Κυριακή 17 Απριλίου 2022

 

   Πασχαλινό διήγημα                         

    

                                   ΠηγούλαΕλλάδα: Το Πάσχα πριν 100 χρόνια μέσα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες

 

                                       Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

     Όταν  πήρα από τα χέρια της την << Αντιγόνη >> του Σοφοκλή,    ταράχτηκα.  Ένας φωτεινός ήλιος ήταν το πρόσωπό της, από μέταλλο φεγγαριού ο λαιμός της,  ρόδο ολάνθιστο τα δυο της χείλη.  Φορούσε ένα φουστάνι λινό, κόκκινα πασουμάκια και είχε τα σγουρά της τα μαλλιά στολισμένα με μικρές- μικρές ιωνικές πλεξούδες. Πρόσχαρη, με μάτια πράσινα, ζωηρά, που φεγγοβολούσαν σαν δυο φλόγες από φως. Τα δόντια της λευκά στεφανωμένα με το χαμόγελου του δειλινού. Τα στήθη της δυο ξεπεταρούδια που ράμφιζαν  τη σιωπή. Ντροπαλή και γλυκιά. Κοπέλα που θα τη ζήλευε το αγιόκλημα για την τρυφερότητά της, η ζωή για την ιεροτελεστία που έτρωγε το πικρό ψωμί της. Ψυχούλα που οι νύχτες της γίνονταν κορδελίτσες  ωχρές και της έπνιγαν τα όνειρα.  

    Κλειστήκαμε μαζί στης αγάπης το κλουβί. Η λύπη μας γινόταν χαρά κι ο ένας γέμιζε την αγκαλιά του άλλου με άνθη που είχαν τη γεύση του φιλιού.

     --- Πηγούλα!  της φώναζα κι ερχόταν και κούρνιαζε στην αγκαλιά μου σαν φοβισμένο πουλί.   Μήπως θέλεις να διαβάσουμε;

     --- Ουφ! Δεν τη θέλω άλλο την << Αντιγόνη >> εδώ  μου κάθεται! έλεγε κι έδειχνε το μέρος των σπλάχνων της.  Να διαβάσουμε <<Αγαμέμνονα >> θες;

     Το  κορμί της χόρευε λάγνο χορό σαν πήγαινε να φέρει το βιβλίο. Όταν ερχόταν και γέμιζε ήλιο το δωμάτιο, αρχινούσε:

       --- <<Τι γαρ γυναικί τούτου φέγγος ήδιον δρακείν, από στρατείας άνδρα σώσαντο θεού πύλας ανοίξαι; >>

        Ύστερα χάιδευε τα μυρωμένα μαλλιά της και μου έλεγε με τα μάτια της μεγαλωμένα:

         --- Μετάφρασ’ το!

          Εγώ την κοιτούσα σαν αιώνια χαρά και ψιθύριζα:

          ---  << Υπάρχει φως γλυκύτερο για τη γυναίκα να δει ζωντανό να γυρίζει τον άντρα της με του Θεού τη χάρη; >>

    Την άνοιξη ερχόταν στον κήπο μου. Οι πορτοκαλιές λεύκαζαν με λουλούδια τον έρωτά μας. Ακουμπούσαμε στα κλαδιά τους κι εκείνα γέρνανε τους κλώνους τους και της έραναν το μικρό της κόρφο με τρυφερά άνθη.  Αυτή έβαζε το χέρι της, γέμιζε τη χούφτα της και μου την έδινε να μυρίσω.  Εγώ γελούσα.  Ύστερα κουνούσα τα κλαδιά και τη γέμιζα με πέταλα στα μαλλιά, στους ώμους  και στη ζεστή της αγκαλιά. Αυτή χιονισμένη, γλυκά με κοιτούσε. Τα τίναζε κι εκείνα γλιστρώντας πάνω της έπαιρναν την όψη μικρών σταυρών.

       --- Ω! χαρά μου!  της φώναζα έτσι που ΄χεις φύλακες αγγέλους τόσους σταυρούς, τίποτα μη φοβάσαι!

       --- Τι να μου κάνουν, οι σταυροί! ψιθύριζε,  αυτοί είναι για να με σταυρώνουν!  Το φως σου εγώ θέλω!

     Μια φορά με πλησίασε λιχνίζοντας τον αέρα τής χούφτας της στα μάγουλά μου και μου είπε:

       ---  Θέλω κάτι να σου εξομολογηθώ! και ωχρίασε σαν τρέμουσα συμφορά.

      --- Τι, καρδούλα μου;   τη ρώτησα, μ’ ένα πηχτό αναστεναγμό.

      --- Θέλω να  σου  πω,  για  τις  συμφορές  μου,  και τα πράσινα μάτια της έβγαλαν μια θαμπή σκοτεινιά σαν μισοσβησμένο  ασημοκάντηλο.

