Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Καλή χρονιά με άδειους τεντζερέδες!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                Με το πρώτο κοκοράκι παίρναμε τους δρόμους. Με φωνή που πατούσε στο σωστό ρυθμό της νότας του πενταγράμμου, τραγουδούσαμε: <<Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δενδρολιβανιά… >> σ’ ένα κόσμο βουτηγμένο στο αίμα και στην αμαρτία. Η μουσική μας έφερνε ντελίριο, πέταγε έξω τους νοικοκυραίους και τους μάζευε σαν τις όρνιθες στην πόρτα ν’ ακούσουν το φίνο άσμα μας. Χαίροντες στο τέλος, χάιδευαν τα κουρεμένα κεφάλια μας, λευκή η ψυχή τους σαν νύμφη ανύμφευτη πανηγύριζε που διώχναμε τον πολέμαρχο της καθημερινότητας Αρταξέρξη βασιλιά.
               Ιδρωμένοι απλώναμε κάτι χέρια, όλο κόκαλα. Οι κοπελούδες γλυκοξύπνητες γελούσαν με χείλη μαργαριταρένια. Άνοιγαν τις ποδιές τους και μας μοίραζαν από τον παράδεισο που ήταν σκόρπιος στο αγιασμένο τους νοικοκυριό. Χριστοκουλούρες, αυγά, καρύδια, σταφίδες, δραχμούλες σκουριασμένες με  σβησμένες τις όψεις τους. 
              Φορτωμένοι, συνεχίζαμε την επωδό: <<Το καλαμάρι έγραφε την μοίρα του την έλεγε και το χαρτί ομίλει, Άγιε μου καλέ Βασίλη >>.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ:Ερμελίντα

 Του Παν. Αντωνόπουλου 
          --- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το  χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας! 
          Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος  και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο. 
          --- Άσ’ το παιδί, Σάκη, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.
         Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για  κουβέντα. 
Άφησε τον πάγκο και κάθισε στο τραπέζι. Τα κατακόκκινα μάγουλά της είχαν λαμπαδιάσει γιατί τα ‘χε τσούξει. Ήταν όμορφη και νέα. Θαμμένη όμως πίσω από το παράθυρο να τραβάει το μπερντεδάκι, ήξερε τι εστί ζωή σε χωριό άψυχο σαν γρανίτης. Και είπε σιγαλά και με στοχασμό: 
        --- Είναι νέος, γραμματισμένος με κουρδισμένη καρδιά από αόρατη δύναμη να δείχνει τη σοφία στα παιδιά και να τους μαθαίνει να θαυμάζουν τον Αυγερινό και να σιχαίνονται την Άβυσσο. Όμως εδώ που ήρθε χαντακώθηκε, η νιότη του λαβώνεται και η σοφία του μαραίνεται. Τόπος είναι αυτός για ένα τέτοιο πριγκιπόπουλο που το βλέμμα του σταλάζει ανάλαφρη την αφτέρουγη Νίκη! Κι αν αγαπάει; Τι τον κρατάει εδώ! 

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Θεριά οι άνθρωποι

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
                   Μην τίκτεις Παναγία μου, τον υπερούσιο υιό σου. Στο σπήλαιο δε θα οδοιπορήσουν μάγοι, ούτε άγγελοι μετά ποιμένων να τον δοξολογήσουν, αλλά οπλισμένοι Ευρωπαίοι ορθόδοξοι τζιχαντιστές που ψέλνουν << Ωσαννά >> στο Σωτήρα χρήμα. Γέννησέ τον στις νεφέλες του ουρανού, στους αστεροειδείς  εμπιστέψου τον και στον αστερισμό του Υδροχόου. Εδώ στη γη θα πνιγεί στο αίμα των σφαγμένων, θα καεί στο δάκρυ των αδικημένων, την αγάπη θα δει των ανθρώπων να πνίγεται ριγμένη σε πέλαγος φουρτουνιασμένο.
               Στη γη σου και στη γη μας, οι νηστικοί πληθαίνουν, οι εν τόπω χλοερώ αυξάνουν, οι δουλευτές παίρνουν των ομματιών τους και πάνε στον αγύριστο, στις φάμπρικες του Κρόουλ Σβαν και του Γιοζεφούχτεν οι μηχανές κόβουν δάχτυλα, αφήνουν σακάτες, σκορπίζουν θάνατο. 
               Το ΔΝΤ μας έκανε φίνο κούρεμα, μας πήρε το έσω ρούχο, μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, φάρμακο, ψωμί, γάλα, τα ‘κοψε, το φτωχό μας τσαρδάκι τ’ άδειασε, οι διαμένοντες μέσα υποβιβάστηκαν σε φτωχαδάκια. 

