Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Κραυγή τρόμου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παν. Αντωνόπουλου

Ο εφοπλιστής Λεόντειος σαν άφηνε τα γραφεία της εταιρείας του στον Πειραιά, ερχόταν στην πολυτελή έπαυλή του στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου για ξεκούραση και ανάκτηση δυνάμεων.  Τον υποδεχόταν εδώ το υπηρετικό  του προσωπικό κι αφού τον φρόντιζε τις τρεις πρώτες μέρες ανελλιπώς, την τέταρτη τον οδηγούσε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του με τα χρυσόδετα και σπάνια βιβλία της, για να διαβάσει. Σαν απόμενε μόνος του ο εφοπλιστής, κατέβαζε από τα ράφια όλα τα κυνηγετικά βιβλία κι άρχιζε να τα διαβάζει μονορούφι. Και τούτο γιατί διαβάζοντας τέτοια βιβλία αποκτούσε γνώσεις που του χρησίμευαν στις κυνηγετικές του εξορμήσεις. Έτσι γινόταν μέρα με τη μέρα καλύτερος κυνηγός και τα θύματά του αυξάνονταν.  
Επειδή του άρεσε  να βλέπει κακοποιημένα ζώα, είχε φτιάξει δίπλα από τη βιβλιοθήκη του ένα μουσείο με ταριχευμένα! Τα είχε κλείσει προσεχτικά σε ράφια, ασφαλισμένα με γυάλινα τζάμια που η ταυτότητά τους γινόταν γνωστή από τη μικρή κόκκινη ετικέτα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του ζώου κι έγραφε το όνομά του. Έτσι ο επισκέπτης, που, φυσικά έπρεπε να...

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Μητέρα πατρίδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

          Προστάτισσα της ζωής μου σ’ έβαλα από τη νεότητά  μου και στην φρουρά της αγκάλης σου κατέφυγα να γλιτώσω από τα δόντια των  πιράνχας σου. << Ολίγιστη είμαι >> μου είπες << να σε σώσω δεν μπορώ >>, μόνος σου βρες τα μαγεμένα βότανα να τα κοιμίσεις και να τα εξαφανίσεις >>. Οδοιπόρος κι εγώ τους δρόμους πήρα, τον έναν άφηνα, τον άλλον άρχιζα, τα βότανα έψαχνα σε χούνες και ρέματα να βρω.
           Σε σχολείο που το ‘δερναν από όλες τις πάντες αέρηδες σίφουνες, μια δασκαλίτσα, περδικόστηθη, με μάτι λιόμαυρο όμοιο λαμπήθρα μ’ έμαθε Τούρκους Αληπασάδες να μην προσκυνώ, Έλληνες ψωρίλους πολιτικούς να μην πιστεύω.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Μυθιστόρημα:Ο ήρεμος Ζέφυρος του Ιονίου


Α   
               Χρύσωνε o ήλιος το κάστρο, τη θάλασσα και τον ελαιώνα στον κάμπο, όταν οι πρώτοι καταστηματάρχες της πλατείας σήκωναν τα ρολά για να υποδεχτούν την πελατεία τους και να έρθουν αντιμέτωποι με τη χαρά του χρήματος. 
             Ο πρώτος που έφτασε και στάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα του μαγαζιού του, ήταν o ζαχαροπλάστης o Κυρ Θόδωρος ή Γεδεών. Αφού κοίταξε για λίγο τις πόρτες των άλλων γειτόνων του, έσκυψε παρά τον όγκο της θεόρατης κοιλιάς του και ξεκλείδωσε το λουκέτο μ’ ένα δυνατό θόρυβο που τάραξε ενοχλητικά τη σιωπή της μικρής πλατείας.
       Πέταξε ύστερα μ’ ένα δυνατό τίναγμα του δεξιού του χεριού τη γόπα του τσιγάρου του απ’ τα σαρκώδη χείλη του πάνω στο φράκτη του διπλανού οικοπέδου και με τα δυο του χέρια άρχισε να σηκώνει τα ρολά της πόρτας. Όταν το κατάφερε και τα σφήνωσε στην πάνω μεριά του τοίχου, ξεκλείδωσε ύστερα την ξύλινη τζαμόπορτα και μπήκε μέσα τραβώντας κατ’ ευθείαν για την κουζίνα.
-Διαβάστε την συναρπαστική συνέχεια κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο: 

