Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

 

                                  Διήγημα

Ο  μπάρμπα  ΓιάννηςΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ: Τα γαϊδούρια στο Βαλτινό

 

 

 

                                                     Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε στο  χώμα τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: << Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι… >>  Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.

          Είχε συνηθίσει να μιλάει με τον εαυτό του και όταν ο ήλιος ανέβαινε ουράνιος  και γυρνούσε από το χωράφι, καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά κι  έπιανε λακριντί μαζί του. Ύστερα παρασυρόταν από τον καπνό του τσιγάρου του κι έπιανε το τραγούδι. Του άρεσαν τα κλέφτικα. Και τις ιστορίες τις είχε στο πετσί του. Τις νύχτες του καλοκαιριού και τις προχωρημένες του φθινοπώρου, τις έβγαζε από μέσα του με τέτοιο μπρίο που οι περαστικοί βοσκοί και αγωγιάτες σταματούσαν και κρέμονταν από τα χείλη του να τον ακούσουν.

           Ώρες- ώρες είχε μια αγωνία ο μπαρμπα - Γιάννης με τα τόσα που του έρχονταν στο μυαλό που κατέβαζε το σκούφο του να κρύψει τα δάκρυά του. Και κάπνιζε- κάπνιζε κι έπαιζε τα δάχτυλά του νευρικά και σκαρφάλωνε με το βλέμμα του στην κορυφή του Αι- Βλάση. Κι αφού εισέπνεε τις ευωδιές της βλάστησης κοιτούσε κατά την πόλη. Εκεί που το χέρι του Θεού μέσα στη βουή των δρόμων προστάτευε τα παιδιά του. Κι έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό της ξύλο, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Και που και που γυρνούσε προς το αριστερό του μπράτσο  κι έσκυβε και το ‘τριβε, τον πονούσε μήνες τώρα και ήθελε να το γιατρέψει.

 

 Και κείνα τα παιδιά του; Πού να ΄ναι τώρα; Στο σχολείο; Κι όλο τον έτρωγε η αγωνία κι όλο κοίταζε τα δέντρα του κήπου που πάνω τους τιτίβιζαν και κελαηδούσαν τα πουλιά.

        Ήταν ψηλός, στεγνός με άσπρα μαλλιά και καστανά μάτια. Όταν έμενε αξύριστος τα γένια του χρύσιζαν και οι φαβορίτες του ξεθώριαζαν σαν γκρι βελούδο. Φορούσε λινό παντελόνι, σακάκι με μπαλώματα στους αγκώνες και τραγιάσκα μαύρη. Τις περισσότερες μέρες του χρόνου ήταν χλωμός και το δέρμα του είχε το χρωματισμό που έχουν οι άγιοι στις εικόνες της εκκλησίας. Ζούσε έξω από το χωριό στην ερημιά, κλεισμένος από λόφους, μπογάζια, χλωρασιές και δέντρα. Δυτικά ήταν μόνο ανοιχτά όπου μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα και τη γαλακτερή ομίχλη που τη σκέπαζε το πρωί ως το Κατάκωλο. Ανατολικά  το βουνό Αι- Βλάσης του άνοιγε το μονοπάτι της φαντασίας του. Γεμάτο με χαμηλή βλάστηση, μικρούς βραχότοπους και γκριζοπράσινες σκιες ήταν η αρχή όλων των πραγμάτων του. Στις ρωγμές των βράχων του έκρυβε την αγωνία του και στο μοναστήρι της Κατσιμικάδας στα ριζά του έκανε την προσευχή του να γιατρεύει τις αμαρτίες του.

       Και ώρες- ώρες είχε μια αγωνία ο μπαρμπα - Γιάννης  που καθόταν κάτω από τη μουριά, έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, διόρθωνε το στραβό της ξύλο, ίσιωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του και δάκρυζε. Καλλιεργούσε ένα χωραφάκι και του ‘δινε κηπευτικά. Τα κατέβαζε στην πόλη με τη γαϊδουρίτσα του και τα πουλούσε στη λαϊκή. Ότι έπαιρνε το ξόδευε να αγοράσει ψωμί, φρούτα, τσιγάρα και πίτουρα για τις κότες του. Πριν κινήσει για το χωριό τα κοπάναγε με δυο τρεις άλλους στο ταβερνάκι και γινόταν στουπί. Γυρνούσε με το σακάκι ανάριχτο στους ώμους, την τραγιάσκα στραβά και μιλώντας με το αγαθό του τετράποδο. Η ομιλία του φαινόταν σχεδόν σε ξένη γλώσσα.