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.
    Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ:Τερψούλα

Του Παν. Αντωνόπουλου  
   Ένας Δεκέμβρης με τον ήλιο του στον αστερισμό του Αιγόκερω. Ο αέρας του σφύριζε με άναρθρες κραυγές. Οι ρωγμές που μας άφηνε στα μάγουλα έσταζαν αίμα. Το κρύο έκοβε σαν γυαλί τα τρυφερά μας γυμνούλια μέλη. Τα Χριστούγεννα που ξημέρωσαν είχαν βουρκωμένη ψυχή κι ένα σκονισμένο πένθιμο δέντρο σε κάθε σπίτι. Χωρίς στολίδια και με τα λαμπάκια του σβηστά. Για να μη δυσαρεστήσω το μικρό Χριστό, και, για να τον ευθυμήσω, στο δικό μου δέντρο κρέμασα τρία βελανίδια, δυο τσαμπιά κούμαρα κι ένα ματσάκι λεμονανθούς. Ένα αστεράκι από τσιγαρόχαρτο στην κορυφή του και για φάτνη, έβαλα ένα κομμάτι δέρμα από τα παλιά  τρύπια παπούτσια μου. Και στη φωλίτσα της σκόρπισα χρυσά άχυρα βουτηγμένα στο δάκρυ της φτώχειας. Μια μέγαιρα φτώχεια που μας είχε του κλότσου και του μπάτσου. Νηστικά, ανυπόδητα και δίχως ρουχαλάκια. Χωρίς βιβλία, μολύβια και μπογιές. Με τα στομάχια μας άδεια και τις κουπίτσες μας στεγνές.  Τη χαρά μας να μας τρυπά σαν αγκάθι και τα κορμιά μας τσουβαλιασμένα σε ραμμένα αποφόρια. 
   Η Τέρψη η γειτονοπούλα μου, έφτιαχνε ζωγραφιές με αγγέλους σε  χοντρό χαρτί περιτυλίγματος. Ζούσε όπως κι εγώ σε σπίτι μικρό, σ’ ένα καμαράκι με κουζίνα από σανίδες, χωρίς φωτιά, χωρίς λεφτά κι έτρωγε ρύζι και όσπρια που της έστελνε το φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας. Ο πατέρας της εργάτης στους δρόμους και η μητέρα της  πλύστρα στους πλούσιους. Χαράματα σκορπούσαν και μεσάνυχτα γύριζαν.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: Ένας παράξενος θάνατος την Άγια Νύχτα

