Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

 

                                Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

  ΔιήγημαΜαθήτρια. — Φωτογραφία Αρχείου © piotr_marcinski #40997263

                                Ευρυάλη η αριστούχος

           

             Ήρθε και τούτο το καλοκαίρι μ’ άδεια τα αμπάρια του και  το κορμί του πληγωμένο και βαριά άρρωστο. Οι λόγγοι έδιωχναν τους κότσυφες, κάθε κρουσταλλένιο σφύριγμα στον κάμπο έσβηνε στη σιωπή και οι ψυχές μας αφανίζονταν φυλακισμένες στης τσίτσιδης φτώχειας το κλουβί.  Ο άρτος σκαστός από την κόφα, το όσπριο λίγο, το κολοκύθι του κήπου  άγλυκο και διψασμένο.     Προσμέναμε τα χειρότερα και για να μη έρθουν, έπαιρνα το φίλο μου τον Πορφυρίωνα και σκαρφαλώναμε στο βουνό. Αφανισμένοι εκεί ημερεύαμε τις Λερναίες Ύδρες, ξεγελούσαμε τις Χίμαιρες και τις νύχτες το πνεύμα μας ασκούσαμε να βρούμε το σωματίδιο του θεού που έφτιαξε τον ουρανό, τη γη και τον ωκεανό.

            Χωμένοι σε μια σπηλιά, διαβάζαμε απ΄ το τριμμένο μυθολογικό έντυπο τη μάχη που έδωσε ο γλεντζές  Δίας  με τον τρομερό εχθρό του Τυφωέα για το θρόνο, τη φυγή του Δία στην Αίγυπτο, τη μεταμόρφωσή του σε ζώο και το ταξίδι του Τυφωέα στη Συρία. Εκεί πιάστηκαν στα χέρια.  Άρπαξε τότε το δρεπάνι ο Τυφωέας και χρατς κόβει τα νεύρα απ’ τα χέρια και τα πόδια του Δία και τον κάνει ανίκανο και κουτσό. Ύστερα τον έκλεισε σε μια σπηλιά χωρίς νερό, χωρίς τίποτα. Ο Ερμής όμως βοήθησε και ο Δίας  ξαναγύρισε στον αγώνα και κεραυνοβολώντας τον Τυφωέα τον ανάγκασε να πάει στην Αίτνα. Εκεί ο Δίας τον συντρίβει κάτω από το βουνό.

           --- Ασυναρτησίες, έλεγε ο Πορφυρίωνας, έτσι τα γράφουν οι δολιχοκέφαλοι καλαμαράδες, οι τρανοί να συντρίβουν τους αχαμνούς!  Θα ‘ρθει όμως καιρός που και οι αχαμνοί θα τους μπήξουν το νύχι στο πετσί!

            Σε λίγο η συμμορία αύξαινε με την προσθήκη της Ευρυάλης. Αφήναμε τη σπηλιά και πηγαίναμε στο δάσος να μαζέψουμε κολεόπτερα.

Τα ήθελε η Ευρυάλη για το εργαστήρι της ανατομίας αφού θα γινόταν στο μέλλον ιατρός όπως έλεγε. Καταλήγαμε μετά στο ποτάμι το στολισμένο με τα φύλλα της κλαίουσας. Στεκόμαστε στην όχθη του και πετροβολούσαμε τα βατράχια μέχρι να πάθουν εντερορρηξία! Τα μαζεύαμε και τα καρφώναμε πάνω σε ξύλινους σταυρούς και με μια μικρή λιτάνευση τα θάβαμε στην άμμο. Τους μπήγαμε και τρία βούρλα για κεριά στον τάφο και χαράζαμε μ’ ένα ξύλο το επίγραμμα: << Ενθάδε κείτονται σφάρδακλοι πεσόντες  υπό άναρχης τριμελούς συμμορίας. Ως και η Ευρυάλη, αρόγιαστη ακόμη μέλλουσα ιατρός,  έβαλε  το  χεράκι της >>.

         --- Άσε μωρή, τα σφαρδάκλια! της έλεγε η μάνα της και διάβασε και κανένα βιβλίο να μπεις στο πανεπιστήμιο, μου θες και γιατρική κιόλανε, χάθηκε να γίνεις μαμή να ξεγεννάς τις γκαστρωμένες  και να κάνεις ένα μπόγο λεφτά! Είσαι και αριστούχα πανάθεμά σε αλλά από μυαλό ντιπ, κουρκούτι!

