Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

 

          Διήγημα

 

                                         Η κυρία ΦυλλίτσαΜε μεγάλη συμμετοχή μαθητών άνοιξαν τα σχολεία (εικόνες) | Κοινωνία | ANT1  News

 

                                                  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

               Στο γυμνάσιο είχα μια φιλόλογο την κυρία Φυλλίτσα που τη θαύμαζα πολύ. Όταν μιλούσε έμενα με το στόμα ανοιχτό, τέντωνα το κορμί μου,  μπροστοθρανίτης βλέπεις, κάρφωνα το μάτι μου στο τσιτάτο μεσοβύζι της και ρουφούσα μαζί με τις δοτικές που μας απάγγελε το απαλό άρωμα του κορμιού της.   Με κοιτούσε εκείνη, ίδρωνε, έδειχνε ταραγμένη, άφηνε το βιβλίο του Σοφοκλή πάνω στην έδρα, έπαιρνε απ’ την τσάντα της το καθρεφτάκι κι έκανε πως φρόντιζε τα χείλη της, κοιτάζοντας μέσα.

               Το είχα ερωτευθεί το αρχαίο κείμενο, ήξερα τα ανώμαλα ρήματα απέξω και ανακατωτά, το ίδιο τις μετοχές και τα επιρρήματα, τίποτα δε μου ξέφευγε.  Είχε καθίσει για τα καλά στο μυαλό μου ο Όμηρος καθώς και οι τρεις λιμοκοντόροι τραγωδοί με την αττικίζουσα γλώσσα και εκείνοι οι ρητορίσκοι της κλασικής εποχής που μας τρέλαιναν με τα << όστις >> και τα << οία >>.

               Μου ΄βαζε άριστα η  κυρία Φυλλίτσα και  με είχε  για  << κεφάλι >> από τα πρώτα της τάξης. Με σήκωνε να πω μάθημα κάθε μέρα και δεν της έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη αν ήμουν άρρωστος και ψηνόμουν στον πυρετό. Κι όταν πήγαινε η γλώσσα μου << νεράκι >> και δεν με δυσκόλευε κανένας υπερσυντέλικος  έκλεινε τον κατάλογο ευτυχισμένη και μου έλεγε τινάζοντας μπροστά τα στήθη της σαν βέλη:

         --- Μπράβο λεβέντη μου! Τέτοιους θέλουμε για το Πανεπιστήμιο. Ποιος τη χάρη σου όταν θα διαβαίνεις την πόρτα του!

         Τα πηγαίναμε καλά μέχρι που ήρθε ο επιθεωρητής. Έμοιαζε με κοντό γουρουνάκι και βάλαμε τα γέλια σαν μπήκε στην τάξη. Κάθισε στην έδρα και μας κοιτούσε σαν αγριμάκι, ενώ οι κόρες του κολυμπούσαν σαν γυρίνοι μέσα στα θολά μάτια του.

         Η κυρία Φυλλίτσα είχε φροντίσει ν’ απαλλαγεί από τους σφενδονιστές μαθητές και κράτησε μέσα τους πελταστές. Αυτοί ήταν ανίκητοι και καμιά μάχη δεν έχαναν σε μάθημα. Έτσι σίγουρη για την υπεροχή της επί της διδακτέας ύλης, κήρυξε την έναρξη της διδασκαλίας. Τότε ο επιθεωρητής πήρε το λόγο και απευθυνόμενος σ’ έναν πισωθρανίτη τον ρωτησε:

         --- Δε μου λες εσύ παιδί μου, κατέχεις να μας εξηγήσεις το ρητόν << χρόνου φείδου >> ή σε πείραξαν οι ζέστες και το ξέχασες;

       Εκείνος έγινε κόκκινος και μουσκεύτηκε στον ιδρώτα. Τρόμαξε να μιλήσει και όταν το αποφάσισε, είπε τρώγοντας τις λέξεις:

        --- Ο χρόνος του φιδιού … κύριε… επιθεωρητά!

       Γελάσαμε με την ψυχή μας. Το ίδιο μας φάνηκε πως έκανε και το εικόνισμα του Χριστού ψηλά στον τοίχο. Κι αφού κουνήθηκε δυο τρεις φορές πέρα δώθε σταμάτησε σαν βρήκε το χάρακα του επιθεωρητή για φρένο. Μετά ο χοντρούλης έκανε ένα βήμα να μας επιπλήξει. Ο καβάλος του όμως έκανε << χρατς >> και το ανέβαλε. Κοίταξε ύστερα την κυρία Φυλλίτσα με θυμό και ξανακάθισε.

       Τότε έγινε αφέντρα αυτή. Ετοιμάστηκε να μας βάλει μια μετοχή στον πίνακα και να βρούμε το ρήμα απ’ όπου προερχόταν αλλά δεν το κατόρθωσε. Το τακούνι της σφήνωσε σε μια ρωγμή στο πάτωμα και σκορπίστηκε σαν συννεφάκι στον άνεμο. Ότι ζαφείρι και ρουμπίνι φορούσε απλώθηκε κάτω και η ίδια συγκρατήθηκε στο μπράτσο του επιθεωρητή. Βάλαμε πάλι τα γέλια σαν τα μαλλιά της σκέπασαν το κόκκινο μουτράκι του προϊσταμένου της που είχε πάρει την όψη ύφαλου.