Του Παν. Αντωνόπουλου
         Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στη μικρή επαρχία κι έκανε τους κατοίκους της άνω κάτω. Έλεγε πως το ερειπωμένο και στοιχειωμένο σπίτι στα ανατολικά της πόλης, που χρόνια τώρα ήταν κλειστό και το επισκέπτονταν μόνο τα νυχτοπούλια, απόχτησε οικοδέσποινα μια γριά στρίγγλα που της άρεσε να διηγείται ιστορίες και θρύλους τρόμου.  
Ήρθε έλεγαν οι φήμες για να αναστήσει τη νεκρή Παράδοση που τον ενταφιασμό της είχε προκαλέσει βάναυσα η φωσφορίζουσα χλιδή και η φθορά των αξιών της παραπαίουσας και διεφθαρμένης σύγχρονης κοινωνίας. Οι ακροατές στην αρχή ήταν λίγοι, αλλά σαν περνούσε ο καιρός και η αφηγηματική ικανότητα της γριάς καταγοήτευε τους πάντες, το ακροατήριο πύκνωνε αλλά παράλληλα αυξανόταν και η καχυποψία για το σκοπό και το έργο της. 
Όσο  ακόμη ήταν μικρή αγαπούσε τη φιλομάθεια και την ανάγνωση μύθων. Της άρεσε πολύ όμως και να τους διηγείται, προσθέτοντας στοιχεία άκρατης φαντασίας και τρόμου. Για να θεωρηθεί έτσι από το εκκλησιαστικό και οικογενειακό της περιβάλλον  << άκρως επικίνδυνη για τη διανοητική της κατάσταση >> και κλείστηκε σε μοναστήρι.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο φουκαράς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Α, τον έρημο! Απολυμένος πώς να ζήσει; Έχει δυο ευσχήμονες υιούς, μια θυγατέρα, πλουμιστή περδικούλα, και, όλο του ζητάνε. Σπουδάζουν στην περιφέρεια, ο δρόμος τους Γολγοθάς, η ζωή τους σκόρπια στάχτη. Η σύζυγος στα Δερβενάκια της κουζίνας, ο ίδιος πολυτεχνίτης, κόβει χόρτο στον κήπο του γείτονα, στους δρόμους της πόλης βουλώνει τις γράνες, στο ποίμνιο του βοσκού κάνει τον μπαρμπέρη.
             Το μεροκάματο ψίχουλα, τα χρέη βουνό σαν την Γκιόνα, ο τέντζερης άδειος, η ντομάτα φιλεμένη από τον ξάδερφο δεν απολείπει στο τραπέζι. Στο σούπερ μάρκετ μέχρι να μπει βγαίνει, όλο το ψώνιο του δυο χαρτιά τουαλέτας και μια κονσέρβα  για να γίνει μερίδες για τρεις μέρες.
            Στο σκοτάδι μασάει την μπουκιά του, στο γερμένο σπίτι τριγυρνάει σαν μπελέχαρος ποντικός. Ο γάτος εργάτης της  εταιρείας σκαρφαλωμένος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα, ζόρια ατελεύτητα του άφησε, κατεβάζοντας το διακόπτη. Κι έτσι οι πληγές του από δέκα γίνανε εκατό. Δεν μπορεί να βράσει μακαρόνι στο τυφλό μάτι της κουζίνας, να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο, να φωτιστεί με λάμπες σβηστές, να τέρψει το έσω του με το Σουλεϊμάν στον κακαρωμένο δέκτη.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Λίγη κόρα ψωμί


ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              Έτσι το  ‘φερε η οργή να γίνουμε άλλοι σοφεραίοι, άλλοι περιπτεράδες και κάποιοι δασκαλάκια. Αμνοί και όχι κλέφτες. Νομοταγείς, χριστιανοί με περικεφαλαία, μισαλλόδοξοι, τζιχαντιστές κατά αλλοθρήσκων, λαλίστατοι τραγουδιστές της χουγιαγμένης μας ζωής, ελληνάρες που τους στραγγάλισαν γενίτσαροι πολιτικοί πριν λυθούμε ακόμη από το λουρί της μάνας μας. 
              Ο προπάππος μας είδε το φύτρο του να μεγαλώνει στο χωριό, ο παππούς συνέχισε το δικό του στο ρεικότοπο, ο γεννήτορας θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο να ξελογγώνει μια σποριά να την κάνει γη.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ:Ω γύναι, γλυκύτατό μου κάλλος

