Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

 

         Διήγημα

                                                  Η εικαστικός  900+ ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ideas | πίνακες ζωγραφικής, ζωγραφική, τέχνη

                                             Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

                  Στη νέα μου γειτονιά το παλιό τριώροφο με τα κόκκινα κεραμίδια και τις ορτανσίες στα μπαλκόνια του με μάγεψε. Τόσο ωραίο και κομψό ήταν  στη θέση του. Το φθινόπωρο, τ’ απογεύματα, μετά το διάβασμα περνούσα από το δρόμο του και το θαύμαζα.  Μου άρεσε να βλέπω τον ήλιο  που μετά από ένα βασανιστικό μεσουράνημα πηγαίνοντας να πέσει στο Ιόνιο, έριχνε τις ακτίνες του πάνω του. Και τότε τα τζάμια του αντανακλούσαν  σκιές και  αχτιδωτές γραμμές. Σε όσα παράθυρα ήταν κλειστά  φανταζόμουν πως οι κόκκινες λουρίδες, που έμπαιναν από τις μισάνοιχτες γρίλιες, έπεφταν  στα ακριβά σιδερένια κρεβάτια, στα έπιπλα από ξύλο καρυδιάς και τις βαριές και καλαίσθητες πόρτες με τα μπρούτζινα πόμολα.

        Μέσα δεν έβλεπα. Έτσι απόμενα να χαζεύω το νεοκλασικό και να νοσταλγώ τα αξέχαστα χρόνια τής κτίσης του. Ήταν χτισμένο γερά, με το μεράκι τής τέχνης του παλιού καιρού, από τεχνίτες με γιγάντια στήθη και πλατιές καρδιές. Τα ακροκέραμά του στις τέσσερις γωνίες του που έμοιαζαν σαν αετοί, κάρφωναν τα πόδια μου, όταν κινούσα για το γυμνάσιο και δεν περπατούσα. Μια βοκαμβίλια το σκέπαζε προστατευτικά στη δυτική του όψη, φτάνοντας ως το τρίτο όροφο εκεί που δέσποζε ένα μπαλκόνι ξεχωριστό απ’ τ’ άλλα δυο. Ένα μπαλκόνι με μαύρες σιδεριές που παρίσταναν δυο ερωδιούς σε τρυφερή στάση, ράμφος  αιχμηρό και φτερά γιορτινά. Σ’ αυτό το μπαλκόνι τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη πρωτοείδα τη γυναίκα, τη γυναίκα αγάπη, τη μοσκοβολούσα άρωμα από γιασεμί.  Την είδα να κάθεται σε άσπρη καρέκλα με ψηλή ράχη και με αυστηρή πειθαρχία να ψάχνει σ’ ένα περιοδικό τη γεύση τής γραφής. Η μέθη της με κυρίεψε. Το στιγμιαίο  ανάδεμα του κορμιού της μ’ έσβησε. Το βλέμμα της γλίστρησε στις σκοτεινές στοές τού είναι μου. Η φωτιά της έκαψε την ισχνή σάρκα μου. Όλα της τα ρόδα έγιναν ένα ηλιοβασίλεμα πλημμυρισμένο ροδί και τριανταφυλλί.

       Πόσων Μαϊων να ήταν; Ο χρόνος έπιανε γλυκιά κουβέντα μαζί της κι εγώ ζήλευα. Αυτό έκανε να κρατώ το βλέμμα μου πάνω της και να ξεντύνω το φθαρτό περίβλημα της ομορφιάς της.  Σώμα μοντέλου, μέσα σε λευκή φούστα, με μαύρο πουλόβερ που κάρφωνε τη σιωπή σαν έντυνε τους σμιλεμένους ώμους. Τα μαλλιά της ίσια, μακριά στριφτές μετάξινες λουρίδες φιλούσαν τον αέρα. Κι αυτό το πρόσωπο! Ω! θεία τύχη, στολίδι χρυσού, όνειρο μουσικής στις φυλλωσιές τού χρόνου.

        Μου μπήκε ιδέα σκληρή. Αν την κοιτούσε άλλος, το θάνατό του θα ζητούσα σε μονομαχία δεινή. Την αγάπησα; Δεν ξέρω. Τα σωθικά μου όμως έτρωγε μια ριπή αέρα φονικού.

        Αναζήτησα την άλλη ζωή της. Αυτή που δεν έβλεπα και διέσχιζε τις βουερές μέρες της και τα άγρια βράδια της. Και έμαθα πως ήταν εικαστικός, που με τις πινελιές της όριζε την παγωμένη στάση των πραγμάτων. Και διάβαζα αδηφάγα βιβλία τέχνης να την αντιμετωπίσω, όταν θα συναντιόμαστε, τότε που  το αθόρυβο κομμάτι της αγάπης μου θα έσταζε στην καιόμενη σάρκα της.

        Κι όλο τη φανταζόμουν, ντυμένη στα ροζ να ζωγραφίζει. Τα μαλλιά της σκορπισμένα πλάι της, ριγμένα στους ώμους, να φεγγίζουν χυτά, με τον ήλιο τού Ιονίου να της καίει άσβηστο το καντήλι του. Πολλή ώρα στην ίδια θέση, με το χρωστήρα στο χέρι, το βλέμμα της στραμμένο έξω και μέσα να ψάχνει  τα σαρκοβόρα χείλη τής τέχνης στη σκόνη των πραγμάτων.

       Κι εγώ περνούσα, μ’ ένα γιασεμί στο χέρι απλωμένο να της αγγίξω φανταστικά την άκρη των χειλιών της. Να διώξω από πάνω της τη ροή τού χρόνου. Να της δείξω το δρόμο με τα βάγια στον ερχομό τού έρωτα. Κι έγινα ρομαντικός. Και περνούσα με το γιασεμί στο χέρι και τη χαιρετούσα,  τραγουδώντας στίχους φαγωμένους από ανέμους σφοδρούς: << Ποιος ήλιος λαμπερότατος σου ‘δωσε την ανθάδα και ποια μηλιά, γλυκομηλιά τη ροδοκοκκινάδα; >>

      Και τότε μου μπήκε η ιδέα να μάθω τι ζωγράφιζε. Σίγουρα σκεφτόμουν τοπία από τη φύση με ελιές και πλατάνια, με θάλασσες ελληνικές, λείες σαν λάδι που σχίζουν τα νερά της καίκια και βαρκούλες. Προσωπογραφίες ισχυρών ανδρών, ευεργετών, βασιλιάδων και πασάδων. Μπορεί και ξυπόλυτα παιδιά, νεκρούς κάτω απ’ το φεγγάρι, μεθυσμένους να πίνουν το κρασί τους στη σκοτεινή ταβέρνα.