       Μάθημα δεν μπορούσε να γίνει πια.  Μας έδιωξαν και γίναμε μονομιάς από σκλάβοι κυρίαρχοι της μέρας μας.

      

 

 

                                                     = = =

 

 

 

 

          Την άλλη μέρα γιόρταζε η πατρίς.  Σημαιάκια με τα εθνικά χρώματα παντού κι εμείς ντυμένοι  ασπρογάλαζοι. Μπήκαμε σε τριάδες οι ψηλοί στην κεφαλή οι κοντοί στην ουρά και μαζευτήκαμε στο ηρώον να γίνει η κατάθεση. Παρόντων των αρχών, του ξυπόλυτου λαού, του ιερού κλήρου και του τελετάρχη που έδωσε το σύνθημα με την τρομπέτα του, ξεκίνησε η τελετή της κατάθεσης στεφάνων εν πλήρει πατριωτική συγκινήσει.

       Με φωνή στεντόρεια ο τελετάρχης είπε:

       --- Κατάθεση στεφάνου εκ μέρους του γυμνασίου της πόλης μας!

        Βγήκε μπροστά η κυρία Φυλλίτσα ντυμένη στο εθνικό ταγέρ και μούσκεμα στην κολόνια να δώσει σε μένα και το Δαμοκλή το στεφάνι αλλά έμεινε κόκαλο. Αντί ημών ήρθαν δυο άλλοι. κι αυτοί αριστούχοι και ετοιμάστηκαν να καταθέσουν το δικό τους στεφάνι. Εμείς ως συνεργοί της απάτης πήγαμε στις θέσεις μας. Η κυρία Φυλλίτσα μυρίστηκε τον εμπαιγμό και χαλάρωσε έτοιμη να λιποθυμίσει. Κι ενώ ο λαός ζητωκραύγαζε την κατάθεση από τους προηγηθέντες μαθητές αυτή έριξε το δικό της στεφάνι στα πόδια του άγνωστου ήρωα και ψέλλισε με περιφρόνηση:

       --- Τα μπαστάρδια! Χάλασαν τη γορτή!

       --- Αει  σιχτίρ νεοναζί! φώναξε και ο χωροφύλακας της φρουράς και έσφιξε στο δεξί του χέρι το όπλο του.

        Ακούστηκε ένα γέλιο κόκκινο του αιμάτου, αμούστακο και αρχαιοελληνικό.

       --- Σκασμός, συφοριασμένα! είπε οργισμένη και η νεωκόρισσα που το ‘παιζε αρχηγίνα και ανέμισε περήφανη το σημαιάκι της. Τι θέλετε να παραστήσετε τους έξυπνους. Ντροπή σας παλιόπαιδα! πρόσθεσε και πλησίασε να παρηγορήσει την κυρία Φυλλίτσα.

        Και η γιορτή τελείωσε αθόρυβα χωρίς να συμβεί κάποιο άλλο απρόοπτο και ωραίο.

 

 

                                       = = =

 

 

 

       Το βράδυ στο σπίτι ο πατέρας μου άρχισε την ανάκριση:

       --- Εσύ δεν έπρεπε να καταθέσεις το στεφάνι στους ήρωες;

       --- Ναι, εγώ με το Δαμοκλή.

       --- Γιατί δεν το κάνατε και παραβιάσατε τους κανονισμούς του σχολείου;

      --- Δε θέλαμε και δώσαμε τη θέση μας στους άλλους! Κι αυτοί αριστούχοι είναι!

      --- Αριστούχοι, αλλά εσείς έχετε μπόι, παράστημα και είσαστε λεβέντες εκείνοι είναι κοντοί και τους λείπει η παλικαριά, δεν είναι το ίδιο!

      Έπαιξα και το τελευταίο μου χαρτί να δικαιολογηθώ και του είπα:

       --- Μας φοβέρισαν πως αν δεν τους δίναμε τη θέση μας να καταθέσουν αυτοί το στεφάνι θα μας έδερναν! Φοβηθήκαμε και υποχωρήσαμε!

      Δε φάνηκε να με πίστεψε και συνέχισε:

      --- Ρεζιλέψατε την πατρίδα, γέλασαν οι ήρωες μαζί σας, οι γριές μαράζωσαν και ο δήμαρχος με το δεσπότη έγιναν κάτασπροι, δεν το είδατε;

     --- Το είδαμε!

     --- Και δεν κοκκινίσατε;

     --- Κοκκινίσαμε!

     --- Και δεν ντραπήκατε;

     --- Ντραπήκαμε!

     --- Και δεν πνιγήκατε;

   --- Να πνιγούμε; Ε, όχι αυτό δεν το κάνουμε!

   Αγρίεψε.

   --- Ζούμε σε μια φωτιά που μας τρώει μέσα κι έξω! του είπα και το ‘βαλα στα πόδια.   

                                     

 

 

                                                      = = =

 

 

             Την άλλη μέρα στην τάξη η κυρία Φυλλίτσα έπαιζε με τον κατάλογο. Αφού μας έσπασε τα νεύρα να τον κλείνει και να τον ανοίγει στο τέλος τον αποχωρίστηκε, λέγοντάς μας με το λόγο της να πετά φωτιά:

             --- Βρε σεις, έχουμε κάτι λογαριασμούς με δυο επίορκους από εδώ μέσα! Για να ετοιμαστούν για τη δίκη τους!

