Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 Μαθητές και δάσκαλος στην τάξη Στοκ Εικόνες - εικόνα από boysenberries,  bipeds: 64916512

 

 

 

 

                     Τσιφτάρα δάσκαλε, γιατί πας κόντρα στην εξουσία;

 

 

 

                                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

             Σε πίσω καιρούς το χρονογράφημα, αυλακωμένο από τις σχισματιές του χρόνου και γραμμένο στον απόηχο της θλιμμένης νότας του κότσυφα.  Προορισμός μου το χωριό, θαμμένο στο βουνό, στις πέτρες και το σαρκοφάγο βάτο. Το σχολείο ερείπιο, οι τοίχοι σωριασμένοι, τα κουφώματα ροκανισμένα από τους μπελέχαρους ποντικούς.  Κοιμόμουν στρωματσάδα στο χολ, πλενόμουν στο λασπόνερο της γούρνας, όρθιο με κρατούσε την ώρα του μαθήματος η μπουκιά από το πρόσφορο του παπα – Βαγγέλη. Η υγιεινή μου τριτοκοσμική, η αφόδευσή μου στα χαλάσματα, ορδές οι κώνωπες από το χαμούρι της τσοπαναριάς, ορμούσαν πάνω μου να μου πιουν το αίμα.

              Τ’ ανθρωπάκια του χωριού φτύνανε μαύρη λάσπη όλη μέρα στις σποριές, λουσμένα στον ιδρώτα λούφαζαν στις στρωμνές τους τα βράδια με το μάτι τους γατίσιο και την ψυχή τους άγρια σαν πιράνχας να ονειρεύονται το στέρφο χωράφι τους, πλούσιο και καρπερό. Χαίρονταν στις γιορτές, άνοιγαν τα σπίτια τους διάπλατα στους καλεσμένους, με τους αγίους τις Κυριακές φωτογραφίζονταν να δείξουν πως είναι χορτοφάγα και όχι ανθρωποφάγα.  Ερχόταν ο πολιτικός και τα ανθρωπάκια του χωριού, τον άκουγαν και χασμουριόνταν. Έτσι είχαν φτιαχτεί κι έτσι έμεναν. Φτιαγμένα δίχως γνώμη, δίχως βούληση, δίχως άρνηση. Φοβόνταν τη βίτσια του εθνικού πολιτικού και στην κάλπη  το έριχναν δαγκωτό.

             Είχα ανοίξει το  βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας στα σαπρόφυτα όταν μπήκε στην τάξη. Άπλωσε χέρι, γέλασε και μου ‘πε: << Τσιφτάρα, δάσκαλε, κάποιος μου ‘πε, πως πας κόντρα στην εξουσία! Γιατί; Τι σου λείπει; >>  << Εκπρόσωπε της πολιτείας >> του απάντησα. << Οι πόλεις απόχτησαν μουσεία εθνικών κειμηλίων και το χωριό  δεν έχει απόπατους. Ούτε και το σχολείο. Οι άνθρωποι βγαίνουν με τους λύχνους τη νύχτα κι αδειάζουν το σωλήνα τους στους δρόμους. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Έχει γεμίσει το χωριό << μουρόφυλλα υγείας >> και κινδυνεύουμε από θανατηφόρο λοιμό >>.

            << Αυτό; >>

            << Έχω κι άλλα… Λουτρό κάνω στο πλυσταριό της παπαδιάς, ξεσκορτσάζομαι με κεραμίδι, η σόμπα μου είναι γερασμένη, το κρύο μού ’χει σκουριάσει τα σπονδύλια. Το νοικοκυριό μου λασπότοπος, η αίθουσα γεμάτοι ποντίκαρους, ροκανίζουν θρανία και βιβλία. Οι ποντικίνες τη νύχτα μου επιτίθενται και μου τρώνε τη μύτη. Κάντε κάτι να γίνει σπίτι τούτο το αχούρι… >>

             Γέλασε. << Εντάξει, ό,τι θες! >> Μύρισε ο χρόνος ψέμα, μύρισε και ο τέντζερης του πρόεδρου λαγό στιφάδο! Το ‘κοψε προς τα κει και σαν γάτος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 Καλή χρονιά σε δασκάλους και μαθητές! (15 φωτογραφίες που μας συγκινούν) |  Alfavita

                                             Χαφιέδες

 

                                                           Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

        Στα σχολεία που δούλευα, ήμουν σκυμμένος περισσότερο στον εαυτό μου, πολύ λιγότερο στο διδασκαλικό ποιμνιοστάσιο του γραφείου, που σε ήθελε κουτσομπόλη αριστείας, επιφανή Σαδδουκαίο και σγουγγοκωλάριο κάθε μικρονοϊκού διευθυντή.