      --- Αφού, τόσο το θέλεις! λέγε, ψυχούλα μου!  της αποκρίθηκα κι έπιασα τρυφερά τα κρυσταλλιασμένα χέρια της.

    Έβγαλε ένα σιγανό αναφιλητό κι άρχισε:

     ---  Πατέρα δεν έχω. Ζω με τη μάνα μου κι έχω τον αδερφό μου στη φυλακή. Πέρσι ήρθε ένα γράμμα με γραφή που έλεγε: << Ο υιός σας, αντάρτης του βουνού, συνεπλάκη με τις δυνάμεις του εθνικού στρατού, στα υψώματα του Γράμμου και ετραυματίσθη σοβαρώς εις το δεξιό άνω άκρον. Νοσηλεύεται στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Πράξατε τα δέοντα. Εκ του Γενικού επιτελείου στρατού >>.

      Στα βρόχια της ψυχής μας σπάραξε όλη η ζωή τού αδερφού μου κι πιάσαμε το θρήνο.  Καμία άβυσσος της σοφίας δεν μας εξηγούσε πως το νοικοκυρόπουλό μας, ο Άδωνής μας, κυλίστηκε στο χώμα και η θεϊκή του ομορφιά, ποδοπατήθηκε από τα αδέρφια του, της ίδιας πατρίδας. Και κλαίγαμε και σπαράζαμε, θρηνώντας,  όι! όι! Ήλιε μας, όι! όι! φωτεινέ μας Απόλλωνα!

       Και γύρισε - γύρισε ο τροχός του καιρού. Και μάθαμε πως θα μας έρθει φέτος. << Έρχεται! Έρχεται! Ο Λευτεράκης μας! >> φωνάξαμε κι απλώσαμε τα χέρια μας σαν κλωνιά κι ασπαστήκαμε η μία την άλλη. Το Μεγαλοβδόμαδο, μας παράγγειλε που έρχεται να τον περιμένουμε. Ένα κακό όνειρο ήταν όλα που πέρασε! Ένα ταξίδι μέσα από τις Συμπληγάδες, μία γεύση λεπίδας από τη φοβερή κόλαση του Δάντη. Η λήθη τώρα θα τα σκεπάσει και η μυρσίνη θα του ραίνει από εδώ και μπρος το ιππήλατο άρμα της ζωής του.

     Όταν τελείωσε, ο αέρας πήρε τα λόγια της και τα ‘κανε φτερό. Ύστερα κάτι φύσηξε σαν φίδι και η Πηγούλα, κιτρίνισε, σπάραξε και λύγισε σαν νεκρό λουλούδι στη γη. << Τι έπαθες, καλή μου; >> της ψέλλισα κι έσκυψα πάνω της. Δε μιλούσε πια. Με κοιτούσε άφωνη, χαμένα. Τα χεράκια της έτρεμαν κι ένας ψίθυρος σαν πνοούλα ανέμου άνοιγε τα μαραμένα χείλη της.

     Την πήγα σπίτι της. Στην πόρτα η μάνα της μόλις μας είδε κιτρίνισε σαν φύλλο και πήγε να πέσει. Τη βάλαμε στο κρεβάτι. Το δέρμα της ήταν άσπρο με τη μοίρα γύρω από τα φοβισμένα μάτια της να παίζει άσχημο παιχνίδι ενώ τα βουτηγμένα στο φως μαλλάκια της είχαν πάρει την όψη του φωτοστέφανου. Η ζεστασιά του σπιτιού έδιωξε την παγωνιά στο κορμάκι της και το ανάδεψε σαν ανεμώνη πληγωμένη από τον άνεμο. Ένα σπουργίτι περαστικό, πέταξε έξω από το παράθυρο και τη φώτισε με τη λαμπρότητα της πουπουλένιας του αμφίεσης. Ω! πόσο έμοιαζε της παναγίτσας εκείνη τη στιγμή! Μου ‘ρθε να σκύψω και να την προσκυνήσω! Τα συννεφάκια όμως στα μάτια τής μάνας της μου φάνηκαν στοίβες ψυχρές του αέρα  και δεν το  έκανα.

      --- Πώς  το    ‘παθε;  με ρώτησε και της χάιδεψε τα ανοιγμένα μάτια της, που έπαιζαν με το μπλε χρώμα τ΄ ουρανού και το πράσινο τής άνοιξης που έμπαιναν  απ’ το ανοιχτό παράθυρο.

      --- Μου ‘λεγε για το κακό που  βρήκε τον αδερφό της  πάνω στο βουνό,  και για τον ερχομό του το Πάσχα! Κι εκεί έπεσε!