             Και μας κοίταξε όλους. Παραβάτες και μη. Εμείς ρίξαμε τα κεφάλια κάτω και κρατούσαμε σιγή ιχθύος.

             --- Ψηλά τα κεφάλια! μας φώναξε. Τι τα κρύβετε; Σγουφτοί θα απολογηθείτε;

              Τα σηκώσαμε, την κοιτάζαμε φοβισμένοι και προσευχόμαστε στο Χριστό του τοίχου μας να αποτρέψει το χτύπημα του πέλεκυ επί της κεφαλής μας.

              Σηκώθηκε και στάθηκε πάνω από τα κεφάλια μας.

              --- Είσαστε; μας ρώτησε ξαφνικά.

              --- Μαθητές! της απαντήσαμε.

              --- Όχι! Όχι! ξεφώνισε.

              --- Τότε τι;  

              --- Ξέρετε! Ξέρετε! έσκουξε

              Τσιμουδιά εμείς.

              --- Είσαστε; μας ξαναρώτησε.

              --- Μαθητές αριστούχοι! φωνάξαμε και οι δυο εν ριπή.

              --- Όχι αυτό! Όχι αυτό!

              --- Τότε ποιο;

           --- Είσαστε; ξαναεπέμενε.

          Τσιμουδιά εμείς.

           --- Είσαστε μπολσεβίκοι! ξέσπασε φωνάζοντας και το πρόσωπό της το ξέπλυνε μια στυφή βροχή από ιδρώτα. Και μετά σαν  ξεθωριασμένη επιγραφή επέστρεψε στη θέση της κι άρχισε να φθίνει. Αυτό κράτησε για λίγο. Γιατί αμέσως έγινε άνεμος σιμούν, μας πλησίασε, μας άστραψε από δυο χαστούκια  στα μάγουλα και αφού πήραμε την όψη αγάλματος, ανέβηκε στην έδρα.

 

                                          === 

 

     Στο σπίτι ο πατέρας μου με είδε βαρεμένο, μυρίστηκε συνέχεια του άθλου μου και με ρώτησε:

    --- Λέγε μου την αλήθεια! Τις έφαγες;

    Τον κοίταξα με βλέμμα ντροπής, ένοχο και δειλό και του είπα!

    --- Ναι!

    --- Μπράβο της, της κυρίας Φυλλίτσας! Το ευχαριστήθηκα! Άλλη φορά να τους ακούς τους δασκάλους σου! Ξέρουνε τι κάνουν!

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

                                

    

    

 

 

                              

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

 

Διήγημα

                          Η επικήρυξη του ποιητή 9,475 ποίημα Φωτογραφίες - Δωρεάν &amp; Royalty Free Φωτογραφίες από το  Dreamstime

                                      Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

              Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις συναισθηματικές ελεγείες του. Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς και ερωτικούς αλλά και σκληρούς σαν μάρμαρο και διαπεραστικούς σαν την εγγλέζικη ομίχλη.

           Βρήκε τρόπο και τους διοχέτευε κι αυτό εξόργισε τους άρχοντες και τους διεφθαρμένους μιας έκλυτης ζωής. Και πήραν την απόφαση, να τον εξοντώσουν. Να πάψει να φωτίζει με το φως των στίχων του το σκότος των ανομιών τους. Κι έστειλαν τους δημίους τους και τον βασάνισαν με κυνισμό και μίσος. Κι αφού τον έδεσαν, και τον προπηλάκισαν, του έκαψαν τα βιβλία του. Ύστερα τον διέταξαν να δει μια ζωγραφιά ανεξίτηλη στο χρόνο, μια ζωγραφιά που έπλεε στο μαύρος έρεβος και  σε όρνια που φτεροκοπούσαν. Φοβήθηκε και χλωμός και κουρασμένος αρνήθηκε να συνεχίσει. Και τότε με τρόπους άγνωρους οι δήμιοι έκαμψαν την αντίστασή του.

             Και είδε, μέσα σε ομιχλώδες και σουρεαλιστικό φόντο μια άσχημη γριά πεσμένη κάτω, μια γριά σκελετωμένη να βογκά από τους φριχτούς της πόνους που τους προξενούσαν οι αιμορραγούσες πληγές της. Διαβάτες την προσπερνούσαν αμέριμνοι και ασεβείς  κρυψίνοες σαδιστές πατούσαν πάνω της. Ζευγάρια νέων ανθρώπων έδειχναν δυσαρεστημένα, μεσήλικες έσκυβαν  στο πληγιασμένο σώμα της και το σκέπαζαν με το σκισμένο ρούχο της. Φωνές τρομαγμένων ακούονταν σαν άγρια μπόρα και φοβισμένες κόρες σφίγγονταν αναμαλλιασμένες στις αγκαλιές των αντρών τους.

