Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

 

Χρονογράφημα

Το τσακμάκι άναβε φωτιές


                                                           Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου          

                                Ο μπάρμπα Γιάννης, δεινός κρασοπότης, όπως έχουμε πει, τα ‘χε πιει εκείνο το μεσημέρι με παρέα στου Ψαρούλια το μαγαζί. Ο Μήτρος ένα ζερζέκι του χωριού τον πείραζε όπου τον έβλεπε. Οι ουκ ολίγοι κολλητοί τους γελούσαν και ο μπάρμπα Γιάννης γινόταν  γαμψόνυχας κόρακας έτοιμος να τους πιει το αίμα, βρίζοντάς τους σε γλώσσα γαλλιστί.

             Το καλοκαίρι ο μπάρμπα Γιάννης είχε  επαγγελματικά χαμόγελα μέχρι δακρύων. Διορίστηκε νεροφύλακας και θα γευόταν ψαρολιχουδιά, φθηνή μεν αλλά τονωτική που θα την κατέβαζε κάτω σαν πεινασμένος λέοντας. Αλίευσε μια αγροτική στολή, φόρεσε κάσκα, άφησε γένι μακρύ και πυκνό και έκανε δρομολόγια στα κηπευτικά να ρυθμίζει την ύδρευση. Κουρασμένος από ένα τέτοιο δρομολόγιο το μεσημέρι έκατσε στου Ψαρούλια το μαγαζί με την παρέα του κι άρχισε να τα πίνουν. Πιες – πιες έγιναν στουπί, οι νευρώνες τους χαλάρωσαν, τα λόγια τους σκορπούσαν σαν πουλιά, ο κόσμος έγινε μια γροθιά που τον χτυπούσαν με δύναμη στο τραπέζι.

               Ο Μήτρος κάθισε κι αυτός, ήπιε και ήρθε στο τσακίρ κέφι. Έβγαλε τσιγάρο ο μπάρμπα Γιάννης να φουμάρει,  το κόλλησε στο στόμα κι έκανε μια έτσι να βγάλει το τσακμάκι απ’  την τσέπη. Τον πρόλαβε ο Μήτρος τράβηξε το δικό του  και  μ’ ένα τσακ προθυμοποιήθηκε να του το ανάψει. Το χέρι έκανε πως του  ‘φυγε, η φλόγα βρήκε το γένι που άρπαξε φωτιά. Ευτυχώς ο κάπελας έριξε πάνω την πετσέτα, έσβησε τη φωτιά και μαζί το << οχ! >> των κολλητών. Το χρ…. … τον βλαστήμησε ο μπάρμπα Γιάννης και πήγε να τον αρπάξει. Ο  Μήτρος πετάχτηκε έξω, έγινε Λούης και σκαπέτηκε στο μαντρί.

         Μια βδομάδα αργότερα ο μπάρμπα Γιάννης τα ‘πινε πάλι. Καθόταν με τρεις καμινιάρηδες και τα ‘λεγαν. Έβαλε μια πινέζα ανάποδα σε μια καρέκλα και περίμενε το Μήτρο. Ήταν σούρουπο και είπε στον κάπελα όταν του κλείσει το μάτι να σβήσει τη λάμπα. Προχωρούσε το σούρουπο, η νύχτα έπεφτε στα πέριξ, στους δρόμους λίγοι θόρυβοι, στον ουρανό άστρα που τρεμόσβηναν. Η μυρωδιά του κρασιού έφερε το Μήτρο στο τραπέζι, όρθιος για λίγο άκουσε το μπάρμπα Γιάννη να τραγουδά, <<μια νύχτα θα μεθύσει και θα με παρατήσει να πιω ακόμα μια γουλιά… >> και κάθισε.

        Η πινέζα μπήκε στη σάρκα του, ο πόνος του έκοψε την ανάσα, το στερέωμα και η χίμαιρα τον πλάκωσαν και πετάχτηκε πάνω. << Να δω >> του είπε ο μπάρμπα Γιάννης, η λάμπα έσβησε, ακούμπησε το αναμμένο τσακμάκι στον πισινό του, έψαχνε,  ψηλαφούσε, ανίχνευε, μουρμούριζε, ώσπου τον τσουρούφλισε! Το ‘βαλε στα πόδια ο Μήτρος. Τώρα δεν είχε να πηδήσει σκίντα και βράχους αλλά χρυσαφένια και ξεκαρδιστικά γέλια που έμπαιναν μπροστά του απ’ όλο τον αχό του κόσμου. 