        Την κοιτούσε παράξενα η Ευρυάλη και της απαντούσε:

         --- Γιατί ρε μάνα;

         --- Γιατί όξινος και ξερός…

         --- Τα ‘μαθα το ρέζους…

         --- Μένα μου λες! Να το μάθεις καλύτερα! Μυαλό είν’ αυτό, ξεχνάει!

         --- Δεν μπορώ να διαβάσω άλλο, κουράστηκα! Οι νευρώνες μου κλατάρισαν, θέλουν ανάπαυση! 

         Άπλωνε τα χέρια της να την καταχεριάσει μα η Ευρυάλη πουρλακούσε σαν όρνιθα και της ξέφευγε. Την έπαιρνε στα κοντά εκείνη, τη φοβέριζε και της φώναζε:

         --- Ου να μου χαθείς, αχαϊρευτη! Σερνίκωσες και γυρνάς με τον Πορφυρίωνα και τον Τροφώνιο στα ρέματα και στα ρουμάνια και δε νοιάζεσαι ρούπι μη σου βγάλουνε τα μάτια! Για μαζέψου, γύρνα σπίτι και πέσε στο διάβασμα για να μη ρίξεις κουτουλιά στον τοίχο μεθαύριο!

 

 

                                            = = =

 

         Τα πρωινά κλεινόμαστε στη σπηλιά και οι τρεις. Θέλαμε να ρίξουμε την αστική τάξη και ροκανίζαμε το Μαρξ με τα εξώφυλλα.

         ---  Μαρξιστές μου εσείς! μας έλεγε η Ευρυάλη, αρχίζουμε: κι έβγαζε το μανιφέστο σε ξεθωριασμένο καφέ χρώμα απ’ τον τσιτωμένο κόρφο της.

         --- Να διαβάσω εγώ! ζητούσε ο Πορφυρίωνας να δω αν μου πάει για σύντροφος!

         --- Δεν έχει να διαβάσει κανένας, τον έκοβα και απλώνοντας το χέρι, έπαιρνα το βιβλίο. Θα διαβάσω εγώ γιατί σκοπεύω να ηγηθώ του αριστερού κινήματος και θέλω να κάνω τις πρώτες μου δοκιμές σε ακροατήριο!

         Άνοιγα το μανιφέστο διορθωμένο σε πολλά σημεία με δικές μας παρεμβάσεις και άρχιζα να διαβάζω το κεφάλαιο με την επικεφαλίδα: αστοί και προλετάριοι: << Η ιστορία κάθε κοινωνίας από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα είναι ιστορία ταξικών αγώνων. Λεύτεροι και δούλοι, πατρίκιοι και πληβείοι, μάστορες και καλφάδες, βαρόνοι και δουλοπάροικοι, εν ολίγοις για να μη πολυλογούμε, καταπιεστές και καταπιεσμένοι, βρίσκονταν και βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους και σε αγώνα χωρίς τέλος για το ποιος θα επικρατήσει. Όφελος για όλους θα είναι να πάψει  η πάλη, να ‘ρθει η στιγμή του παράδεισου, φτωχοί, μοιραίοι και αδικημένοι το βάσανο να ξεχάσουν της ζωής >>.

           Τα λόγια με συνέπαιρναν, ύψωνα τη γροθιά μου, πολύ χαιρόμουν τους Μήδες και τους Κροίσους να συντρίψω, τη γριά τσίτσιδη φτώχεια σε βάραθρο δυσθεώρητο να γκρεμίσω.

 

                                              = = =

 

 

             Τις Κυριακές  τα πίναμε στην ταβέρνα του γερο Μαρσύα. Άλλες φορές περνούσαμε καλά, άλλες όχι. Κάναμε όμως και κάτι πλάκες στην αστική τάξη που έμειναν αξέχαστες.

             Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ερχόταν εδώ και τα ‘τσουζε  ο Λύγαρης. Ένας γέρος πλούσιος που ζούσε μόνος, σκορπούσε το χρήμα σαν άχυρο και ήταν δούλος και υπηρέτης του σκύλου του. Μια Κυριακή ήρθαν και οι δυο τους στην ταβέρνα κι έπιασαν θέση ο γερομπαμπαλής στην καρέκλα, ο σκύλος κοντά στον πάγκο. Ο Πορφυρίωνας βρήκε να κάνει το αστείο και του πάτησε την ουρά. Ούρλιαξε ο σκύλος και ανεμιστός βγήκε από την πόρτα και χάθηκε στο δρόμο.

            --- Άθεοι! Ποιος το  ’κανε! βρυχήθηκε ο μπαμπαλής.

            Εγώ και ο Πορφυρίωνας γελούσαμε και η Ευρυάλη τακτοποιούσε τα μοσχοβόλα κίτρα του αμάραντου κόρφου της.