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Ο μπαρμπα – Γιάννης

ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου 

          Καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε κάτω τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι… 
          Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.
          Είχε συνηθίσει να μιλάει με τον εαυτό του και όταν ο ήλιος ανέβαινε ουράνιος  και γυρνούσε από το χωράφι, καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά κι  έπιανε λακριντί μαζί του. Ύστερα παρασυρόταν από τον καπνό του τσιγάρου του κι έπιανε το τραγούδι. Του άρεσαν τα κλέφτικα. Και τις ιστορίες τις είχε στο πετσί του. Τις νύχτες του καλοκαιριού και τις προχωρημένες του φθινοπώρου, τις έβγαζε από μέσα του με τέτοιο μπρίο που οι περαστικοί βοσκοί και αγωγιάτες σταματούσαν και κρέμονταν από τα χείλη του να τον ακούσουν.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Βουή μας μαύρη!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Εποχή στέρφα, λασπωμένη από τις νεροποντές, γδαρμένη από ανέμους με κοφτερά σκυλόδοντα. To αυτοκίνητο απόν, στους δρόμους γαϊδουρίτσες και μούλες. Τον επιούσιο έβγαζα καλιασμένος σε χωριό, πνιγμένο στο γαϊδουράγκαθο και την ασφάκα.  Το εκπαιδευτήριο ερείπιο, οι σοφάδες λεηλατημένοι, τα κουφώματα μπαλωμένα με λαμαρίνες. Έκανα μάθημα τυλωμένος με κούμαρα, ζεσταινόμουν μ’ ένα κουρέλι χλαίνης του στρατού, κοιμόμουν σε  κρεβάτι με το σανίδι του φαγωμένο από το σκώρο.   
Το βιβλίο απαγορευμένο, η συνομιλία μου με τους γκιόνηδες, τις σκοτεινές μου νύχτες τις φώτιζαν αστροπελέκια.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Κόλαση!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Κυριακή, καθισμένη  σε αγκάθι σκληρό, ζωσμένη απ’ τους τριβόλους του Γκίκα κι εγώ ραγισμένο ανθρωπάκι, το σχήμα μου εναποθέτω κάτω από της καφετέριας την τέντα τον πικρό μου καφέ να πιω με τους δύστυχους συναθροισμένους. Μέγας ο αριθμός τους, αργοί και γέροντες, όλοι κοντά στο θάνατο,  λένε ιστορίες από τις μάχες τους κοντά σε κάποιον Αρταφέρνη, διηγούνται ατελείς έρωτες, θυμούνται μέρες που φτερούγιζαν σαν αετοί στη στράτα, σκουπίδια τώρα σ’ ανάπηρη καρέκλα, ούτε το πινέλο με την μπογιά να γράψουν << ελευθερία >> δεν μπορούν να σηκώσουν.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Οι ίδιοι κόπροι του Αυγεία

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σε πίσω καιρούς, τη νεότητά μου μισούντες οι << ευσχήμονες >> αϊτοί  του υπουργείου παιδείας σε  χωριό διόρισαν, που άρδευε τον πολιτισμό του από τους γύπες και τους ουρλιάζοντας λύκους. Εκεί με εναπόθεσαν σώματι και ψυχή τη ζώσα γνώση να εμφυσήσω σε μαθητές που λιποθυμούσαν από την ασιτία και το φύλλο χλόης στην αποξηραμένη ζωούλα τους, να κρατήσω χλωρό.
Το εκπαιδευτήριο αμπάλωτο ερείπιο, οι πόρτες του σάπιες και τα παράθυρα σαράβαλα. Ζεσταινόμουν διπλωμένος με μια λιωμένη χλαίνη του στρατού, σιτιζόμουν με καχεκτικό χόρτο αρωματισμένο με σκατζίκι, γιάτρευα το γαστρεντερικό μου σύστημα τρώγοντας σπόρους ψύλλιου.