      Κι ενώ μ’ έτρωγαν αυτές οι σκέψεις ήρθε το Τριώδιο. Λίγο πριν την Κυριακή της Αποκριάς βρήκα ένα χαρτί ριγμένο στην πόρτα μου. Το ποδοβολητό τού χρόνου σταμάτησε με μιας. Στη νεκρή σιωπή ξερίζωσα μια - μια τις λέξεις και τις διάβασα. Με καλούσε στο χορό των μεταμφιεσμένων στο σπίτι της! Άρα μ’ αγαπούσε! Ω! Τα μαλλιά της ένα δεμάτι στάχυα απλώθηκαν γύρω μου.

      Δανείστηκα τη στολή και ντύθηκα Δον Ζουάν για να την κατακτήσω. Η αίθουσα του χορού περίφημη με  διακόσμηση διονυσιακής μέθης. Μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός μάζευα σταλαγματιές από φως να τις χαρίσω. << Αγάπη μου δε φοβάμαι πια …>> τραγούδησα και φαντάστικα στα μάτια της κοπάδια να κατεβαίνουν τ’ άστρα στη γη.

        Το μυστικό της ευτυχίας μου ήτανε εκείνη. Θαύμαζα τη διακόσμηση.  Βαριές και ακριβές πράσινες κουρτίνες κρέμονταν στους τοίχους, στολισμένες με κάτασπρες μαργαρίτες και έγχρωμες μάσκες. Λευκά κεριά σε ορειχάλκινους κηροστάτες τις φώτιζαν σκορπώντας άπλετα τις φωτεινές  ανταύγειες. Βελούδινες επιφάνειες στα έπιπλα περιγράφανε μέρες του ονείρου.

        Στο κάδρο ο Έρωτας χόρταινε τη δίψα του για ηδονή αναδεύοντας το αύριο  και το χθες στο κορμί της γυμνής γυναίκας. Ο λαιμός της από μέταλλο στιλπνό, στα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν τη σιωπή.

       Δυτικά η παντοδύναμη εταίρα, αισθησιακή εμφάνιση με το μοσχοβόλημά της ζωντανό. Υπογραφή: Στέβη.

        Παντού αγάλματα με μάτια φωσφορικά, πινακάκια με αγριμάκια στις πηγές να πίνουν νερό, χρυσαφένια μαλλιά λευκόθεων κοριτσιών να πιάνονται σε δίχτυα.   

        Άρχισε ο χορός.  Η ζωγράφος η Στέβη ήρθε ντυμένη Κολομπίνα. Η σάρκα μου πόνεσε στα χτυπήματα της καρδιάς μου, το άρωμά της ανάβλυσε καυτό και θείο από το φλεγόμενο σώμα της.

       Άλλαζε τους καβαλιέρους τον έναν μετά τον άλλον. Κι όταν ήρθε η σειρά μου, άπλωσε τα χέρια της και μου ψιθύρισε  << έλα ! >> με χείλη φωτιά και μ’ έριξε στην αγκαλιά της. Μοσχοβόλησε ο κόρφος της. Βαριά μυρωδιά απόπνεε το σώμα της. Αποκαρώθηκα. Βάρυναν τα πόδια μου, ένιωσα ανύπαρκτος, εξαντλημένος.

         Χόρευα κι έτρεχα δρασκελίζοντας σ’ όλη την αίθουσα, σφίγγοντας τους λεπτούς αγκώνες της με χάδι λεπτό. Σήκωνε τους ώμους της, με τρέλαινε με τις φιγούρες, μου ψιθύριζε λέξεις γυμνές με αιθέρια μουσική.

          --- Τι κάνεις; με ρώτησε και η φωνή της αεράκι μυρωμένο, χύθηκε μέσ’  από τη μάσκα.  Βρέθηκα κρεμασμένος στο τεντωμένο τύμπανο τ’  ουρανού.  

          --- Καλά! Μαθήματα πολλά και η κούραση ένα χλωμό φεγγάρι που δε λέει να δύσει! της είπα και άγγιξα την άκρη του στήθους της.

          ---  Τα αγαθά κόποις κτώνται! είπε και κόλλησε πάνω μου την ανάσα της.

           --- Κι εσύ; Κουράζεσαι πολύ;

          --- Πολύ!

          --- Τι φτιάχνεις;  

          ---  Ιδέες από χρώματα! Να έρθεις μια μέρα να τα δεις!

          Χόρευα ζώντας μόνο τη στιγμή.  Με ρώτησε:

          --- Πώς λειαίνεις το χρόνο σου; Πώς περνάς;

          --- Μουντζουρώνω χαρτιά, γράφω στίχους, φτιάχνω προτάσεις με ανεξίτηλα νοήματα.

          Γέλασε. Το άναμμα της φωτιάς στα μάτια της με τύφλωσε. Ω, τα μαλλιά της πως απλώνονταν γύρω της και πλημμύριζαν τους γυμνούς της ώμους.

       Και τότε πήρα την απόφαση.

       --- Σ’ έχω ερωτευτεί!  της ψέλλισα,  έχω πέσει σ’ έναν άνεμο δυνατό μαζί σου!  Κι εσύ το ίδιο νομίζω! Έλεος! Σώσε με!  

      --- Άνθισες παράκαιρα Δον Ζουάν μου! Μήνες τώρα στη λεπτή δόνηση της θαλάσσιας αύρας  που μπαίνει απ’ το παράθυρό μου διαβάζω την αγάπη ενός άλλου! Εκείνον αγαπώ κι όχι σένα! μου ψιθύρισε τραγουδιστά στ’ αυτί και με αποτελείωσε.

       Ένιωσα να λιώνουν κρύσταλλα, να πέφτουν πάνω μου και να με σφάζουν. Και μετά να θέλω να πετάξω τη μάσκα και να της αποκαλυφθώ! Δε με είχε γνωρίσει; Αγαπούσε άλλον; Τι ήθελε να πει; Ντράπηκα, δείλιασα δεν  το  ‘κανα και την άφησα να γλιστρήσει από τα χέρια μου πηγαίνοντας να βρει άλλον καβαλιέρο. Από κείνη τη στιγμή η ψυχή μου βάρυνε σ’ όλη τη ζωή μου.

 

 

 

              

      

                                          = = =        

 

 

     

 

        Τον Ιούνιο έφυγα για σπουδές. Το περίγραμμα των χειλιών της το θυμόμουν διαρκώς, παντού όπου και να ‘μουν με έραναν τα χρυσά ρόδα της. Ω, τα μαλλιά της… Δέκα χρόνια μετά στη γειτονιά την αναζήτησα στο μπαλκόνι με τους  δυο ερωδιούς.