              

            Ο ποιητής εννόησε αυτό που έβλεπε και το έδειξε με δυσφορία.  Η πληγωμένη και καταρρέουσα γριά συμβόλιζε την Ποίηση! Ο δε ζωγράφος ηθελημένα την είχε απεικονίσει με κακόγουστο ερασιτεχνισμό για να την  κακοποιήσει και να δείξει την Παρακμή της μέσα από την Πτώση της!  Αυτή η κακόγουστη αίσθηση του έφερε πνευματική συντριβή. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να συνέλθει. Νομίζοντας πως απαλλάχτηκε απ’ αυτή τη φριχτή μνήμη της ζωγραφιάς τα ξανάνοιξε.  Όμως τον περίμενε άλλο καλλιτεχνικό εξάμβλωμα που τον αποδυνάμωσε και του έφερε ζάλη. Η ίδια γριά γυναίκα σε ανόητη χρωματιστή  σύνθεση συμπλήρωνε την  πρώτη δυσφημίζοντας την Τέχνη αλλά και τις τάσεις της νεότερης ζωγραφικής. Σ’ αυτή την εικόνα ο κακότροπος εικαστικός έδειχνε να μην βάζει όρια στον κυνισμό της τεχνοτροπίας του, μεγαλώνοντας τις πληγές στο σώμα τής γριάς που άφηναν οι σιδερένιες μπότες επτά οπλισμένων αντρών! Κι όσο πατούσαν το σώμα τόσο και οι επευφημίες των περαστικών ζωήρευαν για τη συντριβή του!

          Ο ποιητής ύστερα απ’ όλα αυτά τα έμπυα που είδε, ένιωσε μια ψυχοσωματική άνοια και κατελήφθη από υστερία και φόβο. Και κοιτάζοντας γύρω του να δει τους δημίους του αντιλήφθηκε πως τον είχαν εγκαταλείψει και ήταν μόνος. Προσπάθησε να ξελυθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Οι σφιχτοί κόμποι των σχοινιών χρειάζονταν τη φροντίδα άλλου να λυθούν. Φώναξε, δυνατά κι απελπισμένα. Οι γείτονες που τον άκουσαν του έδωσαν χέρι βοήθειας. Καταπονημένος και συντριμμένος, ψιθύρισε όταν τον έλυσαν:

           --- Δε μ’ αγαπά πια η πόλη μου και μου ζητά να φύγω! Το πρωί θα είμαι μακριά της!

           Η καινούρια μέρα τον βρήκε στη σπηλιά. Ζούσε εκεί σαν ερημίτης κι ασκητής, με το ίδιο ρούχο στο κορμί, ακούρευτος και γενειοφόρος, συντροφιά με τα ζώα, τρώγοντας χόρτα και μαζεύοντας αρωματικά φυτά. Έγραφε στίχους οργής ντυμένους με ομορφιά, στίχους που σύντριβαν αλύσους και ξίφη των εχθρών.

          Φεύγοντας η πόλη έπεσε σε μαρασμό. Οι μέρες της έγιναν πέτρινες και η ψυχή της μαράθηκε. Απώλεσε Πνεύμα και Σκέψη και ζητούσε απελπισμένα μετάνοια για τον εξόριστο ποιητή.  Ότι έφτιαχνε γκρεμιζόταν και κάθε βήμα προόδου έφερνε λυγμούς.  << Το σπίτι του φτωχού >>, << Ο βιολογικός καθαρισμός >>, << Το κοινωνικό ιατρείο >>, << Η στέγη διατροφής>>, << Το ίδρυμα πασχόντων >> έμειναν φαντάσματα που θύμιζαν ασάλευτη μελαγχολία. Σιωπές τάφων και ανάερες μεταρσιωμένες Υποσχέσεις.

            Οι δρόμοι βάλτωσαν, οι προχειρότητες και οι παραλείψεις σε έργα έγιναν εστίες θανάτου. Οι όγκοι των χωμάτων δυσκόλευαν τους πεζούς και τα ανοιχτά φρεάτια έγιναν είσοδοι και έξοδοι των αρουραίων. Οι ασθένειες ανεκτικές  έκρουαν τις θύρες των σπιτιών και νύχτες άγριες κατέβαιναν στα νεκρά και παγωμένα ρείθρα.

       Κατάσταση κακή και οι πολίτες ανησύχησαν. Η πόλη ανυπεράσπιστη στο στόμα του κακού, έπνεε τα λοίσθια. Ο δήμαρχος είχε γνώση. Γι’ αυτό στο συμβούλιο γύρεψε την επιστροφή του αχώνευτου ποιητή.

        --- Η πόλη μετανιωμένη ζητά την επιστροφή του! είπε. Το πλήθος τον καρτερεί για να τη σώσει! Δοσμένοι είμαστε σ’ αυτόν και σκορπισμένοι σαν το φτερό στον άνεμο χωρίς αυτόν!

         Τρέμοντας και με άφατο σέβας ένας είπε:

        --- Είναι αυτοκράτορας στο σπήλαιο που ζει την πόλη δεν τη θέλει!

        Η αντοχή τού δήμαρχου είχε στερέψει. Τον επικήρυξε. Στο φως της άλλης μέρας που χύθηκε στη γη τον έφεραν μπροστά του.

        --- Η πόλη πέρασε πολλά, απόντος σου, ποιητή! του είπε. Άνεμος σφοδρός της έγδαρε το πρόσωπο και την ψυχή κι έγινε σαν πεταμένο φλούδι. Σε φέραμε να τη σώσεις!

        Ο ποιητής τον άκουσε ανέκφραστος. Σιωπηλός, χάιδεψε με το ένα χέρι του τη γκρίζα γενειάδα του  και με το άλλο τις βαθιές ρυτίδες στο τραχύ του πρόσωπο. Έπαιξε τη γλώσσα του στα ματωμένα χείλη του και είπε με σβησμένη φωνή:

         --- Είμαι αδύναμος! Μόνοι σας θα σωθείτε!