             Σηκώθηκε και τινάζοντας το κορμί του σαν κουρέλι στον Γαρμπή, μας είπε φοβερίζοντας:

             --- Ντροπή σας πληβείοι!

             Η Ευρυάλη που ‘χε βυζάξει περισσότερο γάλα αντάρτικο, κόλλησε το μούτρο της στο δικό του, του έκανε ένα  << αϊ σιχτίρ  πόπολο >>  και αφήνοντας για λίγο τη φλόγα του κορμιού της να τον τσουρουφλίσει βγήκε από την πόρτα. Κι όταν η ομορφιά της βασίλεψε στη στροφή του δρόμου την ακολουθήσαμε κι εμείς.

            

 

                                              = = =

 

             Με αυτά κι άλλα πολλά περνάγαμε τη ζωή μας, σκεφτόμενοι πάντα πώς να φέρουμε τη ισότητα πάνω στη γη. Κι όσο μαθαίναμε πως η καμπούρα της  ισχυρής τάξης  σγούμπαινε και στους φτωχομαχαλάδες μια ψυχή παρθένα αναστιόταν, χαιρόμαστε και το γλεντάγαμε διοργανώνοντας αθλητικούς αγώνες στα χωράφια και στις λάκκες. Ως και γιορτή βιβλίου ορίσαμε για τη μορφωτική επανάσταση του μέλλοντός μας.  Έτσι η μέλλουσα ιατρός Ευρυάλη συνέταξε μπροσούρα προς το λαό μας, να μας στείλει βιβλία. Υπέγραψε δε το κείμενο με γράμματα όρνιθας ως εξής: Για την οργάνωση: << Οι τρεις του βουνού >>.

              ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

 

                                                      Όλγα  Καλύβα

                                                           ΑΗΔΟΝΙ Αηδόνι - Βικιπαίδεια

 

                                  Πάνω στο Βράχο κάθεται  τ΄ αμμόχρωμο  τ’ αηδόνι,

                                  αχνόλευκο το δαχτυλίδι των μελανών ματιών,

                                  πικρά τα μελίσματα για περηφάνια περισσή.

                                                                    ***

                                 Μέσα στο Βράχο κρύβεται λευκόφρυδο τ’ αηδόνι,

                                 με τ΄ αηδονολάλημα πικρό θρηνολογεί τον πόνο.

                                 Στης λόχμης το ατίμασμα σκληροί λαρυγγισμοί.

                                                                   ***

                                Σε δείπνο αποτρόπαιο σκαιό καλείται να στεριώσει.

                                Με ψιθυρίσματα οικτρά ερίζει και οικτίρεται.

                                Κι ο ανοικτίρμων Ζευς μειδίαμα στα σύννεφα.

 

                                    Από τη συλλογή της << ΣΤΕΝΤΟΡΕΙΟΙ ΨΙΘΥΡΙΣΜΟΙ >>

       

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

 

                                Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

    Διήγημα50 πανέμορφες φωτογραφίες με άλογα | Περιπλανώμενος

                                 Τ’  άλογα

                                  

                                            

                 Με τα δάκρυα να κυλάνε στις κόγχες των ματιών, τις γραμμές του πόνου κόκκινες στο σώμα μας, τη στέρηση να μας τρυπά σαν βέλος αιχμηρό την ψυχή, εκείνα τα αμνημόνευτα χρόνια της νιότης μας, αφήναμε το φως που έμπαινε χλωμό απ’ τα ανοιχτά παράθυρα και τρέχαμε να συναντήσουμε το θρόνο μιας νύφης φύσης. Κι έτσι ζεστά που μας αγκάλιαζε και γιάτρευε τις μοναχικές καρδιές μας, σκόρπιζαν οι ωχρές έγνοιες μας, κοιμόνταν οι συμφορές, το χώμα στη χούφτα μας έπαιρνε την όψη του χρυσού.   