        Πέρασα από εκεί. Τα παραθυρόφυλλα κλειστά, το σπίτι έρημο με τις αράχνες να του τρώνε τους τοίχους. Μαραμένα τα λουλούδια και η βοκαμβίλια απότιστη και ξερή.

        Σκυμμένη να κεντάει με πινελιές τους πίνακές της στο καβαλέτο της τη θυμήθηκα. Έτρεξα στη Σταθιώ. Έριχνε τα φλιτζάνια και ήξερε όλα τα σημάδια που είχαν ανοίξει οι σφαίρες τής φωτιάς στους ταπεινούς τής γειτονιάς.

        --- Με το φευγιό σου, μου είπε, τι σύμπτωση, έπεσε σε βαρυχειμωνιά. Δεν έβγαινε στο μπαλκόνι και στα μάτια της είχε δυο σύννεφα βροχής. Τις νύχτες έμενε άυπνη. Κάπνιζε πολύ και έπινε το ένα ποτήρι πάνω στ’ άλλο. Ασήμωσαν οι κρόταφοί της, το σώμα της γέρασε, τα όνειρά της έγιναν νεκρά όστρακα. Είχε τρελαθεί. Τον τελευταίο καιρό δια μιας άφηνε το σπίτι και πήγαινε στο κάστρο και ζωγράφιζε. Έστηνε το καβαλέτο της στο μπαλκόνι του και με ανασηκωμένα μαλλιά, και πετρωμένο βλέμμα σκορπούσε τις πινελιές της. Εκεί στην άκρη τού ύψους έπαιζε με τα σκοτεινά αγκαλιάσματα των καθημερινών πραγμάτων. Από έρωτα είπαν τα ‘κανε αυτά. Το σαπισμένο υλικό του την κατάντησε έτσι. Ποιον αγάπησε; Ποιος αναδυόταν στη ρωγμή τής ζωής της; Κανείς δεν το έμαθε ως τώρα.

        Ο χρόνος ξεχείλισε από τις όχθες του και μου ‘φερε στη μνήμη όλα τα θαυμαστά της. Η Σταθιώ συνέχισε:

       --- Κι ένα δείλι με τους βράχους τού κάστρου βαμμένους σε ροζ και τριανταφυλλί χρώματα γκρεμίστηκε κάτω. Όλο ζωγράφιζε, λένε, ένα παλικάρι, έναν άγγελο μ’ ένα λευκό γιασεμί στο χέρι. Πέταγε το ένα κάδρο κι έφτιαχνε άλλο. Αυτό την τρέλανε. Έρως ανίκατε μάχαν… Τι να πω. Πώς να ζήσει μια ζωή ασπρόμαυρη πίσω από τις πτυχές των πεθαμένων ημερών της;

       << Μ’ ένα γιασεμί στο χέρι; >>

       Όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο τής καρδιάς μου θα γράφω τ’  όνομά της και θα τραγουδώ με στίχους τη νεκρή ομορφιά της που μαστιγώνει, σκληρά, ανελέητα τη ζωή μου. << Στέβη! Ω, τα μαλλιά σου… >>

         ellinikoxronografima.blogspot.gr

       

  

        

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

               Με την πένα

 

                                              Μια παλιά Πρωτοχρονιά Πίνακας ζωγραφικής, Κάλαντα, Λύτρας, αντίγραφο σε καμβά

 

 

                                               Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

                     Δόλιοι αγύρτες καιροί, έφεραν μετά το εξήντα μια Πρωτοχρονιά κακή  καουμπόισσα που ‘κανε  στάχτη και μπούλμπερη τη ζωή μας, χωρίς κουραμπιέδες και μελομακάρονα, χωρίς ένα ορνίθι στο πιάτο μας. Βλέπαμε εμείς του αδελφάτου των φτωχών, τις γαλοπούλες  κρεμασμένες απ’ τα τσιγκέλια στις αυλές των χορτασμένων και μας έπιανε ντελίριο από τη ζήλια.  Η οργή λαγούμια έσκαβε μέσα μας να κρύψει τη μαραμένη μας ελπίδα, σγουμπή η αυγή της Παραμονής μας έδινε τα τρίγωνα, τους δρόμους να  πάρουμε, το τραγούδι ν’  αρχίσουμε και να ξεχάσουμε.

                    Περπατώντας και τραγουδώντας ονειρεύτηκα την Αστρούλα. Γιατί δεν ήρθε;  Πάντα μ’ ένα πεθαμένο χαμόγελο, χλομή, αδύνατη, νηστική με τα πόδια της γεμάτα καψαλήθρες,  έτρωγε τη λέξη << καλημέρα >> όταν μου την έλεγε σαν πότιζε τους υάκινθους στο σύνορο του κήπου μας, αφήνοντας πάνω μου το βλέμμα της σαν φύλακα προστασίας.  Ο πατέρας της χρόνους στον κήπο των ψυχών και η μάνα της λαβωμένη από τις ριπές της φτώχειας,  σπίτια καθάριζε σε πλούσιους και ευγενείς.

                     << Θα φτύνει φαρμάκι η έρημη >> σκέφτηκα και πήγα στο σπίτι της. Ήταν μέσα, ξαπλωμένη κοντά στο παραγώνι σκεπασμένη με μια μπαλωμένη κουβέρτα και διάβαζε.  Οι φλόγες με τις σκιές τους, της ζωγράφιζαν  πάνω στα μάγουλα κίτρινες και χρυσές πεταλούδες κι ένα φλούδι που καιγόταν με γλυκό τραγούδι τη νανούριζε. Της μίλησα: << Αστρούλα, δε θα ‘ρθεις για τα κάλαντα; >> Σήκωσε το κεφάλι, το βλέμμα της πέτρινο, μου μίλησε και ίσα που ακούστηκε: << Ψήνομαι στον πυρετό! Δε θα ‘ρθω! >>