        Έπαιρνε μια συνταξούλα από οχτακόσιες δραχμές. Του τη βγάλανε τότε που αρρώστησε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στη Σωτηρία. Πήγε να πεθάνει και η φλόγα στο κερί του  τρεμόσβηνε από μέρα σε μέρα. Τη γλίτωσε αλλά οι πνεύμονες είχαν μαραγγιάσει, τα μάγουλά του είχαν μείνει ρουφηγμένα και τα μάτια του, ποιος ξέρει γιατί, του ‘μειναν κατακόκκινα. Άφησε το φούρνο που δούλευε και γύρισε στο χωριό. Κι εκείνος ο βήχας γκουχ, γκουχ, γκουχ, όλη τη νύχτα από τότε δεν έλεγε να τον αφήσει.

         Κάθε πρώτη του μήνα έβγαινε στο δρόμο να συναντήσει τον ταχυδρόμο και να πάρει τη σύνταξη. Στεκόταν στην πόρτα του λιτρουβιού και τον περίμενε. Όταν ήθελε ο Παντοδύναμος τού τον έστελνε  γρήγορα και τότε ξεμπέρδευε στο άψε σβήσε όταν όμως αργούσε καθόταν κάτω στο περβάζι της πόρτας τυλιγμένος στο πανωφόρι του και έβγαζε το σουγιά του κι άρχιζε και πελεκούσε τη  μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό της ξύλο, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Κι όλο κοιτούσε κατά του Δελφίνη να φανεί στη στροφή ο ταχυδρόμος.

        Έκανε πολλές δουλειές ο μπαρμπα - Γιάννης. Τα τέσσερα παιδιά του τρία αγόρια, ένα κορίτσι και η γυναίκα του ήταν η ευτυχία του. Έπρεπε να μη τους λείπει το ψωμί  από τη μεγάλη κόφα της κουζίνας. Δούλευε ξυλοκόπος, εργάτης, θεριστής, τρυγητής, αγωγιάτης, νεροφύλακας και καραβοκύρης.  Όταν τον έβαζαν νεροφύλακα και τελείωνε το καλοκαίρι, έπαιρνε σακί και τενεκέ και γύριζε από πόρτα σε πόρτα να πάρει το δικαίωμά του. Το χωριό τον αγαπούσε και τον είχε στα όπα όπα.  Έτσι του δίνανε ένα σωρό φαγιά, στάρι, λάδι και κρασί. Ευχαριστούσε τους χωριάτες, τα φόρτωνε στη γαϊδουρίτσα του και τα ‘φερνε σπίτι. Eκεί με το στήθος του να βράζει και να κάνει γκουχ, γκουχ, γκουχ,  τα’ βαζε στην αποθήκη. Ύστερα έχωνε τη χούφτα του στο αμπάρι τη γέμιζε στάρι και την έδειχνε στη Ζαχαρούλα τη γυναίκα του. << Να η πληρωμή μου >> της έλεγε περήφανος << να η πληρωμή μου >> και δάκρυζε.

         Μετά πήγαινε στο πίσω μέρος του σπιτιού και ξάπλωνε στη μαρμαριά και λιαζόταν. Έστρωνε κάτω ένα σάλι, σκεπαζόταν με το σακάκι του, τραβούσε ως τα μάτια την τραγιάσκα του και τον έπαιρνε ο ύπνος. Θυμόταν τα παιδιά του και τα φανταζόταν ευτυχισμένα, ποτέ δεν του περνούσε η ιδέα πως μπορούσε να ήταν δυστυχισμένα. Καμιά φορά έβλεπε κι όνειρα γιατί φώναζε στον ύπνο του, σφιγγόταν και τιναζόταν ενώ κούναγε τα χέρια του κι έλεγε ακατάληπτες λέξεις.  Κάποιοι που τον είχαν ακούσει περνώντας με τα μαρτίνια τους έλεγαν πως απαριθμούσε τα βάσανα που είχε περάσει.