        Μαζεύονταν και δυο τρεις μπόγοι χαφιέδες εκεί μέσα, αγριόσκυλα ντόπερμαν, που ο πρωτογονισμός τους εξαντλούνταν σε διαπλοκές, παρακολουθήσεις, καταδόσεις και άσκησης λωποδυτικών συμφερόντων που ως δολοφονικά στυλιάρια ήθελαν να σε εξοντώσουν.

       Στις γκρίζες ώρες της σχολικής ζωής μου τα παρακολουθούσαν όλα. Τι ώρα πήγαινα, αν πρόφτασα το πρωινό κουδούνι,  το τρεχαλητό μου να είμαι στην προσευχή, τη σκόνη από  την τριμμένη κιμωλία στα ρούχα μου, το βουκεφάλα νου μου να μάθουν τις σκέψεις μου, το σημειωματάριό μου να μαντέψουν τις στριφνές αγίες φιλοσοφίες που έγραφα. Ακόμη τους ενδιέφερε να μάθουν αν ξέρω τις δέκα εντολές, το πιστεύω και το πάτερ ημών.

        Στον εκκλησιασμό έβγαινα έξω από τον ιερό χώρο, μ’ ενοχλούσε η ομιχλώδη ατμόσφαιρα, το λιβάνι και το πολύβουο ψάλσιμο.  Το ‘βλεπαν οι χαφιέδες, σήκωναν το κεφάλι ψηλά στον παντοκράτορα, έκαναν το σταυρό τους και αναρωτιόνταν: << Κύριε ελέησον! Γιατί το κάνει; Άθεος είναι ή κομμουνιστής; >>

        Οπότε μια φορά βλέπω τις μουτσούνες τους σφιγμένες να βγαίνουν από το γραφείο. Η φαντασία μου κάλπασε, σκέφτηκα τη γερμανική κατοχή, τους δωσίλογους, τους χαφιέδες, τους ταγματασφαλίτες, τους φυλακισμένους και τους εκτελεσμένους. Την μπότα τους τότε  ένιωσα να με πατά, τη φωνή του διευθυντή άκουσα σαν αστροπελέκι δυνατό να λέει: << Φωνάξτε τον να έρθει μέσα! >>

        Κύκλωπας ανθρωποφάγος εκείνος, βρήκε την ευκαιρία να με << εκτελέσει >>. Ντοπαρισμένος εθνικόφρων, ελληνορθόδοξος ακμαίος και σύγχρονος αναχρονιστικός Παπούα, μ’ έβρισε, μ’ απείλησε, με φοβέρισε, λίγο έλειψε και ξύλο να μου ρίξει.  Φεύγοντας, τον  φαντάστηκα να ‘χει ένα μάρσιπο μπροστά του, να κάνει πήδους και να βόσκει σε χορτάρι χλοερό. Το ‘βαλα στα πόδια και γρήγορα έγινα μπουχός να φύγω μακριά από τούτο το τετράποδο καγκουρό με τους ντοπαρισμένους χαφιέδες του.    

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

                     

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 10 από τα πιο όμορφα χωριά των Ελληνικών νησιών (Φωτογραφίες) - Εναλλακτική  Δράση

                                  Χωριό κρυμμένο στα βουνά

 

 

 

                                              Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Σε  καιρούς πίσω η γραφίδα, τότε που εύελπις νέος διορίστηκα γραμματοδιδάσκαλος σε χωριό κρυμμένο στα βουνά και σκαπετημένο στου βοδιού το κέρατο.  << Συγκοινωνία δεν έχει >> μου ‘πε ο βούβαλος επιθεωρητής, << κόφτο τώρα ποδαρόδρομο που είναι ο καιρός καλός γιατί αν βρέξει και φουσκώσει ο χείμαρρος θ’ αποκλειστείς >>.