     --- Σπαράζει το δόλιο και τρέμει σαν πουλί που ξεψυχά στην παγωνιά, σαν θυμάται το βελούδο τής νιότης και της ζωής του. Αδερφός της  είναι. Έρημα και τα δυο!  Ποιος να ξέρει την αλήθεια την πικρή για ό,τι του συμβαίνει; Έχει ραγισμένη καρδούλα η Πηγούλα μου! Οι γιατροί δεν μπορούν να τη γιατρέψουν! Όταν η χορδή της χαϊδεύεται από την κόψη του πόνου, την πιάνει! Έτσι θα ψυχομαχεί ώσπου να γίνει λευκή περιστέρα η ψυχή της και να πετάξει κοντά στο Θεό!

     Έμεινα άλαλος. Η αύρα που φυσούσε μέσα μου, έγινε κρύος βοριάς. Μια γλυκιά ανατολή που πάντα έβλεπα πήρε την όψη της άγριας δύσης. Στάθηκα πάνω από το κεφάλι της, χάιδεψα τα στάχυα των μαλλιών της  και την άγγιξα στο μέτωπο, ενώ δακρυσμένος της ψιθύριζα στίχους ανθολογημένους της στιγμής.              

     Συνήλθε κι έφυγα. Στο δρόμο προσευχόμουν στο Χριστό που θα ανασταινόταν, ν’ ακούσω το τραγούδι της και πάλι. 

 

 

                                           =  =  =  

 

 

        Και ήρθε η Μεγάλη Παρασκευή κλαίουσα. Τα κορίτσια με τις κρυφές συλλαβές στα χείλη είχαν στολίσει τον επιτάφιο και βύθιζαν το στυφνό τους χαμόγελο στο λόγο των ψαλμών που χυνόταν σαν ευωδιά. Οι μοιρολογήτρες θρηνούσαν γλυκά: << Ω. γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου, τέκνον, που έδυ σου το κάλλος; >>  Ο όμορφος Άδωνης κάτω από τους ανθούς, ήλιος φαιδρός, απάστραπτε ωσάν Λόγος. Ο πόνος του στα ρόδα μέσα δοξαζόταν από τις ξανθιές στρατιές των αγγέλων. Οι αναπνοές της άνοιξης που έμπαιναν από την πόρτα, αναφτέρωναν το νου των πιστών στης Ανάστασης το θαύμα που θα ερχόταν.

      Η Πηγή με τη μάνα της στο δεξί ψαλτήρι κοιτούσαν τις πληγές του Χριστού που έλαμπαν σαν ανεμώνες ματωμένες. Στο Άγιο Βήμα η φωνή του ιερέα θρηνούσε ψάλλοντας,  << … τον εν τω Σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού >>.

        Έσκυψα και προσάναψα το κερί μου από το δικό της. Κι ως με είδε, ένα μούρμουρο έφυγε απ’ τα γλυκά της χείλη: << Μάτια μου, εδώ είσαι! >> ψιθύρισε και σκυφτή μ’ αγκάλιαζε με τη φλόγα των ματιών της.

        Ο θρήνος βαστούσε. Ένας λεβέντης τότε. λάμπισμπα των κοριτσιών και της νιότης, διάβηκε τη θύρα της εκκλησίας και στάθηκε ορθός με το δεξί του χέρι ξύλινο, μπροστά στον νεκρό Άδωνη. Είχε το σώμα τού Απόλλωνα, την όψη τού χορευτή και στα μάτια του το ζωοποιό πνεύμα της αγνότητας. Φορούσε στρατιωτική στολή και τα χείλη του έμοιαζαν με ζωγραφιστό τραγούδι Σειρήνας.

    Τούτο που έγινε κι αν είναι αληθινό. Το σκούξιμο της μάνας, φως άστραψε λαμπερό. Ω! χαρά της μπροστά στον απονεκρώντα Χριστό! Χίμηξε και σκυφτή αγκάλιασε το γιο της μ’ ένα ξέσπασμα θρηνητικό.  << Γιε μου, Λευτέρη μου! >> και τον χιλιοφιλούσε. Πίσω της η Πηγή, έτρεμε σαν ξερό φυλλαράκι. Όμως σ’ του χειμώνα της την καρδιά ένα ρόδο βλάστησε και μπήγοντας τη φωνή: << Λευτέρη μου, αδερφέ! >>  έσμιξε κι αυτή μαζί τους και κρεμάστηκε σαν ανθός στο ζηλευτό του στήθος. Ύστερα μέσα στο θάμπος του φωτός σπαράζοντας και οι τρεις βγήκαν έξω.