      Η δουλειά, τα βάσανα και η αρρώστια του τον είχαν καταντήσει σακάτη. Όμως δεν το ‘βαζε κάτω. Κι έτσι κάθε Νοέμβρη δούλευε καραβοκύρης στο λιτρουβιό του Μανάρα. Η δουλειά αυτή του άρεσε γιατί τον έβγαζε από τη σκλαβιά τής ανίας και τον έκανε να μη χάνει τη φωνή του. Γιατί μέσα στο τσούρμο με τους λιτρουβιάρηδες  ο μπαρμπα -Γιάννης έλεγε τις ιστορίες του, έκανε φάρσες, τραγουδούσε και διόρθωνε τα τσαλακωμένα μυαλά  τής εργατιάς με το δικό του κοφτερό μυαλό. Η μέρα άρχιζε με το πρώτο στάμα στη μηχανή και τους λαδωμένους εργάτες γύρω του. Κι όσο να ‘ρθει το βράδυ δεν έβλεπες παρά σωρούς από λιοκόκια, γεμάτα ασκιά, τσουβάλια, λαδούσες, παιδιά να τρώνε καψαλιστό ψωμί και ζητιάνες να ρίχνουν στα σακούλια τους ό,τι τους έδιναν τα αφεντικά.

        Ερχόταν ο χειμώνας, άφηνε το λιτρουβειό κι έπεφτε πάλι στη ρουτίνα με τα βάσανά του να τον σπρώχνουν ακόμη πιο χαμηλά.  Και ο μπαρμπα - Γιάννης αγαπούσε τη ζωή, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και της κρατούσε το ρυθμό με τραγούδια, γέλια και νοσταλγία για τα παιδιά.  Η μυρωδιά των χόρτων τον έτρεφε, τα λιγοστά υπάρχοντά του τον έκαναν να βλέπει τον ουρανό κατακόκκινο την ανατολή και χρυσαφί τη δύση.  Κι ώρες – ώρες που του ερχόταν εκείνη η αγωνία καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό ξύλο της, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Κι έπιανε πάλι το τραγούδι <<Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται… >> και θυμόταν τα τέσσερα παιδιά του.

       Ένα βράδυ που κοιμόταν είδε ένα όνειρο και πήγε ν’ ανοίξει τα μάτια του, αλλά δεν μπόρεσε. Τα χείλη του τα ‘νιωθε ακίνητα και τη φωνή του την έβγαζε μισοπνιγμένη. Είχε την αίσθηση πως πέθαινε και μουρμούρισε κάτι να τον ακούσουν. Όταν η γυναίκα του στάθηκε πάνω του τον βρήκε κοιμισμένο αλλά φαινόταν άρρωστος.  Τον φρόντισε και συνήλθε. Εκείνος της έλεγε, << θα πεθάνω δεν είμαι καλά >>. Αυτή έμεινε όλη νύχτα κοντά του, κρατώντας τα χέρια του μέσα στα δικά της. Το πρωί τα μάτια του φαίνονταν πιο κόκκινα απ’ ότι ήταν και οι κόρες τους είχαν διασταλεί  και το αριστερό του πόδι και χέρι ήταν νεκρωμένα. Συνέχισε να της μιλάει ψευδά με μάτια κλειστά κι έδειχνε να είναι βυθισμένος σε διαλογισμούς και να υποφέρει. Είχε περάσει εγκεφαλικό και η καινούρια του αρρώστια του τον αποσπούσε πια από τη ζωή.

     Τώρα για να καθίσει  πάνω στην πέτρα κάτω από τη μουριά τον έφερνε η γυναίκα του. Κούτσα- κούτσα και σούρτα- φέρτα σέρνοντας. Μπορούσε να πάει και μόνος του με τις πατερίτσες αλλά αργούσε και παιδευόταν. Κι εκεί ώρες- ώρες τον έπιανε πάλι εκείνη η αγωνία κι έβγαζε το σουγιά του κι άρχιζε και πελεκούσε τη μαγγούρα του, διόρθωνε το στραβό της ξύλο και ίσιωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους κι άρχιζε πάλι το τραγούδι και θυμόταν τα τέσσερα παιδιά του και λυπόταν που ήταν κουτσός κι έκλαιγε.