                    Την άλλη μέρα ξεμύτισε μια Πρωτοχρονιά ενδεδυμένη σχισμένο χιτώνα, με φάλτσους ψαλμούς  στις εκκλησίες, μ’ ένα λαό πτωχοπρόδρομο και ηττημένο, βυθισμένο στο υπόγειο της μελαγχολίας. Πήγα πάλι στο σπίτι της Αστρούλας. Της έδωσα μελομακάρονα, της έδειξα έξω ένα κομμάτι μπλε τ’  ουρανού και της τραγούδησα: << Τρέχουν τα παιδιά μες στη σιγαλιά άνοιξ’ η αγκαλιά κι έκανε η αγάπη την καρδιά φωλιά >> και της γέμισα τη χούφτα δραχμούλες.   << Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, ήρθ’ ο νέος με τα δώρα, ήσουν κακός χωρίς χαρά >> ψιθύρισε άπνοα και τα μάτια της έβγαλαν κόκκινα δάκρυα, ο χώρος γέμισε ξερά ανθάκια και έξω ακούστηκε ένα παλιό τραγούδι μιας ατέλειωτης λησμονιάς, κοσμημένο με τους στίχους του Ρεμπώ, που ξεπουπούλιαζε τους << σκαλτσουνάτους κοκόρους>> και τις << λειράτες όρνιθες >> που έτρωγαν του σκασμού εκείνη τη στιγμή σε πλούσια τραπέζια. Συνεκδοχικά παρηγορούσε και ζητούσε συγγνώμη απ’ τη μικρή Αστρούλα κι  απ’ όλα τα πεινασμένα παιδιά του κόσμου: <<  Μαύρα μεσ’ την ομίχλη και το χιόνι/ μπροστά στην τρύπα που η φωτιά φουντώνει/ πέντε παιδιά σκυφτά/ […} πέντε φτωχά – τι λυπημός σε πιάνει- !/ κοιτάζοντας το φούρνο να καίει/ τα ξανθωπά βαριά ψωμιά/.  Να ψήνεται τ’ άσπρο ψωμάκι κι ακούνε/ κι ο φούρναρης με χείλη που γελούνε/ ένα τραγούδι τραγουδάει καλό/. Κι όταν μεσάνυχτα στερνά σημαίνουν/ κι έτοιμα τα ψωμιά απ’ το φούρνο βγαίνουν/ κίτρινα με την κόρα την σκαστή/ [,,,] νιώθουνε πως ζούνε τόσο ευτυχισμένα!/ τα φτωχαδάκια τα κρουσταλλωμένα/ που μένουνε μπρος στη θυρίδα εκεί / […] τις κόκκινες μυτίτσες τους κολλώντας στα κάγκελα και κάτι τραγουδώντας / όμως πολύ σιγά, σαν προσευχή/ […]

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

             

 

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

 

Χριστουγεννιάτικο διήγημα

                                          Τερψούλα ANIME ΚΟΡΊΤΣΙ ΚΛΑΊΕΙ - 120 στοιχεία - Παίξτε παζλ για δωρεάν στο Puzzle  Factory

                                            Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

         Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια.

   Η Τέρψη η γειτονοπούλα μου, έφτιαχνε ζωγραφιές με αγγέλους σε  χοντρό χαρτί περιτυλίγματος. Ζούσε όπως κι εγώ σε σπίτι μικρό, σ’ ένα καμαράκι με κουζίνα από σανίδες, χωρίς φωτιά, χωρίς λεφτά κι έτρωγε ρύζι και όσπρια που της έστελνε το φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας. Ο πατέρας της εργάτης στους δρόμους και η μητέρα της  πλύστρα στους πλούσιους. Χαράματα σκορπούσαν και μεσάνυχτα γύριζαν.

   Μια μέρα μου ήρθε μ’ ένα κόκκινο λινό φουστανάκι. Κι όπως είχε σκορπισμένες λευκές μαργαρίτες πάνω του, έμοιαζε σαν μικρούλα άνοιξη. Μου θάμπωσε το μάτι το απαλό της το κορμί και μ’ έρανε απαλά το άρωμα του κόρφου της. Ένα χάρμα αφής με περόνιασε. Νύχτες από τότε έμενα άυπνος. Όλο στο όνειρό μου ερχόταν κι όλο άφηνε το στίγμα της σαν μελτέμι στην ψυχή μου. Της ζήτησα, όταν δεν είχε δουλειά, να φτερώνει την ύπαρξούλα της και να έρχεται. Με άκουσε. Ερχόταν πάντα μ’ ένα λευκό γιασεμί στο χέρι κι ένα αμαρτωλό φιλί στο μέταλλο των χειλιών της. << Μου το ‘δινε. << Μη ! >> της ψιθύριζα  << Μη! Μην κάνεις κατάχρηση! Είμαστε πολύ μικροί ακόμα! >> και τσαλάκωνα τη μαρμάρινη περηφάνια της. 

    Στη γιορτή της την επισκέφτηκα. Εξοικονόμησα λίγα ψιλά και το πουγκί μου είχε τη σφραγίδα της αφθονίας.  Καιρός να της κάνω ένα δωράκι, είπα και να της δώσω τις ευχές μου για υγεία και μακροζωία. Της αγόρασα ένα ροζ νυχτικό κι ένα βιβλίο,  << Το μικρό πρίγκιπα >>. Μ’ έπνιξε στην αγκαλιά της όταν της τα ‘δωσα, αφήνοντας ένα χρυσό δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλό της. Τα μάτια της είχαν μαργαριταρένιο χρώμα κι ένας μικρός ήλιος, λες, ανέτειλε στο τριανταφυλλένιο στόμα της. Άνοιξε τα δώρα με τα λευκά χεράκια της να τρέμουν σαν ξερά χαχαλάκια στον άνεμο. Πρώτα έβγαλε το βιβλίο με το χρωματιστό εξώφυλλο.  Το ‘φερε στα μάτια και κοίταξε την εικόνα με τις κόρες τους να πηγαινοέρχονται σαν γαλάζιες χαντρούλες από σταγόνες θάλασσας. Έδειχνε ένα κοριτσάκι στην ηλικία της με πράσινο φόρεμα και δυο φιόγκους στα σγουρά του τα μαλλιά να στέκεται πάνω σ’ ένα αστέρι. Γύρω του πολλά άλλα μικρά και μεγάλα αστέρια με χρυσές αχτίδες σαν μεταξένιες κλωστές.  Κι όσο έφτανε το μάτι σου, σκορπισμένα στο φως, κομήτες, διάττοντες και μετεωρίτες  να συγκρούονται μέσα σε σκόνη που είχε τη μορφή του σκιάχτρου.

   << Εσύ είσαι αυτή! Η βασίλισσα των άστρων! >> της είπα και της χάιδεψα τα μαλλιά.  Αυτή σφιγγόταν. << Και το σκιάχτρο; Τι είναι; Τι θέλει εκεί; >> << Τίποτα δεν είναι! Μην το φοβάσαι! >> της ψιθύρισα και πρόσθεσα: << τώρα σαν σε δει θα σκορπίσει! >> και τη φίλεψα ένα τρυφερό γέλιο.