        Σε λίγο επέστρεψε. Ιδιόμορφος και πολυσχιδής, άπλωσε το χέρι. Το ‘δωσε  στον μπάρμπα Γιάννη, του ‘σφιξε το δικό του και του είπε, ιπποτικά και πανηγυρικά: << Μία μου και μία σου! Πατσίσαμε τώρα! >>

            ellinikoxronografima.blogapot.gr   panant1947@gmail.com

        

 

ΤΟ    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                  Φιδωτά κι ευθεία καλντερίμια


 

                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

  Βαρέθηκα ν’ ακούω στην τιβί πως στο εφεξής θα μας  ταϊζουν με γκουρμεδάτους λαγούς και είπα να κόψω δρόμο για το κάστρο.  Η Κυπαρισσία και δη η Πάνω Πόλη, παρά τα αβάσταχτα ρωμαίικα οικονομικά βάρη, που μας σφίγγουν όπως ο  βρόχος το λαιμό, γοητεύει και συγκινεί τον επισκέπτη με τα κάλλη της, σε πείσμα της αδιαφορίας των αχρείων ηγεμόνων της.

   Οδοιπορώντας, ήρθε στο νου μου το λήμμα << καλντερίμι >>.  Τέτοιες σκέψεις είναι καλές, τι να λέμε και σκέφτηκα να δώσω επί χάρτου μια εξήγηση.  Όσοι αναγνώστες έχουν γνώσεις και άφθονο χρόνο ας τη ρετουσάρουν επί το βέλτιστο. Συνέχεια στην εξήγηση:  Καλντερίμι είναι λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός με  ακανόνιστες στο σχήμα και στη μορφή πέτρες. Και φυσικά μιλάμε μόνο για τα καλντερίμια σε αρυμοτόμητους, παραδοσιακά χτισμένους οικισμούς, ορεινών περιοχών.  Εξυπηρετούνταν με τη διάβαση και οι πεζοί, αλλά και τ’  άλογα και οι όνοι. Δεν αποκλείονταν ουδέ οι χοίροι και τα αμνοερίφια.

   Η Πηνελόπη Δέλτα, << Στα μυστικά του βάλτου >> λέει: <<…πού θα σας βρουν τ’  άλογα; Δεν κάνει  ν’  ακουστούν   στο  καλντερίμι τέτοια ώρα… >>

   Στην πάνω πόλη είναι πολλά, έρχονται από παλιά, γοητεύουν τον περιπατητή, επιβεβαιώνουν στον εύπιστο τη ζωή της παράδοσης, ενθαρρύνουν το δημιουργό γιατί μετατρέπουν τη μουσικότητα του ήχου που αφήνουν τα πέλματα πάνω στις πέτρες σε άφθαρτες χρυσές μνήμες. Φιδωτά, ευθεία, στενά, φαρδιά, είναι όλα σταυροί ενός βίου αβίωτου των προγόνων μας.

  Στα καλντερίμια συζητούσαν ως το πρωί οι γειτόνοι, τα άμοιρα κορίτσια που << έκαναν καλντερίμι >>, το βράδυ εκεί έβρισκαν τους πελάτες τους, ως και η καλντεριμιτζού ( γυναίκα του πεζοδρομίου, πόρνη ) εκδιδόταν εκεί τις νύχτες.

   Καλντερίμι στη νεοελληνική, kaldirim στην τουρκική, καλός + δρόμος ( αντιδάνειο ) στα αρχαιοελληνικά.   Αγγλικά: cobblet.  Βουλγαρικά: Kaldaram.  Σερβοκροατικά: kaldrma.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

                       ΤΟ       Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                      Βρε, δεν πάν’ να… 


 

                                             Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

         Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του, λεπιδόφορες ουρές, καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

          Σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Πτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους. 

         Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ό,τι άλλο χρειάζονται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί φασόλια, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Πτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το ‘χεις και εν μέλλοντι χρόνω τους οδόντες θα σου εξορύξου ν’ αποσυρθείς από το μάσημα. Λες: Βρε δεν πάν’ να … κάνουν ότι θέλουν οι ένοικοι του Μαξίμου, εγώ να είμαι καλά. Ως Έλλην όμως μαχητής, πρέπει να ξεσπαθώσεις. Σου αρέσει να σε λένε, αλλά όχι και να είσαι Πτωχοπρόδρομος.