          Δήμαρχος και παρευρισκόμενοι συνοφρυώθηκαν. Κάποιοι άσπρισαν σαν σταλακτίτες. Ο δήμαρχος τον ρώτησε:

          --- Δεν είσαι πολίτης τούτης της πόλης;

          --- Είμαι!

          --- Δεν έχεις ευθύνη;

          --- Έχω!

          --- Και τι κάνεις να τη δείξεις;

          --- Τη δείχνω  στο έργο μου το ποιητικό! Όμως δεν το αναγνώσατε και στο χρόνο που λειαίνει τη ζωή σας δεν απαγγείλατε ένα μου στίχο! Και να το σκοτάδι και να το σκέλεθρο της πόλης που αποπνέει δυσωδία!  Πάνω στη σάπια της κοιλιά θα περπατάτε και στη  στρατιά των σκουληκιών θα ασπρίζουνε οι έγνοιες σας και οι γενιές σας. Ολοένα γυμνοί κι ολοένα ριγμένοι σε λαγούμια βρώμικα.

         Δυο σύμβουλοι ετοιμάστηκαν να του ριχτούν. Ένας  άλλος να τον χτυπήσει. Μια ομάδα μελανοχίτωνες ύψωσαν τις χοντρές γροθιές τους. Και οι ψυχραιμότεροι με λόγια σαν αγριολούλουδα τους συμφιλίωσαν.

         --- Αρνείσαι την επιστροφή στην πόλη αλλά όχι και τον έπαινό σου! του είπε ο δήμαρχος και τον έσπρωξε να γλιστρήσει σαν ανοιξιάτικη βροχή στην αίθουσα των τελετών.

         Μπρος στο άκομψο ακροατήριο ο επικηρυγμένος ποιητής δέχτηκε το καρφωμένο βλέμμα του και το μίσησε. Και όταν ο δήμαρχος του έδινε το εύκοσμο βραβείο, προκλητικός και ασεβής το αρνήθηκε. Και αφήνοντας τα γένια του να ανεμίσουν στον αέρα, έβαλε το χέρι του στον κόρφο. Κι από το φουσκωμένο στήθος του, έσυρε έξω ένα φίδι. Και με ηλεκτρισμένη χειρονομία το κύλησε στο χαλί.        

      Και τότε στη θέα του φιδιού οι καλεσμένοι έπεσαν σε θρήνο. Φώναζαν και κινούνταν σαν πεινασμένα σκουλήκια στην πεταμένη σάρκα. Οι δειλοί έκλαιγαν και οι σαπισμένοι στο υλικό σθένος ούρλιαζαν παράφρονες. Το φοβερό κεντρί του τους ρήμαζε τη ζωή και η ζάλη τους γεννούσε σκύλες, σκορπιούς, γύπες και τσακάλια γύρω τους.

      Ο καταραμένος όφις σύρθηκε τάχιστα προς το μέρος τους. Μ’ ένα σφύριγμα φάλτσου φλάουτου, χύθηκε πάνω τους. Με σηκωμένο το κεφάλι και το κορμί του ακόρεστο σε ελιγμούς, απειλούσε τους πουδραρισμένους, υποταγμένο σε εκδίκηση σκληρή.

       Εκείνοι  νοστάλγησαν τον καιρό τους τον καλό, τότε που σαν το άνθος στο κλαρί αχνοβολούσαν μοσχοθύαμα ενώ τώρα βυθίζονταν στα τάρταρα του φόβου, που αχτίδα ροδόχρωμη δεν κατεβαίνει κι όλα ντύνονται με περίβλημα σάπιο.  Ωστόσο αμύνθηκαν, να μείνουν στον κόσμο που τους χωρούσε και τον αγαπούσαν.

        Το φίδι έμοιαζε σαν τη φωτιά που ότι βρει το τρώει. Συρνόταν γρήγορα, και κυνικά, χορεύοντας το μακρύ κεντρί του. Ο χρόνος πάγωσε, το φίδι συστράφηκε,  και άγγιξε το πόδι της πρώτης λαμπερής κυρίας.  Τα μάτια της πήραν την ασπρίλα του αλατιού, κι ο χτύπος της σαν έπεσε  κάτω τους ζύγιασε όλους σαν ακροβάτες στο σχοινί.

        Η πόρτα άνοιξε και η σκόνη των αιώνων κύλησε μαζί με το πλήθος στα σκαλιά. Κάτω από τα επιχρίσματα οι χτυπημένοι έσφιγγαν τις άκρες των χειλιών τους.  Οι ακρωτηριασμένοι βαστούσαν τη ζωή τους ορθή, οι πατημένοι από τυράννους κι εχθρούς άρδευαν με τα δάχτυλα μπηγμένα στα συντρίμμια την παραμορφωμένη τους ελπίδα. Κι όσοι παραφρόνησαν ξέσπασαν έντρομοι σ’ ένα ομαδικό  θρήνο γοερό!