         Το ‘κοψα με το διοριστήριο στην τσέπη και ανέβαινα το βουνό, πηδώντας από κοτρόνι σε κοτρόνι και γράνα σε γράνα, να φτάσω, βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που έγινα δάσκαλος.

          Θα είχα κάνει δυο ώρες ποδαρόδρομο, αρδεύοντας τον πολιτισμό από τους γύπες και τα ουρλιαχτά των λύκων, όταν ένα τρακτέρ σταμάτησε και ο οδηγός του άγριος σαν μαλλιαρόγατος, μου ‘κανε νόημα να ανέβω στην καρότσα. Έφτασα στον προορισμό μου και με την ψυχή στα δόντια από το ταρακούνημα το σώμα μου  εναπόθεσα στο εκπαιδευτήριο να ξεκουραστώ.

         Σχολείο ερείπιο, οι σοβάδες πεσμένοι, οι τοίχοι γκρεμισμένοι, πόρτες και παράθυρα σάπια, με τον τσίγκινο απόπατο εκατό μέτρα χωμένο στο λόγγο. Το φαγητό σπαρτιάτικο, κονσέρβα, χόρτα και σάλιαγκοι ψητοί. Χωρίς συντροφιά, γυρνούσα σαν μαντρόσκυλο στους δρόμους, ζούσα σαν ερημίτης την απελέκητη ζωή του χωριού, ορφανός από πολιτισμό, φαμελίτης της παρέας της τράπουλας, πότης του ούζου, ένας μοιραίος πεταμένος σαν σκουπίδι σε χωματερή. Έβλεπα γουρούνια, γάτους, τράγους, άκουγα γελάδες να μουγκανίζουν,  ερίφια να βελάζουν ερωτύλους κριούς να εναποθέτουν το σπόρο τους σε τετράπαχες προβατίνες.

        Δυο μήνες και δεν το κούνησα ρούπι από το χτικιασμένο εκείνο τόπο. Έτσι ένα Σάββατο είπα να κατέβω στην πόλη, να φανώ άνθρωπος κι όχι κλέφτης στα βουνά. Με τι; ποδαρόδρομο, από κοτρόνι σε κοτρόνι κι από στουρνάρι σε στουρνάρι; Τέσσερις ώρες δρόμο με τα πόδια θα το άντεχα;

        Ευτυχώς το πρωί, ένας φίλος ευαίσθητος σαν χλόη φύλλου, πέρασε έξω από το σχολείο με το αγροτικό. Με είδε στο δρόμο να περιμένω, εννόησε και μου φώναξε: << Δάσκαλε πήδα πάνω στην καρότσα. Μπροστά  έχω  γυναίκα  και  πεθερά. Βολέψου όπως  - όπως,  με τα πόδια θα σου βγει η γλώσσα >>.  

           Η καρότσα ήταν γεμάτη αγγούρια, με το σάλτο που έδωσα βρέθηκα να κάθομαι πάνω τους! Γέλασα, ύστερα πόνεσα, μετά ντράπηκα και ως τις πρώτες τρεις στροφές ένιωθα σαν χοίρος σε κουμάσι. << Δάσκαλε δεν πιστεύω να έκατσες πάνω στ΄ αγγούρια; >> ακούστηκε η φωνή του οδηγού, αποχαυνωμένος να κοιτάζει τα στήθη της γυναίκας του. << Σπάνε! Γι’ αυτό κάτσε στην άκρη της καρότσας, πιάσου καλά και πρόσεξε να μη φύγεις σε καμιά στροφή! >> ξαναμίλησε και γλέντησε την ατάκα του μ΄ ένα κλέφτικο που έπιασε.