                             Αναβάτες στους δυο μας πήγασους, τον Κίτσο και το Ντορή κάναμε τρέξιμο φτερωτό, φτάναμε στο φως των άστρων. Μ’ ένα σάλτο βρισκόμαστε στη ράχη τους. Εκείνα χλιμίντριζαν, χτυπούσαν τα δυο μπροστινά πόδια στο χώμα, χάιδευαν με τις ουρές τους  τα θρεμμένα καπούλια τους και περίμεναν το σύνθημα. Με του πτερνίσματος το πρόσταγμα κινούσαν, γίνονταν απειλή, τον άνεμο χτυπούσαν σαν δαίμονες πυρροί. Εντυπωσιακός ο στολισμός τους, φροντισμένα τα  φανταχτερά μπιχλιμπίδια που έντυναν τα γυμνασμένα τους μέλη. Πολύχρωμες χάντρες στο μέτωπο, καμπανούλες πλεχτές στα χάμουρα κι ένα κόκκινο χαϊμαλί στο στήθος για να τα φυλάει. Σαμάρια από ξύλο πελεκητό, κιλίμια του αργαλειού, δερμάτινα καπίστρια και λουριά. Σκάλες σφυρηλατημένες στο χέρι, κολιτσάκια φτιαγμένα στη φωτιά του σιδερά.

                     --- Καθίστε πάνω σαν ιππότες ευγενείς και όχι σαν ασιάτες πολεμιστές! Δώστε το χάδι σας, αυτό ζητούν. Την υπεροψία σας τη μισούν! Θυμηθείτε πως έχετε κάνει κατάληψη στη ράχη τους!  μας έλεγε ο πατέρας και τους απέδιδε χάδι στοργικό περνώντας το χέρι του στις λευκές τους χαίτες.

                     Ο πατέρας είχε λόξα μεγάλη  με το πετάλωμα.  Το λιωμένο πέταλο δεν το ήθελε σε πόδι αλόγου. Έτρεμε μη χαλάσει η οπλή, έπαιρνε  όψη δράκοντα σαν έβλεπε το άλογο κουτσό. Τότε η ψυχοφθόρος οργή του ξεσπούσε άτεγκτη και ανελέητη επί της κεφαλής μας.

                    Και η ιππασία μάς άρεσε πολύ. Μας έτερπε και μας συγκινούσε στο έπακρον. Πετούσαμε στον έβδομο ουρανό καλιασμένοι πάνω τους πιάνοντας τα καπίστρια. Ζητωκραυγάζαμε όταν προσπερνούσαμε όνους και πόλους και εκβάλαμε αναστεναγμούς όταν έφιπποι εμείς συναντούσαμε πεζοπορούσες κορασίδες.

                      Οι κοιλιές τους ήταν χορτασμένες, η βρώμη και το τριφύλλι δεν τους έλειπε και ο ντορβάς τους φουσκωμένος. Τα καλοκαίρια τα ζεστά τους παρείχαμε δροσιά στον ίσκιο του πουρναριού, ξύστρισμα, περιποίηση και γυάλισμα των οπλών. Κουρά στις χαίτες και στις ουρές.

                     Η φωνή του πατέρα πάντα από ενδιαφέρον, μας ρωτούσε γελώντας:

            --- Τα ταίσατε;

             Παύαμε το ξύστρισμα, κοιτάζαμε τις σφιχτοδεμένες σάρκες τους και του λέγαμε:

            --- Ναι! Κοίτα τις κοιλιές τους πως είναι πρησμένες!

             Έσκυβε, στηριζόταν στα δυο άλογα, κοίταζε πέταλα και καρφιά, ψηλάφιζε με τα δάχτυλα τα καπούλια τους, τα χάιδευε στις χαίτες και έριχνε το βλέμμα του στη δημοσιά που στο τέλος της χανόταν η πηγή τού Αϊ - Γιάννη. Έσφιγγε ελαφρά τα χείλη, σκεφτόταν κάτι και ρωτούσε με αστεϊσμό:         

             --- Τα ποτίσατε;

             --- Όχι ακόμη! Σε λίγο!

             --- Καβαλάτε τα κι άστε σιγά – σιγά! Κοντεύει μεσημέρι θα διψάνε! μας παρότρυνε με ανθισμένο λόγο και πιάνοντας τα χαλινάρια τους μας τα έδινε. Σκαρφαλώναμε στις ράχες τους και ξεκινούσαμε. Εκείνος έπαιρνε θέση στον όχθο και περίμενε τον καλπασμό τής επιστροφής μας. Χρόνια το έκανε αυτό να μας θαυμάζει να τρέχουμε πάνω στα άλογα και καμάρωνε που έβλεπε μια τόση ζωντανή παράσταση από τους καβαλάρηδες γιους του και τους δυο  πήγασους.

              Όταν ξεδιψούσαν τα άλογα, τα βάζαμε στη γραμμή και τους ρίχναμε μια βιτσιά στα καπούλια. Ξεκινούσαν σαν σίφουνες και κάλπαζαν με ασύγκριτη ορμή. Κολλημένοι πάνω τους νιώθαμε τη δυνατή ριπή τού ανέμου να μας ανοίγει τα φτερά και  νομίζαμε πως πετάμε!