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

                                                                                      

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

 

         Διήγημα

                                                  Η εικαστικός  900+ ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ideas | πίνακες ζωγραφικής, ζωγραφική, τέχνη

                                             Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

                  Στη νέα μου γειτονιά το παλιό τριώροφο με τα κόκκινα κεραμίδια και τις ορτανσίες στα μπαλκόνια του με μάγεψε. Τόσο ωραίο και κομψό ήταν  στη θέση του. Το φθινόπωρο, τ’ απογεύματα, μετά το διάβασμα περνούσα από το δρόμο του και το θαύμαζα.  Μου άρεσε να βλέπω τον ήλιο  που μετά από ένα βασανιστικό μεσουράνημα πηγαίνοντας να πέσει στο Ιόνιο, έριχνε τις ακτίνες του πάνω του. Και τότε τα τζάμια του αντανακλούσαν  σκιές και  αχτιδωτές γραμμές. Σε όσα παράθυρα ήταν κλειστά  φανταζόμουν πως οι κόκκινες λουρίδες, που έμπαιναν από τις μισάνοιχτες γρίλιες, έπεφταν  στα ακριβά σιδερένια κρεβάτια, στα έπιπλα από ξύλο καρυδιάς και τις βαριές και καλαίσθητες πόρτες με τα μπρούτζινα πόμολα.

        Μέσα δεν έβλεπα. Έτσι απόμενα να χαζεύω το νεοκλασικό και να νοσταλγώ τα αξέχαστα χρόνια τής κτίσης του. Ήταν χτισμένο γερά, με το μεράκι τής τέχνης του παλιού καιρού, από τεχνίτες με γιγάντια στήθη και πλατιές καρδιές. Τα ακροκέραμά του στις τέσσερις γωνίες του που έμοιαζαν σαν αετοί, κάρφωναν τα πόδια μου, όταν κινούσα για το γυμνάσιο και δεν περπατούσα. Μια βοκαμβίλια το σκέπαζε προστατευτικά στη δυτική του όψη, φτάνοντας ως το τρίτο όροφο εκεί που δέσποζε ένα μπαλκόνι ξεχωριστό απ’ τ’ άλλα δυο. Ένα μπαλκόνι με μαύρες σιδεριές που παρίσταναν δυο ερωδιούς σε τρυφερή στάση, ράμφος  αιχμηρό και φτερά γιορτινά. Σ’ αυτό το μπαλκόνι τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη πρωτοείδα τη γυναίκα, τη γυναίκα αγάπη, τη μοσκοβολούσα άρωμα από γιασεμί.  Την είδα να κάθεται σε άσπρη καρέκλα με ψηλή ράχη και με αυστηρή πειθαρχία να ψάχνει σ’ ένα περιοδικό τη γεύση τής γραφής. Η μέθη της με κυρίεψε. Το στιγμιαίο  ανάδεμα του κορμιού της μ’ έσβησε. Το βλέμμα της γλίστρησε στις σκοτεινές στοές τού είναι μου. Η φωτιά της έκαψε την ισχνή σάρκα μου. Όλα της τα ρόδα έγιναν ένα ηλιοβασίλεμα πλημμυρισμένο ροδί και τριανταφυλλί.

       Πόσων Μαϊων να ήταν; Ο χρόνος έπιανε γλυκιά κουβέντα μαζί της κι εγώ ζήλευα. Αυτό έκανε να κρατώ το βλέμμα μου πάνω της και να ξεντύνω το φθαρτό περίβλημα της ομορφιάς της.  Σώμα μοντέλου, μέσα σε λευκή φούστα, με μαύρο πουλόβερ που κάρφωνε τη σιωπή σαν έντυνε τους σμιλεμένους ώμους. Τα μαλλιά της ίσια, μακριά στριφτές μετάξινες λουρίδες φιλούσαν τον αέρα. Κι αυτό το πρόσωπο! Ω! θεία τύχη, στολίδι χρυσού, όνειρο μουσικής στις φυλλωσιές τού χρόνου.

        Μου μπήκε ιδέα σκληρή. Αν την κοιτούσε άλλος, το θάνατό του θα ζητούσα σε μονομαχία δεινή. Την αγάπησα; Δεν ξέρω. Τα σωθικά μου όμως έτρωγε μια ριπή αέρα φονικού.

        Αναζήτησα την άλλη ζωή της. Αυτή που δεν έβλεπα και διέσχιζε τις βουερές μέρες της και τα άγρια βράδια της. Και έμαθα πως ήταν εικαστικός, που με τις πινελιές της όριζε την παγωμένη στάση των πραγμάτων. Και διάβαζα αδηφάγα βιβλία τέχνης να την αντιμετωπίσω, όταν θα συναντιόμαστε, τότε που  το αθόρυβο κομμάτι της αγάπης μου θα έσταζε στην καιόμενη σάρκα της.

        Κι όλο τη φανταζόμουν, ντυμένη στα ροζ να ζωγραφίζει. Τα μαλλιά της σκορπισμένα πλάι της, ριγμένα στους ώμους, να φεγγίζουν χυτά, με τον ήλιο τού Ιονίου να της καίει άσβηστο το καντήλι του. Πολλή ώρα στην ίδια θέση, με το χρωστήρα στο χέρι, το βλέμμα της στραμμένο έξω και μέσα να ψάχνει  τα σαρκοβόρα χείλη τής τέχνης στη σκόνη των πραγμάτων.