   Σαν γέλασε κι αυτή άνοιξε το δώρο με το νυχτικό. Το ξετύλιξε με μια καλοσύνη σεμνή. Το έριξε πάνω στο λιγνό κορμάκι της κι έδειχνε  να κολυμπούσε στα ροδιά του χρώματα. Ύστερα χοροπήδησε στα γυμνά ποδαράκια της και μου είπε με τη γλυκιά φωνή της: << Ωχ, τι μου ‘φερες! Λουλουδάκι, βρε, θέλεις να με ντύσεις στο νυχτερινό κοιτώνα μου; Πονηρούλη! Καλά το ‘λεγα εγώ πως είσαι τρελός, τρελούτσικος, τρελάρας! >> Ύστερα μ’ ένα χαριτωμένο βήμα ήρθε κοντά μου και με ευχαριστούσε, σφιχταγκαλιάζοντας. Μετά η δεσποινίδα των δέκα πέντε ετών έπιασε απλή κουβεντούλα με μένα το συνομήλικό της αντράκι που το ροδόφυλλο προσωπάκι της  μου είχε φέρει σκοτούρα στο μυαλό.  

 

 

 

                                                  = = =

     Και ήρθε ο Δεκέμβρης  ανέκφραστος και στοιχειωμένος. Ο φτυμένος από τους καλικάντζαρους.  Ο ματωμένος από το φονικό σπαθί του Ηρώδη. Ο αμαρτημένος από τη σφαγή των νηπίων. Ο κουρελιασμένος και ταπεινωμένος από το χνώτο των βοδιών που ζέσταναν το μωρούλι Χριστό στο στάβλο με τα άχυρα. Στην κρύα αγκαλιά του η Τέρψη, η Τερψούλα, αρρώστησε από οξεία κοιλιακά. Παραμονή των Χριστουγέννων η κοιλίτσα της έγινε θηρίο, οι ιοί αγρίεψαν και κολυμπούσαν στα αντεράκια της σαν πιράνχας τρώγοντας τα λεπτά τους τοιχώματα. Το γαληνεμένο πρόσωπό της στο λεπτό πήρε την έκφραση της Μέδουσας. Οι πόνοι την έσφιξαν σαν φίδια, η ψυχή της πετάρισε και λιποθύμησε. Άρον- άρον την πήγαν στο νοσοκομείο. Τής έκαναν εξετάσεις. Ο γιατρός έσμιξε τα φρύδια σαν διέγνωσε, εντερική σηψαιμία με ιστολογική ανεπάρκεια όλου του πεπτικού συστήματος. Χτύπησε συναγερμό και όλο το ιατρικό τιμ βρέθηκε πάνω από το κεφάλι της Τερψούλας. << Κατάσταση κρίσιμη! >>  ψιθύρισε στον πατέρα κι ετοιμάστηκε να περάσει το σωληνάκι στη μύτη της. Η μάνα έπεσε στο διπλανό κρεβάτι μ’ ένα τσιριχτό << ποπό Χριστέ μου! >> και δε σάλεψε ώσπου να τη συνεφέρουν με μια ένεση. Στριφογυρνούσε, έκλαιγε και φιλούσε το Χριστό σ’ ένα εικονισματάκι που βαστούσε μέσα στις χούφτες της.

    Ξημέρωσαν Χριστούγεννα και η Τερψούλα πάλευε με το θάνατο ως τις πέντε το πρωί.  Όταν νικήθηκε, πειθάρχησε στο κάλεσμά του και του παρέδωσε την ψυχή της, λευκή σαν κρίνο και φωσφορίζουσα σαν Άγιο Πνεύμα. Στα μάτια της πάγωσε η αγωνία και το ξέχειλο από ομορφιά ως πριν πρόσωπό της βάφτηκε με το ωχρό χρώμα της φθοράς. Η γλώσσα της κρέμασε στην άκρη των χειλιών της, όπως ένας μαύρος χωματένιος σβώλος. Το αναμαλλιασμένο κεφάλι της έμοιαζε σαν κουβαράκι από κρόσσια στην πύλη του Άδη. Την ίδια ώρα που η Τερψούλα πήγαινε στον παράδεισο, στο στάβλο με τα άχυρα, γινόταν το θαύμα των θαυμάτων. Γεννιόταν ο μικρός Χριστός! Είχε γύρω του, μάγους, γονείς και ζώα κι ένα ξύλινο σταυρό φτιαγμένο από μίσος και θάνατο.  

 

 

                                                 = = =

                                          

   Την έφεραν στο σπίτι μέσα σε λευκό φέρετρο. Άνθρωποι με σταφιδιασμένα πρόσωπα, φόρτσαραν από τα δρομάκια και απόθεσαν στο λείψανό της, λευκούς ανθούς, κεράκια λειψά και δάκρυα πνιγμένα στο θρήνο και τις οιμωγές.

   Γυμνός στην ψυχή, κοντά στο παράθυρο, θρηνούσα κι εγώ το μαραμένο λουλουδάκι, την Τερψούλα. Την ανάσα μου και θεά μου! Τη γαλάζια θάλασσά μου! Την πασπαλισμένη με ερωτική γύρη ανοιξούλα, την ανεμώνη του κήπου μου, που ανακάτευε τα χρώματα στις δροσοσταλίδες του κάθε μου Μάη. 

   Η μάνα μου με είδε πνιγμένο στους λυγμούς  και άπλωσε τα χέρια της να με στηρίξει ενώ με ρώτησε: << Τι θα κάνεις; >> Εγώ ακροάστηκα για λίγο τα φυλλοκάρδια μου και της είπα: << Αυτό θα κάνω!  Θα πάω στον κήπο και θα της πλέξω ένα στεφάνι  από  λεμονανθούς και θα τη  στέψω βασίλισσα! Αυτό  θα  κάνω! >> Έφυγα. Γύρισα μ’ ένα ισχνό ροδαλό στεφάνι  κρατώντας το  σφιχτά στο χέρι μου. Ύστερα πήγα στο δωμάτιό μου. Σ’ ένα χαρτάκι έγραψα δυο στίχους κοφτερούς σαν νυστέρι. Έβαλα το χαρτί στην τσέπη και κίνησα για το σπίτι της νεκρής.