Του Παν. Αντωνόπουλου 
        Ο άντρας γοητευμένος από την κομψότητα του επιπλωμένου δωματίου, σεργιάνισε κεφάτος τρεις φορές ανάμεσα από τα όμορφα έπιπλα κι αφού τα θαύμασε, βγήκε μ’ ένα ανάλαφρο βηματισμό στη βεράντα. 
Μόλις είχε γυρίσει από τη λειτουργία της Ανάστασης κι ένιωθε εκπληκτικά όμορφα. Έτσι με γιορτινή διάθεση αφέθηκε να κοιτάζει το στολισμένο με τα άστρα ουρανό και το αστείο κίτρινο φορεματάκι που στραφτάλιζε στο κορμί τής θάλασσας φορεμένο από τις βελούδινες αχτίδες του φεγγαριού.
<< Συνηθισμένα πράματα αυτά που βλέπω >> σκέφτηκε << αλλά λεπτοδουλεμένα από χρυσό κι ασήμι τόσο περίτεχνα από τη φύση που μόνο αυτή ξέρει να φτιάχνει με την αθόρυβη έμπνευσή της και τον ευφυή χρωστήρα της! >> και με μια υπερβολική αισιοδοξία, έσκασε ένα επιπόλαιο γελάκι που θρυμμάτισε τη σιωπή τής ήρεμης νύχτας.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Πύργοι χάρτινοι!

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Μεσημεράκι, ραντισμένο με σκόνη Αφρικής και σύννεφα γεμάτα γυαλιά. Ο εγγονός τάιζε στην αυλή το γάτο κι ένας ήλιος που ‘παιζε κρυφτό με το σύννεφο τους ζέσταινε. Στην πόρτα μπαίνει ο παππούς με το σακάκι ριγμένο στον ώμο, την τσάντα συντριμμένη στον τροχό της κρίσης, το μάτι του άσπρο γιατί ό,τι έπιανε στο ράφι του σούπερ  μάρκετ γινόταν ανήμερο θεριό και τον δάγκωνε με το κοφτερό του δόντι. 

           Ο μικρός ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Οι γυαλιστερές μπούκλες του κυμάτισαν, τα ζυμαράκια δάχτυλά του χώθηκαν στις τσέπες του και τις έψαχναν. Βρήκε πάτο, έπιασε αέρα και ο λιποτάκτης φύλακας άγγελός του, του έστειλε δάκρυ καυτό στα μάτια. << Τίποτα δε μου ‘φερες, τίποτα, παππού; >>  Η φωνούλα του δε βγήκε ολόκληρη, έσβησε πριν ακουστεί το τελευταίο… ουουου… Και όπως ένα πληγωμένο ζωάκι σύρθηκε  στους ανθούς του κήπου.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Χαρτί απορίας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

              Τούτης της στραβοπόδαρης ελληνικής γραφειοκρατίας πολύ της αρέσουν τα στολίδια.  Για να ρυθμίσεις το στεγαστικό σου δάνειο  θέλεις δώδεκα χαρτιά συν φωτοτυπία του βιβλιαρίου καταθέσεων για το κερασάκι στην τούρτα! Και όσο  στρώνονται στοίβες τα χαρτιά  στο γραφείο της υπαλλήλου, άλλες φουρκάδες σε περιμένουν. <<Φέρε μου κι ένα  <<ανεργίας >> του γιου σου, και τους τίτλους κυριότητας και επικαρπίας του σπιτιού>>  σου λέει.  Τα χάνεις, βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που άφησες τη στρούγκα για να φτιάξεις σπίτι και περιχύνεις το φαρμάκι σου στους μούργους αφέντες σου.
            Αυτή λοιπόν η γραφειοκρατία μου άρπαξε σε πίσω καιρούς το δισάκι μου. Μ’ άφησε χωρίς ψωμί και στέρεψε το νερό στο φρυγμένο μου κορμί.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Η άνθηση της διαφθοράς