       Κι εγώ περνούσα, μ’ ένα γιασεμί στο χέρι απλωμένο να της αγγίξω φανταστικά την άκρη των χειλιών της. Να διώξω από πάνω της τη ροή τού χρόνου. Να της δείξω το δρόμο με τα βάγια στον ερχομό τού έρωτα. Κι έγινα ρομαντικός. Και περνούσα με το γιασεμί στο χέρι και τη χαιρετούσα,  τραγουδώντας στίχους φαγωμένους από ανέμους σφοδρούς: << Ποιος ήλιος λαμπερότατος σου ‘δωσε την ανθάδα και ποια μηλιά, γλυκομηλιά τη ροδοκοκκινάδα; >>

      Και τότε μου μπήκε η ιδέα να μάθω τι ζωγράφιζε. Σίγουρα σκεφτόμουν τοπία από τη φύση με ελιές και πλατάνια, με θάλασσες ελληνικές, λείες σαν λάδι που σχίζουν τα νερά της καίκια και βαρκούλες. Προσωπογραφίες ισχυρών ανδρών, ευεργετών, βασιλιάδων και πασάδων. Μπορεί και ξυπόλυτα παιδιά, νεκρούς κάτω απ’ το φεγγάρι, μεθυσμένους να πίνουν το κρασί τους στη σκοτεινή ταβέρνα.

      Κι ενώ μ’ έτρωγαν αυτές οι σκέψεις ήρθε το Τριώδιο. Λίγο πριν την Κυριακή της Αποκριάς βρήκα ένα χαρτί ριγμένο στην πόρτα μου. Το ποδοβολητό τού χρόνου σταμάτησε με μιας. Στη νεκρή σιωπή ξερίζωσα μια - μια τις λέξεις και τις διάβασα. Με καλούσε στο χορό των μεταμφιεσμένων στο σπίτι της! Άρα μ’ αγαπούσε! Ω! Τα μαλλιά της ένα δεμάτι στάχυα απλώθηκαν γύρω μου.

      Δανείστηκα τη στολή και ντύθηκα Δον Ζουάν για να την κατακτήσω. Η αίθουσα του χορού περίφημη με  διακόσμηση διονυσιακής μέθης. Μέχρι ν’ αρχίσει ο χορός μάζευα σταλαγματιές από φως να τις χαρίσω. << Αγάπη μου δε φοβάμαι πια …>> τραγούδησα και φαντάστικα στα μάτια της κοπάδια να κατεβαίνουν τ’ άστρα στη γη.

        Το μυστικό της ευτυχίας μου ήτανε εκείνη. Θαύμαζα τη διακόσμηση.  Βαριές και ακριβές πράσινες κουρτίνες κρέμονταν στους τοίχους, στολισμένες με κάτασπρες μαργαρίτες και έγχρωμες μάσκες. Λευκά κεριά σε ορειχάλκινους κηροστάτες τις φώτιζαν σκορπώντας άπλετα τις φωτεινές  ανταύγειες. Βελούδινες επιφάνειες στα έπιπλα περιγράφανε μέρες του ονείρου.

        Στο κάδρο ο Έρωτας χόρταινε τη δίψα του για ηδονή αναδεύοντας το αύριο  και το χθες στο κορμί της γυμνής γυναίκας. Ο λαιμός της από μέταλλο στιλπνό, στα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν τη σιωπή.

       Δυτικά η παντοδύναμη εταίρα, αισθησιακή εμφάνιση με το μοσχοβόλημά της ζωντανό. Υπογραφή: Στέβη.

        Παντού αγάλματα με μάτια φωσφορικά, πινακάκια με αγριμάκια στις πηγές να πίνουν νερό, χρυσαφένια μαλλιά λευκόθεων κοριτσιών να πιάνονται σε δίχτυα.   

        Άρχισε ο χορός.  Η ζωγράφος η Στέβη ήρθε ντυμένη Κολομπίνα. Η σάρκα μου πόνεσε στα χτυπήματα της καρδιάς μου, το άρωμά της ανάβλυσε καυτό και θείο από το φλεγόμενο σώμα της.

       Άλλαζε τους καβαλιέρους τον έναν μετά τον άλλον. Κι όταν ήρθε η σειρά μου, άπλωσε τα χέρια της και μου ψιθύρισε  << έλα ! >> με χείλη φωτιά και μ’ έριξε στην αγκαλιά της. Μοσχοβόλησε ο κόρφος της. Βαριά μυρωδιά απόπνεε το σώμα της. Αποκαρώθηκα. Βάρυναν τα πόδια μου, ένιωσα ανύπαρκτος, εξαντλημένος.

         Χόρευα κι έτρεχα δρασκελίζοντας σ’ όλη την αίθουσα, σφίγγοντας τους λεπτούς αγκώνες της με χάδι λεπτό. Σήκωνε τους ώμους της, με τρέλαινε με τις φιγούρες, μου ψιθύριζε λέξεις γυμνές με αιθέρια μουσική.

          --- Τι κάνεις; με ρώτησε και η φωνή της αεράκι μυρωμένο, χύθηκε μέσ’  από τη μάσκα.  Βρέθηκα κρεμασμένος στο τεντωμένο τύμπανο τ’  ουρανού.  

          --- Καλά! Μαθήματα πολλά και η κούραση ένα χλωμό φεγγάρι που δε λέει να δύσει! της είπα και άγγιξα την άκρη του στήθους της.

          ---  Τα αγαθά κόποις κτώνται! είπε και κόλλησε πάνω μου την ανάσα της.

           --- Κι εσύ; Κουράζεσαι πολύ;

          --- Πολύ!

          --- Τι φτιάχνεις;  

          ---  Ιδέες από χρώματα! Να έρθεις μια μέρα να τα δεις!