   Πάνω από το αγγελικό νεκρό κορμί  της μ’ έπιασε ταραχή! Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Ο χτύπος της ακουγόταν σαν κρότος ξύλινος. Στα μάτια μου χοροπηδούσε η σκιά από τα πεθαμένα της χαμόγελα. Σφραγίστηκε η γλώσσα μου και ο λόγος μου νεκρώθηκε. Ούτε << Θεός σχωρέσ’ την >> δεν ψέλλισα στους οικείους της. Τη στεφάνωσα και της έβαλα στη νεκρή χούφτα της το διπλωμένο χαρτάκι. Κι όταν μου φάνηκε πως άνοιξε τα μάτια της κι έλαμψε μια φλογίτσα, τής ψιθύρισα τους γραμμένους στίχους μου : << Πού διάης, περιστεράκι μου, να φτιάσεις τη φωλιά σου, κ’ εμάρανες τα χείλη μου κ’ έκαψες την καρδιά μου; >>

   Την άλλα μέρα στις τρεις η ώρα έγινε η κηδεία της. Το κορμί της σαν κατέβαινε στον τάφο, έδειχνε βασανισμένο. Στο κάτω χειλάκι της οι δυο ελίτσες έμοιαζαν σαν παγωμένες σταγόνες ιδρώτα. Στα κλειστά ματάκια της το κλάμα ξέφευγε ακόμα. Και στο μέτωπό της δυο μαραμένα φυλλαράκια από γιασεμί, έγραψαν το << ταυ >> το αρχικό της.   

   Σαν τη σκέπασαν το χώμα σπαρτάρισε κάτω από τα πόδια μου. Στον ουρανό ένα μπλάβο σύννεφο σκίστηκε στα δυο κι έσταξε τα δάκρυ του πάνω από τον τάφο της. Στον ορίζοντα του Ιονίου μια σπαθιά ολοπόρφυρη από φως έγραφε: << Τέρψη! Τερψούλα! Αιωνία σου η μνήμη! >>

 

 

 

 

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

 

               Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

 

                  Διήγημα Καλικάντζαροι - Βικιπαίδεια

                           Ένας παράξενος θάνατος την Άγια Νύχτα

 

                 Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στη μικρή επαρχία κι έκανε τους κατοίκους της άνω κάτω. Έλεγε πως το ερειπωμένο και στοιχειωμένο σπίτι στα ανατολικά της πόλης, που χρόνια τώρα ήταν κλειστό και το επισκέπτονταν μόνο τα νυχτοπούλια, απόχτησε οικοδέσποινα μια γριά στρίγγλα που της άρεσε να διηγείται ιστορίες και θρύλους τρόμου.  Ήρθε έλεγαν οι φήμες για να αναστήσει τη νεκρή Παράδοση που τον ενταφιασμό της είχε προκαλέσει βάναυσα η φωσφορίζουσα χλιδή και η φθορά των αξιών της παραπαίουσας και διεφθαρμένης σύγχρονης κοινωνίας. Οι ακροατές στην αρχή ήταν λίγοι, αλλά σαν περνούσε ο καιρός και η αφηγηματική ικανότητα της γριάς καταγοήτευε τους πάντες, το ακροατήριο πύκνωνε αλλά παράλληλα αυξανόταν και η καχυποψία για το σκοπό και το έργο της.

Όσο  ακόμη ήταν μικρή αγαπούσε τη φιλομάθεια και την ανάγνωση μύθων. Της άρεσε πολύ όμως και να τους διηγείται, προσθέτοντας στοιχεία άκρατης φαντασίας και τρόμου. Για να θεωρηθεί έτσι από το εκκλησιαστικό και οικογενειακό της περιβάλλον  << άκρως επικίνδυνη για τη διανοητική της κατάσταση >> και κλείστηκε σε μοναστήρι. Κάθισε εφτά χρόνια για να αποδράσει με έντονη ροπή στη μυθοπλασία και την αγάπη της για αιμοσταγείς μύθους. Ταξίδεψε ύστερα σε πολλά μέρη, πήρε πολλά από τη σοφία των ανθρώπων τους, πρόσθεσε και τα δικά της στοιχεία τρόμου και γερασμένη σοφή πια γύρισε στο ερειπωμένο πατρικό της σπίτι για να μεταδώσει τα πολιτιστικά προϊόντα που έφερε, προσαρμοσμένα στα  σημερινά δεδομένα της πνευματικής ζήτησης.

Αν και ο λόγος της τρόμαζε, όμως άρεσε. Το είχε καταλάβει και γι’ αυτό σκέφτηκε να οργανώνει εκτός από τις καθημερινές αφηγήσεις της κι άλλες ξεχωριστές, αφιερωμένες στις μεγάλες γιορτές και να προσκαλεί ακροατές. Έτσι  επέλεξε να κάνει  την παραμονή των Χριστουγέννων μια ειδική αφηγηματική βραδιά, αφιερωμένη στη Λαογραφία με ήρωες και πρωταγωνιστές τους καλικάντζαρους, που τόσο υπέροχα είναι συνδεδεμένοι με τους θρύλους του λαού. Έτσι έφερε από την πόλη τους καλύτερους διακοσμητές και τους έδωσε εντολές για τη διαμόρφωση της αίθουσας.  Πιστοί αυτοί στις ακραίες επιθυμίες της έκαναν ότι τους είπε, χωρίς ν’ αλλάξουν τίποτα από το σχεδιασμό που τους έδωσε.

Έβαλαν έτσι το κατάμαυρο Χριστουγεννιάτικο δέντρο δίπλα και δεξιά από το βήμα που θα μιλούσε, στολίζοντάς το ανορθόδοξα με κακόγουστα στολίδια, νεκροκεφαλών, σκελετών και ακρωτηριασμένων σωμάτων ! Οι φαρδιές μοβ λουρίδες που τα βάσταζαν, έμοιαζαν με νεκρά φίδια κι έτσι περιπλεγμένα που φαίνονταν ανάμεσα στα ξεραμένα κλαδιά, έδιναν την εντύπωση πως  ξεκινούσαν όλα από κάποια κρυφή φωλιά που υπήρχε στο εσωτερικό του δέντρου. Στις άκρες αυτών των εκτρωμάτων οι μικρές κίτρινες ταμπελίτσες που κρέμονταν, προκαλούσαν τις μνήμες εκείνων που τις διάβαζαν, αφού αναφέρονταν στα πιο φριχτά κι αποτρόπαια εγκλήματα που είχαν γίνει και είχαν συγκλονίσει τον κόσμο. Τέλος η παράξενη αυτή εικόνα του δέντρου ολοκληρωνόταν με το ματωμένο αστέρι που έφεγγε στην κορυφή του και σκόρπιζε το κόκκινο σαν αίμα φως του στα κατάμαυρα κλαδιά του.