         Υπουργοί, βουλευτές, έμποροι, Νέρωνες  πολιτικοί μικρονοϊκοί και λοιποί, χρόνια έκανα τη διαδρομή αυτή στα χωριά της πατρίδας μας να μάθω γράμματα τα ελληνόπουλα και τώρα νιώθω πως είμαι χτήνος  μ’ αυτά που περνάω! Νιώθω όχι Έλληνας συνταξιούχος δάσκαλος αλλά νέγρος, ένας μανιακός, ένας αγριάνθρωπος. Και γι’ αυτό φταίτε εσείς! Εσείς  που ρουφήξατε    αφορολόγητο ποτό από το εργοστάσιο του σατανά και με στείλατε στην κόλαση! Με φτωχύνατε  ναι και γελιέστε αν νομίζετε πως είστε από τη φυλή του ανθρώπου.

         ellinikoxronogr;afima.mlogspot.gr                           

 

 

 

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 Ο Πτωχοπρόδρομος. Μία παράξενη ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας |  Πεμπτουσία

 

                                      Πτωχοπρόδρομε  Έλληνα!

 

 

 

                                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

          << … και το ψομίν επιθυμώ, πότε θα το χορτάσω; >> έγραφε ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος  και του ‘πεφταν τα σάλια οσμίζοντας το  χουρδουβελία  στο ανάκτορο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Με τη λόρδα να τον κόβει, γυρνώντας στους δρόμους νηστικός, με τρύπιο ρούχο, ξυπόλητος, διαρκώς ορεγόταν ευωδιαστό μονοκυθρίτσιν,  χορδοκοιλίτσια  και σφουγγάτο που σε σωρούς άχνιζαν στα βασιλικά τραπέζια.

        Όσο και να παρακαλούσε τους Υπερίονες Ήλιους της βυζαντινής μάσας, ένα ψιχουλάκι δεν του πέταγαν. Έστελναν τα ορθοκέρατα βόδια της ακολουθίας τους και του έσπαζαν τα κόκαλα.  Κύματα του ‘ριχναν πάνω του τις καυτές ψαρόσουπες και τον γέμιζαν εγκαύματα και λεπιδόφορες ουρές. Αυτός δεν το ‘βαζε κάτω. Από γειτονιά σε γειτονιά τους έψελνε τα εξ’ αμάξης,   με στίχους από ξίφη, τα μεριά τους χάραζε.

         Και σήμερα και στους δικούς μας βασιλείς, μια Λαμπετώ και μια Φαέθουσα φυλάνε τα κοπάδια τους και άγριοι οπλισμένοι Μπραήμηδες τις εκτάσεις και τα λιβάδια τους. Κομματικός στρατός φρουρεί τις εισόδους των οικονομικών οίκων τους, εκπαιδευμένοι κομάντος με μαδέρια και σανίδια, μαυρίζουν στις ροπαλιές τον Έλληνα Φτωχοπρόδρομο  που θα ζυγώσει να γλείψει ένα πεσμένο  κόκαλο από το τραπέζι τους.   Ενθρονισμένοι έχουν και του πουλιού το γάλα, μάκαρες σαν θεοί τρώνε και κυβερνούν, σπονδές σταλάζουν στους πορφυρογέννητους της τρόικας και του Δ.Ν.Τ. να μην τους λείπει  το παραδάκι και ότι άλλο χρειάζεται για να στουμπώνουν τις γερές μασέλες τους. Και ζουν με τη μάσα. Μάσα γερή, μάσα που την βλέπεις εσύ ο νηστικός και σου φεύγει το τσερβέλο.  Όχι τίποτα γιαχνί γυφτοφάσουλα, αλλά  αστακοί ο γκρατέν, πιλάφια με μυαλά, κουσομέ με κρουτόν, αρνιά με άσπρη σάλτσα, γλώσσες πανέ, πέρδικες αλά Ισπανιόλ.

        Κι εσύ Φτωχοπρόδρομε, χαϊβάνι Έλληνα, καταπίνεις σάπιες ελιές Καλαμών με δάκο και κάνεις σωρούς φτύνοντας τα κουκούτσια. Ζεις μόνιμα σε απελπιστική πενία και πείνα. Το κουμούτσι σου ούτε και μουχλιασμένο δεν το έχεις και με το νέο μνημόνιο θα σου βγάλουν τα δόντια να αποσυρθείς από το μάσημα. Τι περιμένεις; Γιατί δε φωνάζεις; Γιατί δεν παίρνεις το ρόπαλο; Τι περιμένεις;

                                    ellinikoxronografima.blogs