          Χόρευα ζώντας μόνο τη στιγμή.  Με ρώτησε:

          --- Πώς λειαίνεις το χρόνο σου; Πώς περνάς;

          --- Μουντζουρώνω χαρτιά, γράφω στίχους, φτιάχνω προτάσεις με ανεξίτηλα νοήματα.

          Γέλασε. Το άναμμα της φωτιάς στα μάτια της με τύφλωσε. Ω, τα μαλλιά της πως απλώνονταν γύρω της και πλημμύριζαν τους γυμνούς της ώμους.

       Και τότε πήρα την απόφαση.

       --- Σ’ έχω ερωτευτεί!  της ψέλλισα,  έχω πέσει σ’ έναν άνεμο δυνατό μαζί σου!  Κι εσύ το ίδιο νομίζω! Έλεος! Σώσε με!  

      --- Άνθισες παράκαιρα Δον Ζουάν μου! Μήνες τώρα στη λεπτή δόνηση της θαλάσσιας αύρας  που μπαίνει απ’ το παράθυρό μου διαβάζω την αγάπη ενός άλλου! Εκείνον αγαπώ κι όχι σένα! μου ψιθύρισε τραγουδιστά στ’ αυτί και με αποτελείωσε.

       Ένιωσα να λιώνουν κρύσταλλα, να πέφτουν πάνω μου και να με σφάζουν. Και μετά να θέλω να πετάξω τη μάσκα και να της αποκαλυφθώ! Δε με είχε γνωρίσει; Αγαπούσε άλλον; Τι ήθελε να πει; Ντράπηκα, δείλιασα δεν  το  ‘κανα και την άφησα να γλιστρήσει από τα χέρια μου πηγαίνοντας να βρει άλλον καβαλιέρο. Από κείνη τη στιγμή η ψυχή μου βάρυνε σ’ όλη τη ζωή μου.

 

 

 

              

      

                                          = = =        

 

 

     

 

        Τον Ιούνιο έφυγα για σπουδές. Το περίγραμμα των χειλιών της το θυμόμουν διαρκώς, παντού όπου και να ‘μουν με έραναν τα χρυσά ρόδα της. Ω, τα μαλλιά της… Δέκα χρόνια μετά στη γειτονιά την αναζήτησα στο μπαλκόνι με τους  δυο ερωδιούς.

        Πέρασα από εκεί. Τα παραθυρόφυλλα κλειστά, το σπίτι έρημο με τις αράχνες να του τρώνε τους τοίχους. Μαραμένα τα λουλούδια και η βοκαμβίλια απότιστη και ξερή.

        Σκυμμένη να κεντάει με πινελιές τους πίνακές της στο καβαλέτο της τη θυμήθηκα. Έτρεξα στη Σταθιώ. Έριχνε τα φλιτζάνια και ήξερε όλα τα σημάδια που είχαν ανοίξει οι σφαίρες τής φωτιάς στους ταπεινούς τής γειτονιάς.

        --- Με το φευγιό σου, μου είπε, τι σύμπτωση, έπεσε σε βαρυχειμωνιά. Δεν έβγαινε στο μπαλκόνι και στα μάτια της είχε δυο σύννεφα βροχής. Τις νύχτες έμενε άυπνη. Κάπνιζε πολύ και έπινε το ένα ποτήρι πάνω στ’ άλλο. Ασήμωσαν οι κρόταφοί της, το σώμα της γέρασε, τα όνειρά της έγιναν νεκρά όστρακα. Είχε τρελαθεί. Τον τελευταίο καιρό δια μιας άφηνε το σπίτι και πήγαινε στο κάστρο και ζωγράφιζε. Έστηνε το καβαλέτο της στο μπαλκόνι του και με ανασηκωμένα μαλλιά, και πετρωμένο βλέμμα σκορπούσε τις πινελιές της. Εκεί στην άκρη τού ύψους έπαιζε με τα σκοτεινά αγκαλιάσματα των καθημερινών πραγμάτων. Από έρωτα είπαν τα ‘κανε αυτά. Το σαπισμένο υλικό του την κατάντησε έτσι. Ποιον αγάπησε; Ποιος αναδυόταν στη ρωγμή τής ζωής της; Κανείς δεν το έμαθε ως τώρα.

        Ο χρόνος ξεχείλισε από τις όχθες του και μου ‘φερε στη μνήμη όλα τα θαυμαστά της. Η Σταθιώ συνέχισε:

       --- Κι ένα δείλι με τους βράχους τού κάστρου βαμμένους σε ροζ και τριανταφυλλί χρώματα γκρεμίστηκε κάτω. Όλο ζωγράφιζε, λένε, ένα παλικάρι, έναν άγγελο μ’ ένα λευκό γιασεμί στο χέρι. Πέταγε το ένα κάδρο κι έφτιαχνε άλλο. Αυτό την τρέλανε. Έρως ανίκατε μάχαν… Τι να πω. Πώς να ζήσει μια ζωή ασπρόμαυρη πίσω από τις πτυχές των πεθαμένων ημερών της;

       << Μ’ ένα γιασεμί στο χέρι; >>

       Όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο τής καρδιάς μου θα γράφω τ’  όνομά της και θα τραγουδώ με στίχους τη νεκρή ομορφιά της που μαστιγώνει, σκληρά, ανελέητα τη ζωή μου. << Στέβη! Ω, τα μαλλιά σου… >>

         ellinikoxronografima.blogspot.gr