     Το Νοέμβρη που ‘βγαζαν τις ελιές νοσταλγούσε το λιτρουβειό. Τόσα χρόνια μετά την αρρώστια του τον ξεχνούσαν, δεν τον φώναζαν να βγάλει το στάμα και να στίψει τα τσαντίλια που τόσες φορές το ‘χε κάνει. Του ‘λειπε πολύ το << βίρα >> και το << μάϊνα >> που έλεγε  όταν δούλευε το βίντζι και κάργαρε το στάμα που το είχε κάτω από τη μηχανή.

     Κι ένα βράδυ έφυγε από το σπίτι για να πάει στο λιτρουβιό. Το σκοτάδι πυκνό δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Τα σύννεφα κρεμόταν στον ουρανό, μαύρα γεμάτα θειάφι και φορτωμένα αστροπελέκια. Ο αέρας κρύος και βαρύς και μια καταχνιά που κουβαλούσε βροχή. Ντύθηκε με το χοντρό του πανωφόρι, έχωσε βαθιά το σκούφο του, πήρε τη μαγγούρα του και σούρτα- φέρτα, σούρτα - φέρτα γλίστρησε από την πόρτα. Μια αστραπή που φώτισε το σκοτάδι τον έδειξε έτσι που σερνόταν σαν να ανέβαινε στο σταυρό. Και φάνηκε η παράλυτη σιλουέτα του.

     Ώσπου έφτασε στην πόρτα του λιτρουβειού. Στάθηκε και κοίταξε μέσα. Τα είδε όλα μέχρι που το παράλυτο πόδι του βάρυνε, το σώμα του τσιτώθηκε κι ένας αβάσταχτος πόνος με μια ζαλάδα τον τραβούσαν προς τα κάτω.  << Θέμη, καραβοκύρη! >> φώναξε αλλά δεν τον άκουσε κανείς.   Κρατούσε γερά τη μαγγούρα του και γύρισε να φύγει. Αλλά η νύχτα ήταν βουτηγμένη στο σκοτάδι και η βροχή ξέσπασε. Ο ήχος του νερού αναταρασσόταν και κόχλαζε καθώς έπεφτε γύρω του. Κάποια στιγμή ένιωσε να πέφτει κι έσφιξε στο χέρι του τη μαγγούρα αλλά δεν πρόφτασε. Κύλισε πάνω στις πέτρες και ύστερα κόλλησε μέσα στη λάσπη. Όταν αποτραβήχτηκαν τα νερά ο αδερφός του ο Νιόνιος βγήκε έξω. Άκουσε τους βόγγους του και τον πλησίασε. Τον αναγνώρισε κι έβαλε δυνατή φωνή.

       Στο σπίτι πάνω στο κρεβάτι, όσο περνούσε η ώρα ο μπαρμπα- Γιάννης ανακάλυπτε πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Και σε λίγο έσβησε. Μ’ εκείνη την αγωνία που ένιωθε όταν καθόταν πάνω στην πέτρα κάτω από τη μουριά και με το σουγιά του πελεκούσε τη μαγγούρα του και της ίσιωνε το ξύλο και του διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr  

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

 

                               αίολος             *Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                  Οίνος κεχριμπάρι, ο φίλος και η εικαστικόςΑφ 'Υψηλού Καφέ Μπάρ - Εικόνα του Αφ 'Υψηλού Καφέ Μπάρ ...

               Μ’ ένα καρτούτσο οίνο βαρελίσιο, κεχριμπάρι, ξεκινήσαμε με το Λευτέρη, αδελφικό φίλο, συμμαθητή και άριστο νομικό για να πιάσουμε ψιλό λακριντί από την εφηβική σχολική ηλικία μας ως σήμερα. Πες, πες η κουβέντα παρεκτράπηκε από τους ανέμους, εξόκειλε σε ύδατα λιμνάζοντα και μη, περιστράφηκε γύρω από τη δουλειά, την οικογένεια, την ακρίβεια και εστιάστηκε σε ιστορίες αποτυπωμένες ανεξίτηλα στο μυαλό μας.