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
Εδώ και μέρες η πόλη έβραζε σαν ηφαίστειο. Και αιτία ήταν η απόφαση που πήραν και διέρρευσε, οι επώνυμοι άρχοντες και οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, πως  θα  μαζεύονταν  αρχές  του  καλοκαιριού, << στο σπίτι της διαφθοράς >>  για την ετήσια συνάντηση οργίων! 
Πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν  ν’ αρπάξουν τα μαχαίρια και να τους σταματήσουν, άλλοι πως το πιο σωστό ήταν να τους κάψουν το βράδυ της συνάντησης και οι πιο συνετοί μίλησαν για μια δίκαιη τιμωρία που θα ερχόταν από τη Θεία Δίκη και την Εκδίκηση. 
Ο πρώτος που δίδαξε τούτη τη συνάντηση των οργίων ήταν ο βαρόνος Ντε Πιε, Φράγκος στην καταγωγή, που  ήρθε σαν καταχτητής κι αφού απόχτησε πολλά λεφτά και χτήματα, σκέφτηκε να τα ξοδέψει σε  ακολασίες, σαρκικές επαφές, ερωτικά διεφθαρμένα βίτσια, και συμπόσια με κακόγουστα αναγνώσματα και συζητήσεις μεταξύ των καλεσμένων. 

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Σώματος άθλησις

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Tου Παν. Αντωνόπουλου 
     
                    Μας  πνίγει το φασισταριό. Από το δασκαλάκι με τη βέργα ως το γιατρουδάκι που δεν ξέρει να βάλει τον καθετήρα. Από το διορισμένο υπαλληλάκο μέχρι τη φρυδού γραμματέα που γλείφει γλειφιτζούρι και σου δίνει ασφράγιστο το δίπλωμα οδήγησης. Από τον ταξιτζή που πιάνει μπούτι αντί λεβιέ. Από το σκουπιδιάρη που αφήνει τις σακούλες  στην πόρτα σου και αδειάζει τον ψόφιο γάτο στον παιδότοπο της γειτονιάς. 
                   Φασισταριό που εκκολάπτεται ως όφις στο ωόν. Που πιστεύω του έχει το άρτζι - μπούρτζι και λουλάς, τον τρόμο, τη βία και τον αριβισμό. Που κάνει αρκουδόμουτρο το ανθρωπάκι της  θεσούλας. Που τον ντύνει με τριχοφυία ποιμενικού μολοσσού και τον διατάζει: γίνε Ταλιμπάν και όποιον πάρει ο χάρος.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Φραγκίσκα

Διήγημα 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

         Έμπαινε χοντρούλης ο Αύγουστος, λειψούλια εμείς μαζωνόμαστε γύρω του και περιμέναμε να μας πετάξει λίγο κοψίδι απ’ το σουβλιστό κριάρι του.  Εκείνος όμως  έφευγε, τον παίρναμε στα κοντά, τον κυνηγούσαμε με το λάστιχο και τον στέλναμε άδοξα στον αγύριστο για την ασπλαχνία του. Έβγαινε ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού και σταματούσαμε.
         Το πρωί μας έβλεπε η μέρα σαλταρισμένους, μας έλεγε: <<  Δεν πάτε να κυνηγήσετε κοτσύφια στο βουνό που καθόσαστε και κυνηγάτε το μήνα;>> Την ακούγαμε και παίρναμε την ανηφόρα.  Εγώ με μαύρο μπερεδάκι στο κεφάλι, ζωσμένος με μια φαρδιά ζώνη το τρύπιο μου παντελόνι και μ’ ένα λερωμένο τετράδιο στην κωλότσεπη.  Οι άλλοι με στολές εκστρατείας,  βουτηγμένες στα χρώματα με ακολούθαγαν. Ήμουν ο αρχηγός και έπονταν. 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Σφαλιάρα από το θείο!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

          Σε πίσω εποχή ο λόγος. Ποια εποχή; Τη γραία του παρελθόντος, τότε που οι κλέφτες της σήμερον μορφώθηκαν το κακό και το αλλότριο και σύλληψαν στο μυαλό τους την πάσα καταστροφή μας. Με σχολεία στάβλους, βιβλιοθήκες σκονισμένες, δασκάλους δικτατορίσκους, γνώσεις μουχλιασμένες  σε σωρούς από κίτρινα χαρτιά γεγραμμένες.  << Βασιλεύ ουράνιε, παράκλητε… >>  στις αίθουσες, << πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς… >> στα κατηχητικά. Με τους κακούς μαθητές γονατισμένους στο χαλίκι, τους σκασιάρχες από τη χριστιανική συντροφιά της ορθόδοξης εκκλησίας ξυλοφορτωμένους και κυνηγημένους με το θυμιατό του παπά. Στο σπίτι σε κάθε μετάληψη των αγιασμάτων από τις πράξεις σου, σου ‘ριχνε μια σβουριστή κατραπακιά ο σουλτάνος πατέρας, << ανάξιε >> στη συνέχεια  σε προσφωνούσε. 

