Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Ο θάνατος ήρθε από τη θάλασσα

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
          Ο πρίγκιπας Ζαπίτο υπερηφανευόταν πως ήταν νέος, γερός και πλούσιος. Πως αρρώστια και θάνατος δύσκολα θα τον άγγιζαν. Απολάμβανε το βίο του ζώντας στον τεράστιο πύργο του, εθισμένος σε πλούσια συμπόσια, νύχτιες κατανυκτικές οινοποσίες και ερωτικές τρυφηλές περιπτύξεις.
            Το χόμπι του ήταν το ψάρεμα. Η προετοιμασία τελετουργική και η οργάνωση αρίστη. Η είσοδος στη θάλασσα στη χάση του φεγγαριού και η ακολουθία του ως το λιμανάκι από τους ωραίους και κρατερούς νέους του στενού του περιβάλλοντος. Στο σκαρί μέσα πάντα μόνος του μύριζε την αρμύρα και έχαιρε, υποβιβαζόταν σε καπετάνιο και το γλεντούσε, αρπαζόταν από τον άνεμο και τις ράχες των δελφινιών κι απόβαλλε την τρικυμισμένη ματιά του γαλαζοαίματου. 

Στα ερείπια του κάστρου

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
     Μια σφοδρή είδηση που κυκλοφορούσε εδώ και μέρες στην πόλη, όχι μόνο πρόδιδε ταραχή και φόβο στους κατοίκους της, αλλά κι άφηνε να ξεπηδήσει από μέσα της και μια ένταση αβάσταχτου δέους.

    Και τούτο γιατί μιλούσε για μια ομάδα Αυστριακών τυχοδιωκτών που καθοδηγούμενοι από τον εργοδηγό τους θα αναζητούσαν στις κρύπτες και στα ερείπια του κάστρου της θησαυρό. Θησαυρό αμύθητο που εγκατέλειψαν στα μέσα του δέκατου τέταρτου αιώνα οι σιδερόφραχτοι Φράγκοι επιδρομείς. Εποχή που μάραναν τα ρόδα της πόλης και στην ευλογία της ομορφιάς της σκόρπισαν τους καπνούς από τα τριπουτσέτα τους.

          Πίσω από την ομάδα κρυβόταν ένας Τσέχος δαιμόνιος. Είχε ευγενή καταγωγή με ρίζες παλιάς οικογένειας Ουγενότων, πολύ πλούσιος, σκληρός και αδιάλλακτος. Πονηρός σαν αλεπού, ήξερε να κάνει φίλους Κροίσους, διεφθαρμένους πολιτικούς και εμπόρους ναρκωτικών και όπλων.

Ο χορός της εταίρας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

            Ένα μήνα τώρα η πόλη είχε αναστατωθεί. Και η αιτία ήταν ο ερχομός της ξανθής γυναίκας που ήρθε σαν δαίμονας να ξετρελάνει τους άντρες με το ξέχειλο από ζωτικότητα κορμί της και να μαράνει τις καρδιές των γυναικών που μάντευαν την παντοδυναμία της σάρκας της στις αγκαλιές τους.  Ήρθε έλεγαν οι φήμες από το βορρά, παθιασμένη για βρώμικο έρωτα, γλυκιά αμαρτία και παράφορα όργια που  μόνο όσοι τα γεύτηκαν μαζί της στη σκοτεινή κάμαρά της μπορούσαν να τα διηγηθούν και να περιγράψουν την ευτυχία τους.  
            Κι όσο οι διηγήσεις επαναλαμβάνονταν  από στόμα σε στόμα απ’ αυτούς που γεύτηκαν τον ακόλαστο έρωτά της τόσο άναβε τη φαντασία εκείνων που επιθυμούσαν να ακούσουν τους γλυκούς της ανασασμούς και να  εισχωρήσουν στο ζεστό και ανθισμένο κορμί της.

Ελεήστε με, Χριστιανοί!

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Νυχτερέμι έγινε η Μεσσηνία! Από τα σύθαμπα και αποκαρωμένοι από την υπνηλία εξαθλιωμένοι γείτονές  μας παίρνουν τους δρόμους. Όχι για να πάνε να καθαρίσουν τ’  αγριάγκαθα στο χωράφι τους, ούτε να πάρουν το κινέζικο μεροκάματο στη φάμπρικα του σπόγγου επιχειρηματία για να μπαλώσουν μ’ αυτό τη μισότριβη βράκα τους. Ούτε να αγοράσουν κάνα κομμάτι γουρνοπέτσι να μασήσει το δόντι της φαγανιάρας φαμίλιας τους.
             Τα χωράφια τους τα εγκατέλειψαν με τόσο φονικό φόρο που πληρώνουν, τη φάμπρικα την άφησαν γκρεμισμένο γιαπί σαν έσκασε η φούσκα του πλαστικού μάνεϊ του εργοδότη κουραμπιέ. Την πόρτα  του χασάπικου δεν την περνάνε με τίποτα. Ο χασάπης το φυλάει από τους φιόγκους με τις άδειες τσέπες και τους παίρνει φαλάγγι με το χοντρό του ραβδί.