              << Αφού συνεχίζεις το γράψιμο και είσαι συγγραφέας>> μου είπε με άκρως φιλική, πνευματική και  συναισθηματική διάθεση, <<άκουσε και μια ιστορία σφυρηλατημένη στην εποχή τη δική μας, της υλικής ένδειας και της πλήρους διάλυσης που ίσως σε συγκινήσει και την αποτυπώσεις με τη γραφίδα σου σε μυθιστόρημα. Την άκουσα πολλές φορές από επιστήθιες φίλες μεγαλύτερες με παντοτινές λιμνοθάλασσες αρμονίας στην ψυχή τους και εξόχως ρομαντικές και ποιητικές σε συναισθήματα έρωτα και αγάπης>>. Κοίταξε απέναντι το στενό δρομάκι  το τριώροφο αρχοντικό που υπομονετικά βίωνε την εγκατάλειψη και συμπλήρωσε: << Γι’ αυτό θα σου πω όσα ασυνήθιστα έγιναν στα πλατύχωρα  δώματά του και τις πέριξ βεράντες του, στα χρόνια μας ή και νωρίτερα. Στον προθάλαμό του, στο σαλόνι του, και στα ορθάνοιχτα παράθυρά του τότε που μπαινόβγαινε ο έρωτας μεταξύ της ενοίκου μιας ζωγράφου καλλονής κι ενός μαθητή που οι φλογίτσες της αγάπης τους πυρπόλησαν αμφότερους μέχρι πλήρους πυρακτώσεως. Κάποιοι κακεντρεχείς κουτσομπόληδες διέδωσαν πως καίγονταν ακόμη πολυθρόνες και καναπέδες και πως  βαρύγδουπα ερωτικά γεγονότα, έμπλεα πάθους και ζήλειας, συνέβησαν ανάμεσα στη χυμώδη ιέρεια της τέχνης και στο φιλάρεσκο Δον Ζουάν μαθητή>>.

         << Εδώ θα μου επιτρέψεις να συνεχίσω εγώ>> του είπα, << για να προσθέσω κάτι. Λένε η αιθέρια αυτή καλλονή, τα είχε πριν με ένα τριαντάρη μουσικοσυνθέτη, ολίγον  χλεχλέ και πιεσμένη ήρθε στην πόλη μας να συναντήσει τη φθορά της. Αρνούμαι να υποκύψω στις περιγραφές και τις αφηγήσεις των κακόβουλων γειτόνων>>.        

       <<Ναι >>, είπε ο Λευτέρης  αλλά τα γεγονότα μιλούν.  Η αιθέρια έκλαμπρος εικαστικός αν και έδειχνε πως διέσχιζε  μετ’ εμποδίων την μπαλκονόπορτα να βγαίνει στη βεράντα να ζωγραφίζει, όμως το έκανε. Στήνοντας το καβαλέτο της, καθόταν στην πολυθρόνα, κάπνιζε κι έπινε. Ζωγράφιζε και κοίταζε στο δρόμο μην φανεί ο μαθητής, με το χρωστήρα της όσο δεν τον έβλεπε, έφτιανε σύμβολα και χρώματα. Συνήθως με το δείλι τα απογεύματα έβγαινε, όταν το Ιόνιο κοκκίνιζε και η πόλη με τα σπίτια βάφονταν στα πορφυρά χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Αυτός ερχόταν και με ένα γιασεμί στο χέρι την χαιρετούσε. Στεκόταν κάτω από τη βεράντα, της ψιθύριζε λόγια αγάπης, ενώ αυτή σαν φλεγόμενη βάτος κρεμόταν από τα κάγκελα απλώνοντας τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Κι όταν προσπερνούσε ο Δον Ζουάν σκιεροί χρωματισμοί κάλυπταν το αστραφτερό πρόσωπό της και μια θλίψη ύγραινε τα μάτια της>>.