 

 

                                         = = = 

 

 

     Την Ανάσταση η Πηγή έλειπε από την εκκλησία. Εμένα μ’ έζωσαν τα φίδια της κόλασης. Όλη τη νύχτα μετά το αναστάσιμο τραπέζι, έμεινα άυπνος ενώ φανταζόμουν συνεχώς πως άπλωνα το χέρι, σπιθαμή- σπιθαμή, να πιάσω την Πηγή, κι όλο την έχανα. Το μεσημέρι της Λαμπρής, έβαλα στην πετσέτα δυο κουλούρια και δυο κόκκινα αυγά κι έτρεξα στο σπίτι της. Στην αυλή της ένα πλήθος κόσμου ήταν μαζεμένο, σταλμένο από το σύννεφο τής συμφοράς, με τις καρδιές τους σαν φύλλα κίτρινα και την ψυχή τους να τη σκιάζει η μαυρίλα. Μπήκα μέσα. Είδα την Πηγούλα μέσα στο φέρετρο νεκρή και γύρω της οι μοιρολογίστρες τραγουδούσαν το κάλλος της που έδυσε. Γονάτισα. Ασπάστηκα το ωχρό της πρόσωπο που φωτιζόταν απ’ το αγιοκέρι και της ψέλλισα : << Χριστός Ανέστη! >>  Έμεινε ασάλευτη. Οι μόσχοι της δεν υπήρχαν πια. << Πας, πέθανες, Πηγούλα!  Κι εγώ που ήρθα να σου διηγηθώ τ’ όνειρο που είδα για σένα, σε ποιον θα το πω, τώρα!  Αχ, και να ήταν ψέμα ο θάνατός σου σαν μια περαστική μαυρίλα! >> πρόσθεσα  κι άρχισα μέσα σε λυγμούς να της διηγούμαι τ’ όνειρο:

   << Σε λιβάδι είμαστε, χλωρό κι ανθισμένο. Εγώ, εσύ κι ο αδερφός σου ο γενναίος. Μ’ άνθη σ’ έρανε η φύση και έπαιζαν μουσική οι κλώνοι με του αγέρα την πνοή. Χαρούμενη ήσουν πολύ. Τι και του αδερφού σου τα χέρια ήταν και τα δυο γερά. Νερό κρύο έπιανε από τη  πηγή και με τις χούφτες του σε πότιζε. Εγώ κρίνα σου μάζευα λευκά και στεφάνι σου έφτιαχνα γεμάτο κρυφή χαρά. Κι όταν βιάστηκες να πας σε ανθισμένη μυγδαλιά  σε γέμισε με άνθη, στο κεφάλι, στους ώμους και στην αγκαλιά. << Αχ, τι βιάστηκες να γίνεις νυφούλα τόσο νωρίς; >>  σε ρώτησα και σε φίλησα γλυκά. Εσύ μια αχτίδα τόση δα έγινες με μιας που σαν νυμφίος ολόφωτος ανένηψα εκ του σκότους μου της φθοράς >>.

    Στα τελευταία λόγια, αναλύθηκα σε λυγμούς. << Αγνή   μου, Πηγούλα! >>  φώναξα και αγκάλιασα το άψυχο μυροφόρο σώμα της.   << Φρίττουσιν οι νόες μπροστά στο κάλλος σου, που έδυ! Μικρή μου καταλάμπουσα αστραπή, στο καλό! >>

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

   

 Διήγημα

 

 

                                          Ο  Ανθόλαος Σταύρωση κι ανάσταση στήν ποίηση

  

 

                                                       Του Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

 

 

      Ένας ανεπαίσθητος ήχος τράβηξε την προσοχή του Ανθόλαου, που ξαπλωμένος κάτω από το χαμηλό ξύλινο καλύβι, διάβαζε λαίμαργα τους << Άθλιους >> του Β. Ουγκώ και τον έκανε να πεταχτεί και να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές στον αέρα. Κι αμέσως είδε δυο χωροφύλακες να ορμούν σαν πεινασμένα τσακάλια και να του περνούν τις χειροπέδες στα χέρια.  Ένας οξύς πόνος τον διαπέρασε στην καρδιά και για δευτερόλεπτα σκέφτηκε πως η σύλληψή του ήταν ψέμα.  Γρήγορα όμως σαν άστραψαν στα μάτια του τα δυνατά χαστούκια των μπράβων της εξουσίας κατάλαβε πως η ζωή του τελείωνε. Και χωρίς αντίσταση παραδόθηκε στο τέρας που με τη μύτη της ξιφολόγχης χάραζε τα κορμιά των ελλήνων και τα γέμιζε πληγές στα μπουντρούμια και στις φυλακές.  

     --- Συμφορά μου! φώναξε πίσω του η μάνα του και όρμησε σαν άγρια λέαινα να ξεσχίσει με νύχια και με δόντια τους βασανιστές του γιου της. Αυτοί την έσπρωξαν με τα γκλομπς, την ξάπλωσαν κάτω κι έφυγαν.

     Μαζί τους κατέβηκαν αμέσως στην πόλη και τα ξυράφια του χωριού να τον σώσουν! Ο πρόεδρος, ο δάσκαλος, ο παπάς, ο ψάλτης και ο αγροφύλακας. Όλοι τους  υπηρέτες πολλών αφεντάδων και πολλών δοσίλογων. Του κάκου όμως! Η αδίστακτη εξουσία του διοικητή της αστυνομίας τους δέχτηκε με νύχια που έσταζαν αίμα. Στο σώμα του Ανθόλαου οι νωπές πληγές άχνιζαν αίμα ζεστό και πόνο. Οι φωνές του έσχιζαν τις καρδιές σαν κοφτερά γυαλιά και η χλωμή ώρα που έπαιρνε της μορφή της Μέδουσας έσταζε δηλητήριο εθνικό.

     --- Καλά να πάθει! τους είπε ο αστυνόμος, αφού προτιμούσε τα κόκκινα παιχνίδια από τα εθνικά στρόλια!

     Έφυγαν με το κεφάλι γερμένο, ντροπιασμένοι για την  ήττα τους αλλά και με την υποκρισία να βασιλεύει στα μάτια τους με το βλέμμα της έχιδνας.  Στα παράθυρα όλοι οι Φαρισαίοι του χωριού, ψιθύριζαν μετά τη σύλληψή του:

      --- Το μάθατε;

      --- Ποιο;

      --- Αυτό με τον Ανθόλαο! Τον  έπιασαν! Τον πήγα στο φρέσκο! 

      --- Γιατί; Σφάχτηκε με κανέναν;

      --- Όχι. Ήταν λένε κομμουνιστής!

     --- Κομμουνιστής;

     --- Ναι, κομμουνιστής!

     --- Και τι έκανε;

     --- Βαστούσε ένα δεφτέρι γραμμένο όλο με επικίνδυνα ρητά. Να τέτοια: << Η κόκκινη επανάσταση φτάνει >>, << προλετάριοι όλης της γης ενωθείτε! >>, << πότε θα κάνει ξαστεριά >>, << ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή >>, << ο σοσιαλισμός θα σώσει τον κόσμο >> κι άλλα πολλά.

     --- Και τι κακό είχαν αυτά;

     --- Τίποτα. Προφάσεις για να τον χώσουν μέσα.

     Όλοι κάτι είχαν να πουν για τον Ανθόλαο κι όλοι τον θαύμαζαν. Τέτοιους λεβέντες λίγους γεννά η φύση.  Τον έφτυναν για να μην το ματιάσουν για την εξυπνάδα του, τον χαίρονταν για το κοφτερό μυαλό του,  και τον θαύμαζαν για τη λυγεράδα και τη δύναμη του κορμιού του. Πουλιά έπιανε στον αέρα, ψύλλους πετάλωνε και κανένας κανόνας της γραμματικής δεν του ξέφευγε. Όμως του έκοψε το βήχα της προόδου ο καθηγητής των θρησκευτικών  και τον έστειλε από τον παράδεισο της γνώσης σ’ εκείνον της αμαρτίας της κόλασης.

     Ακόμη λίγο και θα κέρδιζε στο στούμπο το Μήτσο της Σοφούλας ο Ανθόλαος όταν τον άρπαξε απ’  σβέρκο ο Φαρισαίος δάσκαλος κι αφού τον χαστούκισε του είπε με φωνή που έμοιαζε με ουρλιαχτό:

      --- Αύριο τα λέμε!

     

 

 

                                               = = =

 

 

     --- Κηρύσσω την έναρξη της απαγγελίας του << Πάτερ ημών >> ακούστηκε την άλλη μέρα στην τάξη η φωνή του θεολόγου καθηγητή και κοίταξε τον Ανθόλαο με βλέμμα ύαινας.  Ύστερα είπε: Ανθόλαος Σγουρίτσας του Ελέημονος και της Λεμονιάς απάγγειλε πρώτος!

     Σηκώθηκε και ο Ανθόλαος και άρχισε φοβισμένος:

     --- Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, παρελθέτω η αδικία σου, γεννηθήτω το κατόρθωμά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον κουμούτσιον πάρ’ τον από τους πλούσιους και δος ημίν σήμερον και αύριο και μεθαύριο και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

     Έμεινε ο σοφός καθηγητής!

     --- Λες ανοησίες, μπολσεβίκε! Έξω γρήγορα!  του φώναξε και του έδειξε την πόρτα.

     --- Χάσου εσύ και το πανεπιστήμιό σου! του είπε και ο Ανθόλαος και πετάχτηκε από την πόρτα σαν πυροβολημένος.

                                                 = = =

 

 

     Από τότε χάθηκε ο Ανθόλαος. Πιλάλαγε μέσα στα χωράφια σβαρνίζοντας με τα πόδια του τις ξερές μάτζες, μετρώντας τα τσιμπήματα που του έκαναν στις κνήμες οι σφήκες και επουλώνοντας με σβουνιές τις πληγές που του άνοιγαν οι στουρναρόπετρες και οι άπονες αφαλαρίδες. Έδιωξε και το βιβλίο από την κωλότσεπη κι έβαλε το σουγιά. Έπιασε φίλο το τσιγάρο, στέλνοντας τα γράμματα και τη μόρφωση στο διάβολο. Ακόμη αριστέρεψε, ξέχασε τον ελληνισμό και σύμφωνα με τις κακές γλώσσες έγινε μπολσεβίκος. Κι αυτά τα έλεγαν οι εθνικόφρονες και υπαινίσσονταν πως σκοπεύει να φέρει την πατρίδα τούμπα αφού και για τη θρησκεία δεν έδινε έναν παρά αλλά και για την οικογένεια δεν ενδιαφερόταν. Επίσης ψιθύριζαν πως ζητούσε να κρεμάσει στη θέση της γαλανόλευκης την κοκκινοκουρελού του Στάλιν. Έτσι του έφτιαξαν φάκελο, κατέγραφαν τη δράση του και τον κατασκόπευαν ανελλιπώς όλη μέρα. Και όταν έκριναν με τον καιρό πως έγινε  επικίνδυνος για το καθεστώς έδωσαν το πράσινο φως στους μπάτσους τους και τον συνέλαβαν!  Τον πέρασαν από το στρατοδικείο και τον καταδίκασαν για << παράνομες πράξεις κατά του καθεστώτος >> και τον έκλεισαν για πέντε χρόνια στο στρατόπεδο της Γυάρου και δυο στις φυλακές της Κασσανδρίας. Εκεί έμαθε πως οι σωτήρες του αυνανίζονταν σ’ ένα ζωγραφισμένο πουλί με γραμμένο στα πόδια του το τρίπτυχο, Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών!

 

                                              = = =

 

     Πέρασε ο καιρός, βγήκε από τη φυλακή, και γύρισε στο χωριό, αφήνοντας πια για τη μνήμη του τη ματωμένη εξορία. Έπιανε μόνιμα καρέκλα στου Ψαρούλια τον καφενέ κι άδειαζε  τα κρασοπότηρα το ένα πίσω απ’  τ’  άλλο. Του έφερνε και ο καφετζής μια σαρδέλα στο χαρτί και του έλεγε σαν την έβαζε μπροστά του:

     --- Φάε και πιες, Ανθόλαε και γράφ’ τους εκεί που ξέρεις! 

      Αυτός την τεμάχιζε με το σουγιά κι έτρωγε. Έπινε ύστερα τα ποτηράκια του και αφού τα έτσουζε, αρχινούσε:

     --- Που λέτε τσίφτηδες, εκεί στη φυλακή όλα τα αλάνια ήταν εξηγημένα. Μου φέρονταν όμορφα, με φίλευαν τσιγάρα, φωτιά, τράπουλα, ξυράφια, μού πάσαραν χαρτί και μολύβι να γράφω τους στίχους μου για να φέρω στο φως  τα βάσανα της φυλακής.

     Ύψωνε το ποτήρι, έλεγε άηχα, << εσείαν >> και συνέχιζε:

      --- Ήταν κι ένας νησιώτης, άσχημος με κεφαλή ταύρου που τραγουδούσε ολημερίς καλλίφωνα. Έπαιζε και μπαγλαμά, αιωνία του η μνήμη! Αυτός λοιπόν ο καλλιτέχνης, ήρθε ένα βράδυ και κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι μου. << Το πρωί >> μου είπε με φωνή πνιγμένη στο φόβο, << Ανθόλαε δε θα με βρει! Σου χαρίζω το μπαγλαμαδάκι μου να το παίζεις όταν οι μέρες και οι νύχτες σας τρυπάνε με τα σουβλιά τους για να διασκεδάζετε! Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα! Το πήρα απόφαση να σβήσω τα υπόλοιπα κεράκια μου! >>   Δεν τον πίστεψα και γέλασα. Να, όμως που το πρωί τον βρήκαμε κρεμασμένο μ’ ένα σύρμα απ’ τη σωλήνα της βρύσης.

    Έμπαινε και η γουστερίτσα η Ελάη μέσα στον καφενέ μέρα παρά μέρα και τον έκανε μπαρούτη.  Ερχόταν με τον μπότη να πάρει κρασί και του άναβε φωτιές που έκαιγαν μερόνυχτα. Άφηνε το κομπολόι του πάνω στο τραπέζι ο Ανθόλαος και την πλησίαζε. Γονάτιζε μπροστά της και σαν ζεσταινόταν η καρδιά του από τη θέρμη του κορμιού της, της έλεγε με ποιητικό οίστρο:

    --- Γιατί μ’ αποφεύγεις αστροφεγγιά μου;

    Έσκυβε εκείνη τον κοίταζε στα μάτια και του ψιθύριζε:

     --- Δεν τα  ‘παμε; Είσαι επικίνδυνος!

     --- Εγώ; Μυρμήγκι δε ζουπώ! τραύλιζε εκείνος και άπλωνε το χέρι του ν’ αγγίξει το δικό της.

     --- Το λένε, όλοι πως μπολσεβίκεψες! του έλεγε και τραβιόταν από κοντά του.

     Σερνόταν ο Ανθόλαος στα γόνατα και την κυνηγούσε ενώ της μιλούσε με παράπονο, λέγοντάς της:

     --- Και είμαι κακός;

     Σήκωνε αυτή τους ώμους και του ψέλλιζε αδιάφορα:

     --- Τι ξέρω εγώ! Έτσι λένε…

     Έφευγε η Ελάη με τον μπότη στην μασχάλη, έμενε ο Ανθόλαος καθώς λέει και ο ποιητής των Ελλήνων << μισός κερί, μισός φωτιά >>. Σκόρπιζαν σιγά- σιγά και οι πότες κι απόμενε ολομόναχος με τον καφετζή.

  

 

                                             = = =

 

 

    Έτσι ζούσε πια ο Ανθόλαος. Με το μπουκάλι γεμάτο αλκοόλ στο χέρι και τα γένια του πάντα κρασωμένα. Ασκητής και διακονιάρης, ξεπορτισμένος και ξεμοναχιασμένος, έρημος  και πένης. Από κοντά και η Άτροπος που φαίνεται τον  λυπήθηκε και αποφάσισε να του κόψει το νήμα απ’ το κουβάρι της ζωής, στέλνοντάς τον στον τόπο το χλοερό να βρει την ησυχία του.

     Μεγαλοσαββατιάτικα μπήκε να πιει. Ήταν η τελευταία του Ανάσταση και η τελευταία του οινοποσία! Ήπιε, ήπιε του σκασμού και σαν έγινε σκνίπα και ζαλίστηκε απόμεινε στην καρέκλα ασάλευτος να ονειρεύεται τη χαμένη του ζωή. Η εκκλησία σχόλασε και ο κόσμος έτρεχε στα σπίτια να γευτεί τη μαγειρίτσα, να τσουγκρίζει τα κόκκινα αυγά και να ευχηθεί ασπαζόμενος αλλήλους, το << Χριστός Ανέστη >>. Είδε όλο αυτόν τον κόσμο ο Ανθόλαος και σηκώθηκε να πάει στο δικό του σπίτι. Λίγα μέτρα όμως πιο κάτω δεν είδε το ξεχασμένο βίντζι έξω από του Λυμπέρη το λιτρουβειό και σφηνώθηκε πάνω του. Χτύπησε στο κεφάλι και τα γρανάζια του τροχού του το ‘καναν σάψαλο.

      Ένας χριστιανός περαστικός με τη λαμπάδα στο χέρι, τον είδε κάτω αιμόφυρτο κι έσκυψε πάνω του. Με φωνή ύστερα σβηστή, φώναξε στο διπλανό του:

      --- Σκοτώθηκε! Οχ, πάει ο έρημος!

      --- Τζάμπα πήγε! είπε ο άλλος. Να έλειπε το βίντζι!  Σκουριά ήταν και τίποτ’ άλλο! Τι τ’  άφησαν εδώ!

     Από το ναό της Παναγίας η φωνή του παπά ακουγόταν να ψέλνει: << Χριστός Ανέστη εκ νεκρών! >>

     Πιο πέρα από το νεκρό Ανθόλαο οι ευχές έπαιρναν κι έδιναν:

     --- Χριστός ανέστη!

     --- Αληθώς Ανέστη!

     Τους άκουγε ο γονατισμένος και τους φώναξε πιάνοντας το χέρι του νεκρού:

     --- Τι Αληθώς Ανέστη, χριστιανοί μου; Αληθώς απέθανε να λέτε! Δεν τον βλέπετε που είναι νεκρός;

    Στράφηκαν όλοι και κοίταζαν το νεκρό Ανθόλαο.  << Αληθώς εστί! Είναι νεκρός ! >> ψέλλισαν με μια φωνή κι έκαναν το σταυρό τους.

    Ενώ τον έφερναν στο σπίτι για να τον ετοιμάσουν για την ταφή από ένα παράθυρο η φωνή του λαϊκού ποιητή που ακούστηκε να ψέλνει τον αυτοσχέδιο και παραφρασμένο στίχο, έλεγε:

     --- Έφριξεν η γη και ο ήλιος Ανθόλαε, εκρύβη!

         ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

    

 

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

 

Μ ε την πένα

 

                                                       Απριλιάτικα Pin on Εικόνες

 

                                                       Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

           Ρωτήστε τους πολιτικούς  να σας πουν τι είναι το παναγιόχορτο και τι το πολυκόμπι. Θα ξινίσουν τα μούτρα τους, θα φέρουν με θεατρική τραγικότητα το χέρι στη γραβάτα τους και θα σας παρατήσουν, μπαίνοντας στο πλησιέστερο εστιατόριο να κάνουν το χατίρι  της αυτής μεγαλειότητας της κοιλιάς τους. Κι αφού φάνε το καταπέτασμα και γίνουν στουπί, θα θυμηθούν ψήφους, μίζες, παραμίζες και λαγούς με πετραχήλια.   Αυτοί ξέρουν μόνο να βαστάνε το στέμμα τους και να το ψηλαφίζουν για να βλέπουν αν στέκεται στη θέση του. Μιας και έχουμε Απρίλη, αν τους πεις: <<Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη, η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι, με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει, όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει… >> θα το βάλουν στα πόδια να πάνε για ψήφους γιατί θα βρουν κάποιο << υπονοούμενο >> στα χρυσάφια του Σολωμού πως μιλάει για εκλογές!

         Γι’ αυτό, είναι που είναι μικρονοϊκοί τιποτάκηδες, ας τους βάλουμε στην άκρη, τώρα τον ξανθό Απρίλη και να ριχτούμε με ζέση σε ότι ανθισμένο έχει να το μυρίσουμε, ότι μυρωμένο να το ψαύσουμε. Αυτοί οι τεμπελχανάδες και χωρίς εμάς έχουν πολλά να κάνουν. Θα πάνε σε νύχτες ηδονικές, θα νομοθετήσουν πάνω σε στήθη ερωτικά, θα ταξιδέψουν για βασίλεια ξένα, προμήθειες για να φάνε το καταπέτασμα, θα χαλάσουν τον κόσμο  να τις  βρούνε. Κι εμείς θα πάμε στην εξοχή. Να μαζέψουμε θυμάρι, να κόψουμε μαργαρίτες, νερά να δούμε καθάρια, με μοσχοβολήματα και αρώματα να ευωδιαστούμε.  Ν’ ακούσουμε το αστείρευτο κελάηδισμα του κότσυφα, το εωθινό της αηδόνας, τα τσιριτρί του κορυδαλλού, της πέρδικας τον  ύμνο τον ερωτικό. Να θαυμάσουμε  τον ιππέα  σαλίγκαρο  στο φύλλο της χλόης, τον όφι να προγκίξουμε κρυμμένο στο θάμνο, με τις μελισσούλες που ρουφάνε  το νέκταρ των ανθών νοερά να πετάξουμε στον καθαρό ουρανό.   

         Μετά στεφανωμένοι με μάηδες, κάτω από το γερο πεύκο, ψύχραιμα να σκεφτούμε: Τι πταίει που δεν ασκείται πολιτική  στην πατρίδα εδώ και δέκα χρόνια. Που οι δανειστές έγιναν εφιάλτες και ζητούν στανικώς ακόμη και τη σφέρτσα να μας πάρουν. Να ξεκαθαρίσουμε αν οι Ελλαδίτες πολιτικοί αντιστέκονται στις διαπραγματεύσεις ή κοιτάνε να σώσουν το πελατειακό τους κράτος. Οι φίλοι τους τα   ΜΜΕ τι ρόλο παίζουν; Είναι με το λαό, τους σκυφτούς εργάτες, τους αρρώστους, τους άνεργους, τους πεινασμένους, με όλους εκείνους που βασανίζουν η ανέχεια και η φτώχεια ή πουλάνε φούμαρα και στηρίζουν, ένα ανάπηρο κράτος κι ένα ανάπηρο μηχανισμό; Ένα μηχανισμό ντυμένο με κόκκινες, πράσινες και γαλάζιες  φιοριτσούρες, στημένο με εξωφρενική αυθαιρεσία για μια συνεχόμενη κοινωνική ευτέλεια.

       Ευτέλεια; Ως πότε; Όχι λέει ο λαϊκός εκφραστής: <<Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη, ας πιούμε ξέχειλη τη δόξα, παλικάρια. Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει>>.

         ellinikoxronografima.blogspot.gr