Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Η τελευταία πράξη

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            Ο στρατηγός Βαλέριος περνούσε τη φάση της τρίτης ηλικίας και είχε αποτραβηχτεί έξω από την πόλη στην εξοχική του κατοικία να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Είχε καταρρεύσει σωματικά και ψυχικά και η συμπεριφορά του άγγιζε τα όρια της παράνοιας. Με το παραμικρό εκνευριζόταν, τον έπιαναν ταχυπαλμίες και ζαλάδες και στις παρέες η αντίθετη γνώμη κάποιου από τους συνδαιτυμόνες τον όπλιζε με απροκάλυπτη επιθετικότητα. 
            Η αιτία της κατάρρευσης οφειλόταν στις συνειδησιακές κρίσεις που πάθαινε. Οι κρίσεις του έρχονταν μέσα από εφιαλτικά όνειρα και είχαν υπόβαθρο τα εγκλήματά του στα πεδία των μαχών. Ξάγρυπνος, κάθιδρος και χαμένος στον πανικό περίμενε να λυτρωθεί με το φως της ημέρας.
            Νέος στο στρατό διακρινόταν για το θάρρος και τις πολεμικές του ικανότητες. Έτσι κέρδισε μετάλλια και σταυρούς και τιμήθηκε για τους ηρωισμούς του να εξολοθρεύει τους αντιπάλους, να ξεριζώνει άμαχους πληθυσμούς και να περνά από φωτιά και τσεκούρι την κάθε επαρχία που κατακτούσε. 

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Και μη χειρότερα !

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

             Έχουμε κράτος ανάλγητο, βγαλμένο από καταραμένη γέννα που γαλουχήθηκε σε τροφούς με δόντια δαιμόνων και πολιτικούς άρπαγες από αχόρταγη ράτσα.
           Οσάκις σουφρώνουν τα ψηφαλάκια του λαού, ρίχνουν στη φορτηγίδα τον πλούτο, τον παίρνουν, χρεώνουν στο λαουτζίκο τις κλεψιές και σαν το σκλαβάκι τον τρέχουν στο δικαστή και τον ρίχνουν πίσω από το κάγκελο.
            Όσοι απόχτησαν μια χαμοκέλα, ένα καλύβι πλίνθινο, το κόκαλό τους να στεγάσουν το τριμμένο, κάνουν τον παλικαρά να του διαφεντέψουν τη νομή, να μη το χάσουν. Το σκατό τους κάνουν παξιμάδι να ξεχρεώσουν το χρέος, τσιτσιρίζουν στο τέντζερη το χυλό, τη δόση να πληρώσουν. Τα μπατιράκια οι νέοι τραβάνε για την ξενιτιά, οι απολυμένοι για σαλίγκια στο βουνό, οι αλεσμένοι σκουντούφληδες από το δόντι του χρόνου  για τις μονές του Άγιου Πέτρου.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Ελληνάρα, πρόσεχε!


Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

Μην ψηφίσεις την ολιγαρχία του πλούτου γιατί το σαρκίο σου στην εντατική θ’ αφήσεις. Τους σωτήρες σου εκδεδωκώς τω θανάτω ψάξε για άλλους από της δυσχερείας να σε λυτρώσουν. Τούτους τους ψυχοπομπούς και αργοφονιάδες που είχες ψηφίσει δεν έκαναν ούτε για να μοιράζουνε δυο γαϊδουριών άχυρο. Προτίμησε αυτούς που φορούν έναν χιτώνα, σκύβουν πάνω από την άβυσσο να σε σηκώσουν και στο χυλό σου ρίχνουν ένα τρίμμα ψίχουλο να τον αβγατίσουν. 
          Ανεβασμένοι στο φράχτη της αυλής σου σαν τους κοκόρους οι πολιτικοί θα σου σαλπίσουν τα ίδια και τα ίδια. Κι αφού  καταφέρουν να τους πιστέψεις για το άφθορο της ευημερία σου που θα σου προσφέρουν, γυμνό στην κάλπη  θα σε στείλουν τους ρύπους της ψυχής τους να ξεπλύνεις.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΗΓΗΜΑ: Ο φιλόλογος

 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου    
             Είπα να μάθω κι εγώ λίγα γράμματα και να μιλάω όμορφα σαν το θείο μου τον Ανδροκλή που έλεγε το σκύλο  << κίων  >> και το << μηδέν άγαν >> μηδέ άγανο!
             Κατέβασα βιβλία, μεταφράσεις. λυσάρια και σημειώσεις από τα ράφια κι άρχισα να μαθαίνω απέξω κι ανακατωτά κάθε σελίδα. Όταν η σοφία θρονιάστηκε στο μυαλό μου κι ένιωσα επαρκής να φοιτήσω και πάλι στο πνευματικό εκπαιδευτήριο, προσευχήθηκα στο θεό των αιγοβοσκών να μη με αναζητά πια στις τάξεις του αλλά στο μαθητολόγιο των μαθητών. Με ύφος μεταμελημένου υιού παρουσιάστηκα στο γεννήτορά μου και του ανακοίνωσα με μάτι που έλαμπε από χαρά:

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Ο Χειμών

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

          << Ήρθε το καλοκαιράκι, στρίβει ο γέρος το μουστάκι, μα όταν έρθει ο χειμώνας, πάει ο γέρος βλαστημώντας >> αναγνώθαμε την παροιμία και γελούσαμε.  Τώρα ο γέρος πεθαίνει καταψυγμένος, μοιρολογάει τις μέρες του και τις ξεμαλλιάζει που τον σκοτώνουν μια κι έξω, στις νύχτες του το μελί φεγγάρι ψάχνει να το ρωτήσει που χάνεται και του ρίχνει τόσο σκοτάδι. 
            Κι όσο ο Γκίκας Χ(Γ)αρδούβ(μπ)ελης δεν ανοίγει καζαμία να διαβάσει παροιμίες, γέροι και νέοι θα ορειβατούμε σε κρημνώδη Κιλιμάντζαρα, τους χαμηλούς γήλοφους θα ξεχάσουμε. Κι όσο να ξορκίζουμε << χειμώνα πολυέξοδε, φαγά και λιγοδούλη >> στο τσουκάλι δε θα βράζει το όσπριο, μήτε το σιτιρέσιο θα γεμίζει το τραπέζι. Ο Χειμών είναι της Στέπας κρυαρίτης, δε χαμπαριάζει από λόγια, σε θάβει κάτω από τη σκέπη με σωρούς από χιόνι, το κριτσινάδι και το λιπάκι σου ύστερα σου γλείφει.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Γενάρης

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                << Τις φεγγαροσκέπαστες του Γενάρη ομορφιές >> τις χάσαμε. Μεθυσμένες με κρασί και στάχτη από τον Αντώνιο το Μέγα και τον Μπένι τον Παχύ, τρελάθηκαν και στις στέγες των σπιτιών μας, τους βόγκους του βοριά μας στέλνουν. Και δε μοιάζει τούτος ο Γενάρης, μ’ εκείνον των παππούδων μας, που στα στραγγερά χώματά του οργώνανε και φυτεύανε αγκινάρες και κρεμμυδόσπορο.  Που στους κήπους δίνανε ένα σκάλισμα για να τρανέψουν και να αδελφώσουν τα χειμωνιάτικα φυτά. Που φρόντιζαν τα καχεκτικά, τους έδιωχναν τη λάσπη και τα τάιζαν να χοντρύνουν το ισχνό βλαστάρι τους και να καρπίσουν με άζωτο και νίτρο. 
                 Τις ελιές κλαδεύανε και πέταγαν τα χλωμιασμένα ξερόκλαδα για να σκάσουν στο χάδι του ήλιου τα κουκουλωμένα ματάκια, λουσμένα με χίλιες δροσιές. Ψεκάζανε με χειμερινό πολτό να ελαφρύνουν από τα κλαράκια της παιδούλας μηλιάς τους ζελζεβούληδες τα έντομα κι όλα τα καρπερά φυλλοβόλα φιλοδωρούσαν με φωσφοροκαλιούχο λίπασμα. Φύτευαν νέα δέντρα, και, τις χλοερές πλεξούδες τους περιποιούσαν με υπομονή.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΗΓΗΜΑ: Ο Παν

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
        Καίγομαι σήμερα, υμνωδώ τον εγγενή Θεό μου, ακροβατώ και είμαι ευγνώμων τοις πάσι. Γέμισα το κεφάλι μου γράμματα, έγινα ελκεσίπεπλος της παιδείας, ονομάζομαι  Πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως.
        Κάνω αγώνες δρόμου, αθλοθετώ φιαλίδια με ελληνικό οίνο, στην είσοδο του σταδίου διαφημίζω τη νίκη του πνεύματος επί της ύλης.
        Το ξέρω, εμβάλλω πληγές στην αγραμματοσύνη, οι εύσχημοι με χειροκροτούν, τα δόντια τους μου τρίζουν οι αισχροί δολοπλόκοι, κατάρες ακώ και ύβρεις από τους σκράπες και τους μαθητές του πέντε. Όμως δεν πτοούμαι, αλωνίζω τους δρόμους και παντού φωνάζω και κηρύσσω το καλό που έχει το Πνεύμα.