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Μπροστοθρανίτες

ΔΙΗΓΗΜΑ 
Tου Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
          Τούτη τη φορά είπα να μπω στη Σχολή. Δεν το άντεχα  να ‘μαι απέξω και να μου λένε τα υποψήφια χορτασμένα πλουσιόπαιδα της ιατρικής, πως τα γονίδια του  πατέρα μου ήταν  << ομιχλώδη από βιοενέργεια >> και με  << παγίδεψαν >> πράγμα που σήμαινε πως ήμουν σκράπας κι άχρηστος για πτυχίο.
           Έτσι χαιρετώντας τον πατέρα, που με κοίταξε ξαφνιασμένος ένα πρωί, του είπα με λόγο χαριτωμένο και αποφασιστικό:
           ---  Φεύγω! Πάω να δοκιμάσω πάλι την είσοδό μου στη Σχολή! Δώσε μου την ευχή σου και στείλε τον οβολό σου, Μητροδώρας εφτά, στα Εξάρχεια! 
           Με το δάκρυ να του κυλάει στο μάγουλο, μ’ αγκάλιασε εκείνος και μου είπε:

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αμνοί και ερίφια

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

            Η εποχή μας λαπάς. Ουδέν ακμάζει κι όλα φαίνονται μέσ’ από δακρύβρεκτο όμμα. Αλυσοδεμένο το πνεύμα, μαραμένα τα φύλλα της ευώδους μυρσίνης μας. Πιασμένοι σαν τους ποντικούς στη φάκα να τρώμε το δηλητηριασμένο τυράκι, ούτε ακούμε του αφρού το μουρμούρισμα, ούτε βλέπουμε το ανθισμένο ροδάμι που τραγουδά όταν το χαϊδεύει ο άνεμος Ζέφυρος.  
              Λησμονήσαμε το ευ ζην, το ρίξαμε στο κακώς ζην. Η χαρά μας μοιρολόι, τα χάδι μας αρπαχτικό πιράνχας, ο λόγος μας μαραφέτι διαβόλου, η τερπνή κουβεντούλα μας Μέγαιρα Ερινύα, οι θείες εκλάμψεις της συντροφιάς του φίλου, σάρισες Μακεδονικές που πληγώνουν σπλάχνα. 
               Εσωστρεφείς, ερημίτες σαν τον ακριδοφάγο Άγιο Αντώνιο, οδοιπόροι των ηλεκτρονικών δρόμων, εράσμιοι φίλοι των e-mail με τα μπατιρημένα αισθήματα. Δουλειά σαν τους είλωτες της αρχαίας όμορης Σπάρτης, έγκλειστοι σε στρατόπεδα αιθάλης, άβουλοι και κουρεμένοι γουλί από τροϊκανούς κουρείς και ημέτερους μαθητευόμενους μπαρμπέρηδες σε κεφάλια κασιδιάρηδων. Διασκεδάρηδες τα Σαββατοκύριακα μέχρι να λαλήσουν οι κοκόροι, μεθώντες για την εξωτερική εμφάνιση, τη μέσα σάπια ψυχή μας μια σταλίτσα εγκράτεια να τη γιατρέψουμε δε σπαταλάμε.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Κραυγή τρόμου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Του Παν. Αντωνόπουλου