               Στο τέρμα, ο πατέρας ερχόταν κοντά και χάιδευε τα δυο καταπονημένα ζώα που ξεφυσούσαν φουσκωμένα και μου έλεγε, έχων σκοπό  να με πειράξει: 

               --- Τα θαλάσσωσες στην αρχή γι’ αυτό ήρθες δεύτερος. Ο Ντορής του αδερφού σου ξεκίνησε σαν αστραπή ενώ ο δικός σου ο Κίτσος κόλλησε.

               Τον κοιτούσα γλυκά και του ‘λεγα:

                --- Δεν τα ‘παμε; Μία του και μία μου! Δε θα ‘ρχομαι εγώ πάντα πρώτος! Χτες ήρθα!

                Έδειχνε δύσπιστος στα λόγια μου   και   μου  απαντούσε για να με ειρωνευτεί:

                 --- Τα λες να δικαιολογηθείς! Δεν είναι έτσι. Φταις  που ήρθες στην ουρά γιατί δεν ακούς τις ορμήνιες μου!

                 Τον θωρούσα βαθιά μέσα στα ωχρά του μάτια  και του ψιθύριζα:

                 --- Ποιες ορμήνιες σου;

                 --- Αυτές που σου έχω πει και τις ξεχνάς. Να μην κρατάς το άλογο στην αρχή! Να το αφήνεις ελεύθερο να φεύγει σαν πουλί απ’ το κλουβί. Να μη σου γυρνά μπρος πίσω χορεύοντας στα πόδια του! Σου τρώει  χρόνο έτσι!

                --- Κάποιο καρφί θα το’ χει πληγώσει! δικαιολογιόμουν και πηδούσα κάτω να του κοιτάξω την οπλή.

                --- Πάψε, ντε! Όλο τα ίδια λες! με απόπαιρνε κι έσκαγε τα γέλια για να προσθέσει με τα μάτια του γεμάτους κυματισμούς:

                --- Πρώτος ή δεύτερος δεν έχει σημασία! Η κούρσα σας ήταν συναρπαστική, ευχή μου να τρέχετε και οι τέσσερις, πολλούς χρόνους ακόμη!

                 Στον ίσκιο τού πουρναριού μετά πιάναμε μαζί του γλυκιά κουβέντα για λιμάνια, παλικαράδες και κόσμους τριμμένους στον τροχό του καιρού.

 

 

                                                      = = =

 

 

 

 

                     Ζήσαμε μαζί με τούτους τους δυο πήγασους δέκα και παραπάνω χρόνια. Γίναμε έφηβοι όταν τους αποχωριστήκαμε πηγαίνοντας στην πόλη για σπουδές και δουλειά. Στο γυρισμό μας τους αναζητήσαμε. Όταν δεν τους είδαμε στο στάβλο, στο χωράφι, στο πράσινο τριφύλλι και στην πηγή, το βλέμμα μας λεπίδι έσκισε την καρδιά τού πατέρα. Ένα βράδυ μας ζύγωσε και κάτω από το φως του ωχρού φεγγαριού μάς είπε τρίβοντας στη χούφτα του ένα σβώλο χώμα:

                      --- Πάνε τα άλογα μην τα ψάχνετε! Δεν υπάρχουν! Τα ‘φαγε ο χρόνος. γέρασαν και ψόφησαν!  Στο ρέμα είναι τα κόκαλά τους!

                      ---  Τόση ήταν η γιορτή τους; είπα.

                       Ο αδελφός αμίλητος σφούγγισε ένα δάκρυ με την κηλίδα του πόνου στο μάγουλό του.

                        Ο γέροντας σηκώθηκε και έφυγε για την αποθήκη. Γύρισε μ’ ένα πέταλο στο χέρι. Μας το  ‘δωσε λέγοντας με πόνο αψύ:

                        --- Να, ότι απόμεινε! Είναι του Ντορή! Ο χρόνος τ’ αφάνισε, τους ρήμαξε νιότη και σφρίγος. Ψόφησαν και τα δυο μες στη γαλήνη  του μεσημεριού και με τον ήλιο πάνω τους να φτιάχνει  κύκλους χρυσούς.      

            Μιλούσε κι έτρεμε. Η φωνή του άκομψη και σβηστή, τα μάτια του υγρά και θολά.

            Με τον αδερφό κινήσαμε για το δάσος.  Κι εκεί αμίλητοι για πολλή ώρα  ακούγαμε τις καρδιές μας που πήδαγαν άταχτες μες στα στήθη μας.    

                       ellinikoxronografima.blogspot.gr