     Εντυπωσιασμένος από τις εκμυστηρεύσεις του, του άφησα δρόμο να συνεχίσει. Νηφάλιος και γλαφυρός, το έκανε. << Λοιπόν ο νεαρός τελειώνοντας το γυμνάσιο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Μετέωρη πια χωρίς  τη λάμψη του η εικαστικός έπεσε σε μαρασμό και εκδήλωνε αυτοκτονικές τάσεις, ζώντας συντροφιά με πλήρεις φιάλες αλκοόλ και καπνίζοντας σερί πακέτα σιγαρέτων. Έτσι μποτιλιαρισμένη μεταξύ γκρεμού και ρέματος, έπεσε από το κάστρο και σκοτώθηκε. Η πλειονότης των ανθρώπων της πόλης έπεσε από τα σύννεφα όταν το έμαθε ενώ κάποιοι θορυβήθηκαν και το θεώρησαν πολύ απονενοημένο. Το σημείο όπου άφησε την τελευταία της πνοή, έμεινε εμβληματικό και οι σύγχρονοι ερωτευμένοι το επισκέπτονται ως προσκυνητές του θυσιασμένου έρωτα>>. Τελείωσε κι  αφού άραξε μεγαλοπρεπώς στη θέση του, απήγγειλε με έντονο συναίσθημα τους στίχους του Κώστα Ουράνη: <<Η αγάπη α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους, στυλωμένα/ […] Δεν ωφελεί να καρτεράς. Αν είναι να  ‘ρθει θε να ‘ρθει//.[…]

    ellinikoxronografima.blogapot.gr  panant1947@gmail.com

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

 

             Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                     Γυμναστικές επιδείξεις, τσουβαλοδρομίες και νους υγιής εν σώματι υγιεί

                                        Παναγιώτη ΑντωνόπουλουΦωτογραφίες από την παλιά Πάτρα

                 Όσο και να κράζει άγρια ο χρόνος σαν γαμψόνυχας κόρακας, του αντιστέκομαι και πίσω γυρνώ στα λημέρια της εφηβείας μου, που νικημένο τον είχα και πάλευα μαζί του στα μαρμαρένια αλώνια όπως ο Διγενής με τον Χάροντα. Στα λημέρια των δεκαετιών εκείνων, που η απόδειξη του υγιούς νου ήταν το << Απολυτήριον >>, ενώ του υγιούς σώματος οι γυμναστικές επιδείξεις.

      Η πατρίς τότε ήταν χωρίς Λουκούλλεια γεύματα και παστωμένα αλιεύματα, βιωμένη με πολέμους, γερμανική κατοχή, χούντα και αποζητούσε από το λαό να υψώσει την ψυχή του σημαία στο πιο ψηλό κατάρτι του πλοίου << Ελλάς >> που ορθοπλωρούσε μεσοπέλαγα. Έτσι το κλίμα απαιτούσε εκδηλώσεις υπερηφάνειας, γενναιότητας και πατριωτισμού.  Χωρίς πακτωλούς χρημάτων, δάσκαλοι και μαθητές απόδειχναν μπροστά στους γονείς, θεατές, δημάρχους, παπάδες, δημογεροντίες, επιθεωρητές, πως ήταν ακατάλυτα ινδάλματα του συγχρονισμού, του συντονισμού και της πειθαρχίας. Κόπος και χρόνος τους έφερνε χειροκρότημα, το μίζερο εκπαιδευτικό σύστημα έδειχνε το μπόι της σωστής λειτουργίας του, ενώ οι κυβερνήσεις στις περίτεχνες γυμναστικές ασκήσεις έβλεπαν τις δικές τους ντρίμπλες άσκησης στο πόπολο που ήταν οι αφέντες του.