          Στη δεξιά πλευρά της αίθουσας ένας τεράστιος πίνακας  που στην κορνίζα του είχε σκαλισμένες τέσσερις γιγαντόσωμες σαύρες, τρόμαζε αλλά κι ευχαριστούσε αυτόν που ανίχνευε από περιέργεια την ιδιόρρυθμη και σουρεαλιστική του παράσταση. Έτσι σαν το μάτι διάβαζε τη λεζάντα στο κάτω μέρος, που έγραφε με μεγάλα κεφαλαία γράμματα << τα βιβλία της Παράδοσης >> έπεφτε ύστερα κατ’ ευθείαν πάνω σ’ αυτά, που έμοιαζαν σαν κουρελόχαρτα με τις σκονισμένες και αραχνιασμένες σελίδες τους. Ένα τεράστιο ύστερα πολυτελές βιβλίο με κακόγουστο εξώφυλλο τα πατούσε γερά με τα σιδερένια πόδια του, δείχνοντάς τους την πανίσχυρη θέλησή του για τον αιώνιο ενταφιασμό τους.

          Από τ’ αριστερά τώρα της αίθουσας το τεράστιο πορτρέτο μιας γριάς γυναίκας, με το δικό του φριχτό τρόπο ζωγραφισμένο στον τοίχο, συμπλήρωνε την ιδιόρρυθμη αυτή διακόσμηση, αυξάνοντας ακόμη πιο πολύ την ένταση των δυσάρεστων συναισθημάτων που ένιωθε ο κάθε καλεσμένος. Τα μαλλιά της κάτασπρα και κολλημένα σαν περούκα, έπεφταν πίσω και κατέληγαν σε μικρούς ολοστρόγγυλους βοστρύχους που έμοιαζαν σαν συρμάτινα δαχτυλίδια. Οι βαθιές της ρυτίδες στο γερασμένο πρόσωπό της σου έδιναν την εντύπωση πως έβλεπες ένα ξεφτισμένο παλιόρουχο, ενώ τα ολοστρόγγυλα μικρά ματογυάλια της που κατέβαιναν ως τη γαμψή κι άσχημη μύτη της, θύμιζαν τη στρίγγλα και κακή μάγισσα των παραμυθιών. Στόμα και πηγούνι τέλος, δεν ξεχώριζαν κι έδειχναν  πως κάποια ανίατη και φοβερή αρρώστια τα κατάτρωγε.

         

 

 

                                                * * *                           

 

 

          Η αφηγηματική αυτή ακρόαση της γριάς που θα γινόταν και φέτος τη μέρα της παραμονής των Χριστουγέννων, ανησύχησε τον Έπαρχο που έβλεπε το περιεχόμενό της γεμάτο ύποπτα δαιμόνια, επικίνδυνα για τη δημόσια ζωή της επαρχίας του και για την ψυχική υγεία των κατοίκων της. Και τούτο γιατί, οι καταγγελίες έρχονταν η μία μετά την άλλη στο γραφείο του και μιλούσαν για πτώχευση της αγοράς, αδυναμία καταβολής των φόρων κι έλλειψη ενδιαφέροντος για δουλειά και προκοπή του πληθυσμού, αφού η παμπόνηρη γριά, είχε καταφέρει να τον μαζεύει στο σπίτι της και να τον υπνωτίζει με τις σαπουνόπερες της αφήγησής της ! << Η αγορά είναι νεκρή, τα μαγαζιά δεν πουλάνε και οι καταστηματάρχες είναι χρεωμένοι και σε απόγνωση >> του είπε στην τελευταία τους συνάντηση ο εκπρόσωπος των καταστηματαρχών και του άφησε να εννοηθεί πως ετοίμαζαν κάποια ύποπτη κίνηση. Έτσι ο Έπαρχος κάλεσε τους εκπροσώπους όλων των φορέων της επαρχίας στο επαρχιακό μέγαρο για να συζητήσουν και να πάρουν αποφάσεις στο θέμα που προέκυψε με τις αφηγήσεις της γριάς.

          Πρώτος μίλησε ο Έπαρχος και με έντονη την ανησυχία του στα μάτια για το  μέγεθος του κινδύνου που έκρυβαν οι αφηγήσεις της, είπε με λίγα λόγια : << Η επαρχία μας, κύριοι, βάλλεται  τούτες τις άγιες μέρες από το δαίμονα της Κολάσεως που μεταμορφώθηκε σε εκφραστή της Θείας Παράδοσης και με τις ανεκδιήγητες αφηγήσεις της από θρύλους και μύθους του λαού μας, προσπαθεί να ευνουχίσει το Πνεύμα του και να το εθίσει σε νέα μοντέλα ακρόασης και διαστροφής του Λόγου, που μόνο από Σατανιστές μπορούν να πηγάζουν. Θεματοφύλακες τόσο εγώ όσο κι εσείς της κληρονομιάς των προγόνων  μας, σας καλώ να αντισταθούμε σύσσωμοι σ’ αυτήν την πρόκληση και να σταματήσουμε τον κατήφορο που μας οδηγούν οι παράφορες διηγήσεις της κολασμένης γριάς γυναίκας >>. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε : << Θα παρακαλέσω έναν γενναίο από σας, να την επισκεφτεί το βράδυ της παραμονής και να της ανακοινώσει την απόφασή μας, που λέει, να σταματήσει αμέσως τις κακόγουστες διηγήσεις της >>.

 Τη σιωπή που ακολούθησε για λίγο, τη διέκοψε η παρέμβαση του γραμματέα του, σκληρού κι ασυμβίβαστου, που κι άλλες φορές  είχε δείξει την αφοσίωσή του στον Έπαρχο και του είχε διεκπεραιώσει δύσκολες αποστολές. Έτσι του ζήτησε να είναι αυτός που θα επισκεπτόταν τη γριά και θα της ανακοίνωνε την απόφαση. Σαν πήρε και τις τελευταίες συμβουλές του Έπαρχου, η συνεδρίαση διαλύθηκε με την ευχή όλων για μια καλή και αποτελεσματική διαιτησία.

 

 

                                                * * *                                          

 

 

 

          Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων η γριά καταπονημένη από την αφηγηματική δραστηριότητα της μέρας, κάθισε κοντά στο αναμμένο τζάκι και ξάπλωσε στο μικρό ράντζο που υπήρχε πάντα εκεί για να ξεκουραστεί. Έξω φυσούσε δυνατά, ο αέρας σφύριζε δαιμονισμένα και το χιόνι έπεφτε πυκνό, θάβοντάς τα όλα κάτω από το ολόλευκο σεντόνι του. Η γριά έδειχνε να απολαμβάνει την άγρια νύχτα γιατί σαν άκουγε τη βουή του ανέμου που λυσσομανούσε στα παράθυρα, σήκωνε το κεφάλι της και γελούσε χαρούμενη. Κι ακόμη όταν κάποιες νιφάδες του χιονιού έμπαιναν μέσα απ’ την καπνοδόχο κι έκαναν τις φλόγες της φωτιάς να τρεμοσβήνουν, έλεγε ζωηρά : << Κακιά νύχτα και η αποψινή! Ποιος ξέρει τι δαίμονες να κουβαλά στο σακί της ! >>.