Ο εφοπλιστής Λεόντειος σαν άφηνε τα γραφεία της εταιρείας του στον Πειραιά, ερχόταν στην πολυτελή έπαυλή του στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου για ξεκούραση και ανάκτηση δυνάμεων.  Τον υποδεχόταν εδώ το υπηρετικό  του προσωπικό κι αφού τον φρόντιζε τις τρεις πρώτες μέρες ανελλιπώς, την τέταρτη τον οδηγούσε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του με τα χρυσόδετα και σπάνια βιβλία της, για να διαβάσει. Σαν απόμενε μόνος του ο εφοπλιστής, κατέβαζε από τα ράφια όλα τα κυνηγετικά βιβλία κι άρχιζε να τα διαβάζει μονορούφι. Και τούτο γιατί διαβάζοντας τέτοια βιβλία αποκτούσε γνώσεις που του χρησίμευαν στις κυνηγετικές του εξορμήσεις. Έτσι γινόταν μέρα με τη μέρα καλύτερος κυνηγός και τα θύματά του αυξάνονταν.  
Επειδή του άρεσε  να βλέπει κακοποιημένα ζώα, είχε φτιάξει δίπλα από τη βιβλιοθήκη του ένα μουσείο με ταριχευμένα! Τα είχε κλείσει προσεχτικά σε ράφια, ασφαλισμένα με γυάλινα τζάμια που η ταυτότητά τους γινόταν γνωστή από τη μικρή κόκκινη ετικέτα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του ζώου κι έγραφε το όνομά του. Έτσι ο επισκέπτης, που, φυσικά έπρεπε να...

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Μητέρα πατρίδα

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 

          Προστάτισσα της ζωής μου σ’ έβαλα από τη νεότητά  μου και στην φρουρά της αγκάλης σου κατέφυγα να γλιτώσω από τα δόντια των  πιράνχας σου. << Ολίγιστη είμαι >> μου είπες << να σε σώσω δεν μπορώ >>, μόνος σου βρες τα μαγεμένα βότανα να τα κοιμίσεις και να τα εξαφανίσεις >>. Οδοιπόρος κι εγώ τους δρόμους πήρα, τον έναν άφηνα, τον άλλον άρχιζα, τα βότανα έψαχνα σε χούνες και ρέματα να βρω.
           Σε σχολείο που το ‘δερναν από όλες τις πάντες αέρηδες σίφουνες, μια δασκαλίτσα, περδικόστηθη, με μάτι λιόμαυρο όμοιο λαμπήθρα μ’ έμαθε Τούρκους Αληπασάδες να μην προσκυνώ, Έλληνες ψωρίλους πολιτικούς να μην πιστεύω.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μυθιστόρημα:Ο ήρεμος Ζέφυρος του Ιονίου


Α   
               Χρύσωνε o ήλιος το κάστρο, τη θάλασσα και τον ελαιώνα στον κάμπο, όταν οι πρώτοι καταστηματάρχες της πλατείας σήκωναν τα ρολά για να υποδεχτούν την πελατεία τους και να έρθουν αντιμέτωποι με τη χαρά του χρήματος. 
             Ο πρώτος που έφτασε και στάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα του μαγαζιού του, ήταν o ζαχαροπλάστης o Κυρ Θόδωρος ή Γεδεών. Αφού κοίταξε για λίγο τις πόρτες των άλλων γειτόνων του, έσκυψε παρά τον όγκο της θεόρατης κοιλιάς του και ξεκλείδωσε το λουκέτο μ’ ένα δυνατό θόρυβο που τάραξε ενοχλητικά τη σιωπή της μικρής πλατείας.
       Πέταξε ύστερα μ’ ένα δυνατό τίναγμα του δεξιού του χεριού τη γόπα του τσιγάρου του απ’ τα σαρκώδη χείλη του πάνω στο φράκτη του διπλανού οικοπέδου και με τα δυο του χέρια άρχισε να σηκώνει τα ρολά της πόρτας. Όταν το κατάφερε και τα σφήνωσε στην πάνω μεριά του τοίχου, ξεκλείδωσε ύστερα την ξύλινη τζαμόπορτα και μπήκε μέσα τραβώντας κατ’ ευθείαν για την κουζίνα.
-Διαβάστε την συναρπαστική συνέχεια κάνοντας κλικ στον σύνδεσμο: