, το φλερτ του με την οινοποσία μόλις είχε αρχίσει. Έπινε και ψέλλιζε: << Ρε, ποια κρίση;  Ποια φτώχεια; Να΄ το, το ευρώ εδώ το ‘χω τσακωμένο, τη σφέρτσα θα του βγάλω αν μου φύγει >>. Έπινε, έπινε και μεγάλωνε ο καημός του γι τη μοναξιά του, όπως του καλογερίτη μοναχού.