 

         

 

 

                                                * * *                                           

 

 

          Ο γραμματέας του Έπαρχου, στάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα και πριν χτυπήσει, επιθεώρησε για τελευταία φορά τη στολή του κι αφού τη βρήκε τέλεια προσαρμοσμένη πάνω του, έπιασε το ρόπτρο και το χτύπησε τρεις φορές. Η γριά άκουσε τα χτυπήματα και σηκώθηκε. Έφτασε στην πόρτα, τράβηξε το σύρτη και του άνοιξε. Ο μεταμφιεσμένος γραμματέας μπήκε μέσα και πλησίασε στο τζάκι. Εκεί πήγε και στάθηκε κοντά στο βορινό τοίχο, με τα νώτα του στραμμένα σε μια έξοδο που οδηγούσε έξω στο χείμαρρο. Η γριά έκλεισε την πόρτα και σαν τον πλησίασε, τον κοίταξε για λίγο με θαυμασμό και απορία μαζί και χωρίς να δείξει τον παραμικρό φόβο, έσκασε στα γέλια και τον ρώτησε με την τραχιά φωνή της : << Ένας καλικάντζαρος νυχτιάτικα στο σπίτι μου ! Τι να θέλει άραγε ; >>.

          Αμέσως εκείνη τη στιγμή ο μεταμφιεσμένος, έβγαλε από την τσέπη της στολής του ένα χαρτί με μια μεγάλη μαύρη σφραγίδα στο κάτω μέρος κι άπλωσε το χέρι του να της το δώσει. Σαν άπλωσε η γυναίκα και το δικό της χέρι να το πάρει κι έσμιξε με το δικό του, τινάχτηκε πέρα γιατί ένιωσε τα νύχια του να της σχίζουν το δέρμα και να τρέχει το αίμα στην  παλάμη της  ακατάσχετα.  << Τι θες,  τέλος πάντων τέρας, από μένα ;>> του φώναξε κι άφησε το χαρτί να πέσει κάτω. Έβαλε  ένα μακρόσυρτο γέλιο ο καλικάντζαρος και της αποκρίθηκε με σκληρή σαν το ατσάλι φωνή του : <<  Να σταματήσεις, τις διηγήσεις !  >>. << Γιατί ; Ποιος τις φοβάται ; >> τον ρώτησε  νευριασμένη η γριά και πλησίασε το σκαμνί που πάνω του άστραφτε η λάμα ενός εντυπωσιακού μαχαιριού. << Κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει ! >> συνέχισε  κι έκανε ένα βήμα   προς   το   σκαμνί.       Σαν   κοίταξε  το μαχαίρι, πρόσθεσε :        << Συνεισφέρω στην ιστορική συνέχεια της πνευματικής μας Παράδοσης κι έχω την πλήρη αποδοχή του κόσμου γι’ αυτό. Σαν έρχεται εδώ, ακούει τα ξεχασμένα παραμύθια και τους ξεχασμένους θρύλους του και  ξαναγεννιέται. Χρωματίζεται  ο χρόνος του και  καταγράφεται    στη συνείδησή του το μενεξεδί χρώμα της ελπίδας ! >>.

          Έσκυψε λίγο πάνω από το σκαμνί με το μαχαίρι και συμπλήρωσε : << Δεν κατανοώ γιατί θέλετε σ’ αυτό το οργανωμένο πνευματικό χάος που’ χετε φτιάξει να υποταχτώ κι εγώ ! >>.

          Ο μεταμφιεσμένος γραμματέας την άκουγε και σιωπούσε. Ήταν ανήσυχος και φοβισμένος κι έδειχνε να ψάχνει κάτι με τα μάτια του. Φαίνεται γρήγορα πως το βρήκε γιατί κινήθηκε με απαράμιλλη δεξιοτεχνία προς το τζάκι κι έσκυψε να πάρει το σιδερένιο φτυαράκι και να της  το φέρει στο κεφάλι. Η γριά όμως διάβασε τη σκέψη του, τον πρόλαβε κι άρπαξε το μαχαίρι απ’ το σκαμνί. Το ‘στρεψε με αποφασιστικότητα πάνω του και του φώναξε δυνατά :  << Πίσω, γιατί θα πέσεις κάτω νεκρός ! Πίσω ! >>.

Ο μεταμφιεσμένος έντρομος παραπάτησε και κινήθηκε όπως του είπε, προς τα πίσω.  Η γριά συνεχίζοντας να κρατά το μαχαίρι στο ύψος του προσώπου του, τον ανάγκασε να περάσει ένα στενό διάδρομο βγάζοντάς τον έξω, στη βορινή πλευρά του σπιτιού. Εκεί τον διέταξε ν’ ανεβεί την ξύλινη γέφυρα του μικρού χειμάρρου που ένωνε το σπίτι με την απέναντι μεριά. Στη μέση της γέφυρας ο μεταμφιεσμένος δείλιασε να προχωρήσει μέσα στο πυκνό σκοτάδι και σταμάτησε.

 Πλησίασε ύστερα τα ξύλινα προστατευτικά κάγκελα της γέφυρας κι αφού στηρίχτηκε σ’ αυτά με τα νώτα, προσπάθησε με μια δυνατή κλωτσιά ν’ αποσπάσει το μαχαίρι απ’ το χέρι της γριάς. Το πόδι του βρήκε την άκρη της λάμας, αλλά το σφιχτό κράτημα της γριάς, δεν του έδωσε τη χαρά της απόσπασης. Και σαν να μην του έφτανε αυτή του η αποτυχία, άλλη μία δυστυχώς που του ήρθε απροσδόκητα, τον έκανε να χάσει τη ζωή του. Τα σάπια κάγκελα, δεν άντεξαν την μεγάλη πίεση που τους ασκήθηκαν με το σώμα του σαν έδωσε την κλωτσιά κι έσπασαν ! Ανήμπορος πια να κάνει οτιδήποτε για να σωθεί ο μεταμφιεσμένος καλικάντζαρος της Άγιας Νύχτας, έπεσε με πάταγο στο χείμαρρο και παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά του !

          << Ουφ ! το δαίμονα ! Τον ξεφορτώθηκα το μασκαρά ! >> μουρμούρισε τρομοκρατημένη κι ανακουφισμένη μαζί η γριά κι έκανε το πρώτο της βήμα για να μπει στο σπίτι.

ellinikoxronografima.blogspot.gr