   Καλοκαίρι και οι μάγοι της άθλησης στο γήπεδο του δημοτικού σχολείου ή του γυμνασίου, επιδείκνυαν τις γυμναστικές τους αρετές και δεξιότητες.  Και το γυμνάσιο Κυπαρισσίας είχε μια καλή παράδοση παρουσίας στο ετήσιο αυτό αθλητικό γεγονός. Το κοινό ένθερμο και ενθουσιώδες, χειροκροτούσε και βράβευε ότι έβλεπε με  ηχηρά << μπράβο >> και ξέφρενες ιαχές. Ενίοτε εστιάζοντας  οι θεατές το βλέμμα τους σε καλλίγραμμες δεκαοχτάρες καλλονές τις ενθάρρυναν με σταθερά και αμείωτα << ολέ ολέ >> της αρένας που εκσφενδόνιζαν κατά συρροή. Το πρόγραμμα γεμάτο από παρελάσεις, ασκήσεις γυμναστικής, ακροβατικά, αγώνες δρόμου, χοροί. Μαγκιόροι διευθυντές έκαναν σκετσάκια, σκυταλοδρομίες, τσουβαλοδρομίες, παιχνίδια με το αυγό και το κουτάλι. Διευθύντριες δημοτικών έσπαζαν την γκλάβα τους να πρωτοτυπήσουν και σκαρφίζονταν διάφορα που σκορπούσαν γέλωτες και χαχανητά.  Όπως μία που έβαλε τα μικρά της πρώτης να κυνηγούν μια όρνιθα με δεμένα τα μάτια τους! Οι θεατές λύθηκαν στα γέλια κι αυτή κάνοντας με τη λήξη εδαφιαίους τεμενάδες δεχόταν τα συγχαρητήρια από τους επισήμους άκρως συγκινημένη με λυγμούς.  Ο νικητής που έπιασε την όρνιθα βραβεύτηκε με μια εξάδα αυγά.

      Οι αθλητικές περιβολές στα εθνικά χρώματα, γαλάζιο και λευκό, άρρενες και θήλεις. Αρχή των γυμναστικών επιδείξεων εν έτει 1883 και λήξη το 1970 και κάτι. Κι ένα από τα παραγγέλματα για να θυμηθούν οι φορτωμένοι με το φλύαρο χρόνο και να μάθουν οι νεότεροι που νικητές του είναι ακόμη.  Γυμναστής: Άρχεσθε: Πρόταση των χειρών, διαστάσεις, εκτάσεις, στροφή της κεφαλής αριστερά δεξιά, προσοχή.

      Όρκος των αθλητών: << Ορκιζόμαστε ότι προσερχόμαστε στους αγώνες για να αγωνιστούμε ευγενικά και σύμφωνα με τους κανονισμούς και ότι η συμμετοχή μας έχει σκοπό και επίδειξη του ιπποτικού πνεύματος για την τιμή του σχολείου, της πατρίδας και τη δόξα του αθλητισμού >>.

    ellinikoxronograima.blogpot.gr

        

    

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

 

                 αίολος     *Του Παναγιώτη ΑντωνόπουλουΑφ'υψηλού Καφε μπαρ - Εικόνα του Αφ 'Υψηλού Καφέ Μπάρ, Κυπαρισσία -  Tripadvisor

                                  << Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου…>>

               Κοντεύει να μας χαζέψει εντελώς αυτή η πολιτική με τους παρανοϊκούς ολιγάρχες που μας κυβερνούν. Κι έχεις από πάνω και τα πληρωμένα ΜΜΕ να σου γεμίζουν το τσερβέλο με ψέματα που σου έρχεται να σαλτάρεις. Τι  κάνεις τότε;  Αφήνεις την κλεισούρα και φεύγεις. Πού πας;  Όπου νάναι! Εγώ προτίμησα το ταβερνάκι << Αρκαδιά>> που κόπτεται να φέρνει στα ίσα του το χειμαζόμενο πόπολο, μ’ ένα ποτήρι κεχριμπάρι βαρελίσιο οίνο και να το ξεζαλικώνει  από τα μνημόνια, τους φόρους και τα διαρκή μέτρα.

           Φιλόμουσος, κάθισα ακούγοντας μέχρι να καταφθάσει ο προσφιλής συμμαθητής μου Λευτέρης, ένα καραμπινάτο ρεμπέτικο του Τσιτσάνη που σου έφερνε πλειάδα από σπουδαίες μνήμες. Ο Λευτέρης, σπάνιο είδος ανθρώπου,  αναρριχήθηκε στα ύψη της δικονομίας, πόνταρε σε αλάνθαστες επιλογές δικών, επέλεγε πελάτες με σοβαρές διεκδικήσεις και χωρίς να φθαρεί από αχρείους ηγεμόνες του χρήματος, έμεινε δικηγόρος του λαού, ένας  αξεθώριαστος υπερασπιστής του. Με το πρώτο ποτήρι κιόλας άρχισε τη ρητορεία του με ιστορίες από τα τρυφερά χρόνια της νιότης και της εφηβικής σχολικής ζωής μας. Ρουφούσα ότι έλεγε και τον άκουγα με κομμένη την ανάσα.

             Κάποια στιγμή σοβαρεύτηκε κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου και έδειξε σαν να ήταν έτοιμος να επιπλεύσει στον αφαλό της αβύσσου. << Άκουσε >> μου είπε. << Οι καθηγητές μας τότε περνούσαν μπέικα, εμείς όμως όχι. Εμείς είχαμε στο νου μας τα μαθήματα κι αυτοί  φόρτωναν στις κυρτές μας πλάτες από την αφαγιά, αβάσταχτα βάρη και τιμωρίες με αδικίες. Όπως αυτό που μου συνέβη και θα στο διηγηθώ τάχιστα. Η φυσικός με είχε αδικήσει. Δεν ήμουν Αϊνστάιν, όμως έδινα κόλλες πρόχειρων διαγωνισμάτων αλάνθαστες, κι αυτή με βαθμολόγησε με δεκατρία. Εγώ δεν ήμουν αφελής, καταλάβαινα πως νόμιζε ότι είχα αντιγράψει από το συμμαθητή μου, που ήταν βέβαια μικρός Κοπέρνικος, αλλά μ’ αυτή την ξεθωριασμένη αστοχία της, την πλήρωσα. Θα θυμάσαι πως διαμαρτυρήθηκα έντονα αλλά οι επιτελείς του σιναφιού της την υπερασπίστηκαν στη βρώμικη δουλειά της>>.

      Από τα πέρα τραπέζια σηκώθηκαν δυο χορευταράδες και άρχισαν να λικνίζονται με μπρίο σαν να είχαν καταπιεί κατάρτι.  Ο ρυθμός, βαρύς, αργός, άμουσος, δεν τον πήγαιναν με τίποτα και το ζεϊμπέκικο έχανε ανεπανόρθωτα στυλ και δυναμισμό. Πλειάδα θαμώνων τους χειροκρότησε και  με τις φιλότιμες ενθαρρύνσεις της τους πρότρεψε να τελειώσουν το χορό προς τέρψιν κι ευχαρίστηση των πάντων.

     Ο φίλος συνέχισε: << Θέλω να σου θυμίσω και το φιλόλογο. Σκουριασμένος κρίκος κι αυτός της εκπαιδευτικής αλυσίδας, τον λέγαμε << Λυσία>> για τη δεινότητα του λόγου του και << Όμηρο>> για την ποιητική παιδεία του. Ήξερε, θα θυμάσαι, απέξω όλη την Οδύσσεια και όταν μας απάγγειλε αποσπάσματά της, δάκρυζε, και νόμιζες πως μ’ ένα σάλτο θα έβγαινε από την πόρτα και μαζί με τον άνεμο θα πετούσαν στο Νήριτο, το βουνό της Ιθάκης να δουν τον ήλιο μαζί με τον Οδυσσέα και να τα πούνε. Αλίμονο αν έπεφτες αδιάβαστος στα χέρια του. Σε έσπαγε στο ξύλο με την ευκολία που απάγγειλε τους στίχους: <<…είμ’ ο Οδυσσεύς Λαερτιάδης, ος πάσι δόλοισιν ανθρώποισι μέλω, και μευ κλέος ουρανός ίκει…>> <<…είμαι λοιπόν ο Οδυσσέας, γιος του Λαέρτη, όλοι καλά με ξέρουν για τους δόλους μου, η φήμη μου έχει φτάσει ψηλά στον ουρανό…>>

     Γελάσαμε απογειωμένοι από τις βεβαιότητες της ζωής και φύγαμε υποσχόμενοι να επιστρέψουμε πάλι εκεί, όταν νιώσουμε πως δεν μπορούμε, να υποφέρουμε τη δυσοσμία της πραγματικότητας.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com