 

 

 

         ellinikoxronografima.blogspot.gr    panant1947@gmail.com

 

                  Τ Ο    Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α

 

                                Οι υποσχέσεις, τα χαστούκια και ο Αχιλλέας


                                            

                                          Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

            Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο. Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!  << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε!>> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr   

 

 

                          Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

Χρονογράφημα


 

                       Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό καμένο

 

 

              Αχ, κι εκείνες οι νύχτες! Με το γέλιο μας να κυλάει κάτω από το μελί φεγγάρι, τα δυο μαργαριτάρια στα μάτια της Ανθής να φωσφορίζουν  σαν φιλιά φωτός και τη σιωπή ερωτευμένη να κάνει τα δέντρα να ριγούν. Νηστικά και στερημένα, γυμνάζαμε τα φτερά μας στο έλεος  μιας ανεπαίσθητης δροσιάς και στο μαραμένο άνθος μιας μίζερης ζωής.  Είχαμε το αγέρι φίλο μας, όμως, και ταχυδρόμο καλών μαντάτων. Ερχόταν με το σούρουπο και σαν μεγάλο παιδί μας πλησίαζε και μας έλεγε: << Το βράδυ κάτω από τα αστέρια ο θείος Νιόνιος έχει ξέλαση. Θα τρίψετε καλαμπόκι και οι βαρκούλες σας θα αρμενίσουν φορτωμένες από χαρά, ρόδα της κουβέντας και γέλιο ανοιχτό σαν τριαντάφυλλο.  Μη λείψει κανένας σας. Θα είναι και οι αγαπούλες σας εκεί, θα μαδήσετε μαργαρίτες, θα στριμώξετε τον πόνο στους γύρους του χορού και θα φάτε μελάτες ρόγες ροζακί  από τα λευκά χεράκια τους που τις τρύγησαν το  απόγευμα  στο  αμπέλι, σκυφτές  κάτω από  το  βασιλιά ήλιο >>.   

    Πηγαίναμε. Καθόμαστε κάτω από τη συκιά που μας χαιρετούσε κουνώντας τα φύλλα της που έμοιαζαν σαν παιδικά χέρια. Τρίβαμε στις << γκριτζάλες >> τα << λουμπούσια >>, χωρίζαμε τον καρπό, γεμίζαμε τα σακιά κι όλη η εργασία θα τελείωνε αργά τις μεγάλες ώρες.  Ο σωρός υψωνόταν, χαρούμενοι τον κοιτούσαμε,  ο  θειος Νιόνιος  σάκιαζε  ασημωμένος από  χαρά,  οι μεγάλες φωτιές που μας άναβαν τα  κορίτσια δεν είχαν τέλος. Ο έρωτάς μας, μας τρέλαινε, μας έπαιρνε τα μυαλά, χάναμε το είναι μας, η σκέψη μας έτρεχε έξω από το μυαλό μας, όπως το νερό έξω απ’ το αυλάκι. Στο βάθος του σκοταδιού πάνω στους σωρούς με τα λούκια, στήναμε βωμούς στον ζωοδότη έρωτα μέσα σε ωραίους ψίθυρους των επωδών του πάθους μας μαζί με το ράθυμο τρίξιμο που έβγαζαν οι << γκριτζάλες >>. Οι τρισκότεινοι ουρανοί μας αγάλλονταν, η πνιχτή μονότονη ζωή μας ημέρευε και το κλάμα μας γινόταν τραγούδι.

     Η φωνή του θείου, δυνατή, τραχιά, μας τίναζε πάνω. Κατεβάζαμε τα χέρια μας από τα μαλλιά των κοριτσιών και γυρίζαμε πάλι στη δουλειά. Πίσω μας ακολουθούσαν οι αγαπούλες μας. Έκλειναν σιγά- σιγά το άνθος τους, στρώνονταν κι αυτές στη δουλειά, ενώ η νύχτα σιώπαινε για ν’ ακούσει τους ρυθμικούς τους στεναγμούς. Τα μεσάνυχτα η άσβεστη φωτιά μας, συμπιότανε με φουρνίσιο ψωμί, τυρί σφέλα και κρεμμύδι στουμπητό. Με γοργό περπάτημα, όρθιος ο θείος γιόμιζε τα ποτήρια οίνο ροδίτη και με ακύματη ματιά, έστηνε αυτί προς το μέρος που ερχόταν ο αντίλαλος της φωνής του γκιώνη. Στις δύο το πρωί η φτερούγα του ουρανού άσπριζε. Η δουλειά τελείωνε. Η φλογισμένη νιότη μέσα στα στολίδια της νύχτας και της σιωπής, επέστρεφε σπίτι. Μια ακόμη ξέλαση ετοίμαζε να πει το πρωινό της τραγούδι στην κορυφή της φλαμουριάς.

    Από τότε ο χρόνος φλύαρος κύλησε ως εδώ. Συλλογιέσαι τον Καρυωτάκη και λες, είχε δίκιο που έγραφε: <<… Έχω κάτι σπασμένα φτερά //. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό //. Για ποιαν ανέλπιστη χαρά / για ποιες αγάπες / για ποιο ταξίδι ονειρευτό //.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr