Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

 

Με  την  πένα

                              Οθόνη ελληνικού κινηματογράφουΤο ξύλο βγήκε από τον παράδεισο - Βικιπαίδεια

                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                  Δεν αντέχονται τα ντουβάρια με τούτον τον ιό. Σου φεύγει το τσερβέλο ώρες ολόκληρες  στημένος μπροστά στην t.v να ταλαιπωρείς το κυκλοφοριακό σου και σου ‘ρχεται να λαλήσεις με όσα βλέπεις. Βαριεστημένος από τις κλίνες των ΜΕΘ, με τα κηρύγματα των ειδικών, με τους διπλασιασμούς και τους τριπλασιασμούς των κρουσμάτων, έκανα ζάπινγκ. Πέφτω σ’ ένα ασπρόμαυρο πλάνο του 1969, << Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο >> με την εθνική σταρ και τον αστέρα Δημήτρη. Όλα καλά αλλά την ταινία την έχω δει πάνω από τριάντα φορές και άλλαξα κανάλι για να ξεσκονίσω από το τεραίν του εγκεφάλου μου, αραχνιασμένες λιμνάζουσες εικόνες.

              Η εικόνα πάλι γνωστή. Έπαιζε << Ταπεινός και καταφρονεμένος>> του 1968 με το παιδί του λαού Νίκο και τη γλυκύτατη Άντζελα Ζήλεια. Προσηλωμένος στο μπουζούκι του ο Ξανθόπουλος, αγάπησε τη νεαρά, αυστηρά τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, μπήκε η ζήλεια στη μέση, χώρισαν, έβαλε το χεράκι της και η σκρόφα η κοινωνία, ο χρόνος όμως τους έσμιξε.  Τραπέζια, οινοπνευματώδη, χορός, συγκινήσεις, κλάματα, τραγούδι μέχρι ξεφαντώματος. Κι αυτή την ταινία θα την έχω δει, πάνω από είκοσι φορές.

          Ψάχνω για κάτι καλό, κάτι ευχάριστο, ανέμελο, κάτι σχετικό με την καθημερινότητα, μια εικόνα έστω του χειμαζόμενου λαού. Έτσι έκανα ζάπινγκ για τρίτη φορά. Η οθόνη σε έγχρωμη εικόνα, εξέπεμπε κοινωνικοδραματικό σενάριο, γυρισμένο σε κάμπους και βουνά, εν έτη 1970. Πλείστοι ηθοποιοί, με πρωταγωνιστές τον Κούρκουλο και τη Νίκη Τριανταφυλλίδη. Η ιστορία της ταινίας αληθινή, Δωρίδα Ρούμελης, του 1780 όπου ο λαϊκός ήρωας Αστραπόγιαννος τα βάζει με τους τσιφλικάδες γαιοκτήμονες Τούρκους και Έλληνες που έπιναν το αίμα των κολίγων που δούλευαν στη γη τους. Έχθρες μεγάλες εκατέρωθεν,  συγκρούσεις, δωροδοκίες, λυκοφιλίες και ξύλο. Ο μουσάτος και μακρυμάλλης στην ταινία Κούρκουλος θα το θυμόταν σε όλη τη ζωή του.

        Κι αυτή την ταινία θα την είχα δει  δέκα φορές. Για να μην αποτρελαθώ από τα ίδια και τα ίδια, είδα ελάχιστη.  Ζάπινγκ και πάλι, μήπως βρίσκοντας, κάτι μέτριο, όχι όμως επανάληψη, έρθω στα ίσα μου. Ευτυχώς ο δέκτης εξέπεμψε  φιλόμουσο θέαμα με τη βιογραφία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών πλαισίωναν την πρωταγωνίστρια που υποδυόταν τη στιχουργό, κρατώντας άσβεστο το ενδιαφέρον του τηλεθεατή να απολαμβάνει την ταινία. Η στιχουργός έγραφε για το πόπολο, να ξεζαλικώνει τις έγνοιες του, θεραπεία να βρίσκει στη μαγεία των στίχων της. Το έργο κυριολεκτικά το ρούφηξα. Είναι έργο που δεν σε κουράζει, γιατί έχει αυτό που σε  καθηλώνει, την καθημερινότητα ενός ανθρώπου. Στο πάλκο οι τραγουδιστές που υποδύονταν παλιές δόξες του λαϊκού τραγουδιού, αξεπέραστοι, σε δίπλωναν στα δύο από τη συγκίνηση.

      Πολλά τα τραγούδια της. Αναφέρω μερικά που μου τα ‘φερε η μνήμη.  << Δυο στράτες έχει η ζωή >>.  Εμβληματικό με ιστορία. Δικό της είναι. Στο δίσκο γράφει πως είναι του Στελάρα Καζαντζίδη. << Μη γράφεις τ’ όνομά μου, δεν με ενδιαφέρει, πόσα μου δίνεις; >>. Το ‘χε πουλήσει! Και το << Μ’ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό >> δικό της.  << Πόσα μου δίνεις;  Δυο κατοστάρικα; Ρίξ’τα >> είχε πει και το πούλησε. Και γι’ άλλα τραγούδια το ίδιο.  Αδιάφορη. Ούτε για δόξα νοιάστηκε, ούτε για υστεροφημία. Όλα στα χαρτιά και στην έξω ζωή. Καλά έκανε. << Όλα είναι, ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή […] >>.

     

                                            

 

 

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

 

      Κυπαρισσιώτικες εικόνες

                                                  Κυπαρισσία, ο  Λαοκράτης, ο χρόνος και η Πανδώρα     Κυπαρισσία, η πανέμορφη “ξελογιάστρα” της Μεσσηνίας | MagicMessinia.Gr

                                                                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                 Είχα χρόνια να τον δω. Συναντηθήκαμε τυχαία. Ο φλύαρος χρόνος τον είχε κάνει αγνώριστο. Άσπρο μαλλί και άσπρο γένι.  << Δε με γνώρισες; >> μου ‘πε. << Ο Λαοκράτης είμαι, συμμαθητές στην πρώτη Γυμνασίου για μια χρονιά και γείτονες στη Γελουδά. Μικρός ο χρόνος της γειτνίασής μας αλλά οι σελίδες της πάμπλουτες από νότες της ζωής όμορφες, πικάντικες ιστορίες και αλλόκοτες εφηβικές επινοήσεις. Αρχόντισσα η Αρκαδιά σαν μια αόρατη πεταλούδα που πέρασε από μπροστά  μου κι έφυγε. Έφυγα κι εγώ. Μετάνιωσα. Αν έμενα σφυρηλατημένος από την αθωότητα εκείνης της μίζερης εποχής, ίσως να μην ήμουν απολωλός σήμερα  >>.

                Στην ταβέρνα << Αρκαδιά >> στο τρίτο ποτήρι ξεκίνησε να εξιστορεί τα βάσανά του. << Τρία χρόνια στην ψειρού, κάτι θα ‘χεις ακούσει,  όλα ξεκίνησαν από το Φαρισαίο θεολόγο.  Θα θυμάσαι που μ’ έπιασε να παίζω στο μεγάλο καλντερίμι και την άλλη μέρα με χαστούκισε μέσα στην τάξη και μου ζήτησε να απαγγείλω το << Πάτερ ημών, εφτά φορές >>. Εγώ άρχισα και είπα τα δικά μου: Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, παρελθέτω η αδικία σου, γεννηθήτω το κατόρθωμά σου ως εν ουρανώ και επί της γης.  Τον άρτον ημών τον κουμούτσιον πάρ’ τον από τους πλούσιους και δος ημίν σήμερον και αύριο και μεθαύριο και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Θα  θυμάσαι ακόμη, που μου είπε: << Λες ανοησίες, μπολσεβίκε >> και με λιάνισε στο ξύλο.  << Χάσου εσύ και το πανεπιστήμιό σου>>, του απάντησα κι εγώ και πετάχτηκα από την πόρτα σαν πυροβολημένος.

        Από τότε χάθηκα. Κείνες τις εποχές της υλικής ένδειας δεν υπήρχαν λιμνοθάλασσες αρμονίας. Απαιτητικό το στομάχι κι εξόχως γκρινιάρης και ενοχλητικός ο σπιτονοικοκύρης, που παρά την επίμοχθη προσπάθειά μου να του καταβάλω τα ενοίκια δεν τα κατάφερα, ήταν αιτίες που θεμελιώθηκε μέσα μου η φυγή. Λιποτάκτησα,  πήγα στο χωριό, πιλαλούσα στα χωράφια, ξέχασα το βιβλίο, έβαλα το σουγιά στην πισωτσέπη, τα τσιγάρα στο τσεπάκι και πήρα τη ζωή μου λάθος! Οι φαλαγγίτες της χούντας με παρακολουθούσαν, μου έφτιαξαν φάκελο και περίμεναν το πρόσταγμα να μ΄ αρπάξουν. Όταν με θεώρησαν επικίνδυνο με συνέλαβαν.  Μου ‘ριξαν τρία χρόνια για αντίσταση κατά του καθεστώτος και μ’  έκλεισαν  στις φυλακές της Κασσανδρίας.  Εκεί έμαθα  πως οι σωτήρες μας αυνανίζονταν σ΄ ένα ζωγραφισμένο πουλί με γραμμένο στα πόδια του το τρίπτυχο, Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών!   Πέρασε ο καιρός, βγήκα, γύρισα στο χωριό. Άραξα στον καφενέ και το ‘ριξα στο χαρτί και στο ποτό. Ερωτεύτηκα την Πανδώρα, μια πλούσια χωριατοπούλα, όλο φωτιά, με μάτια να ‘χουν το χρώμα της θάλασσας και χείλη το χρώμα του κερασιού. Ερχόταν με τον μπότη να πάρει κρασί κι εγώ κυλιόμουν στα τέσσερα να την φτάσω και να την αγγίξω. Σιγά μην την έδιναν σε μένα! Αυτή με έσπρωχνε και με περιφρονούσε. Έπεσα σε κατάθλιψη. Το ‘ριξα πιο πολύ στο χαρτί, δεν έκανα οικογένεια, κατάντησα ρέμπελος, ένα κουρέλι. Το σπίτι έγερνε, δανείστηκα να το στυλώσω.  Του ‘ριξα λίγα λεφτά τ’ άλλα τα ‘φαγα. Το χρωστάω. Αύριο πάω στους τραπεζίτες. Αν το χάσω, χάνομαι… Εσύ; Εσύ έχεις βάσανα; >>

           Οι λέξεις του μεταξωτές χορδές σχημάτισαν μιαν άρπα κι άκουγα και το δικό μου τραγούδι στον ανάλαφρο άνεμο. Σιώπησα. Φίλη επιστήθια η ψυχή μου είχε συντριβεί.

             Άδειασε  το ποτήρι, με άγγιξε στον ώμο, στα μάτια του η θλίψη κυλούσε υγρή. << Ωραία χρόνια τότε… >> ψιθύρισε κι ένας λυγμός του έσβησε τη φωνή. Όταν συνήλθε, με παρότρυνε: << Πες μου κάτι για σένα, θέλω ν’ ακούσω! >>

        Λύγισα, άρχισα;  << Διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος  στα σχολεία της αρχόντισσας τούτης πόλης, έφαγα το χρόνο μου, δίδαξα τους μαθητές μου με τη συνοδεία των ασώματων αγγέλων της και τους έμαθα το << ευ πράττειν >>. Και τώρα με τη νεότητά μου μαραμένη, τους ευώδεις παραδείσους της πορείας μου σκαμμένους  απ΄ το φλύαρο καιρό και τη χλεύη του  Προκρούστη χρόνου, σέρνομαι στους δρόμους της σαν κίτρινο φύλλο, ένας καπνός που σαν νέφος θα σκορπιστεί στον ουρανό. Κι ως τώρα που με βλέπεις διάγω τη ζωή μου ζώντας στην αγκαλιά της, ασπρίζοντας στις γειτονιές της, ψηλαφώντας ότι έμεινε στη φλούδα της από μια ολάκερη φευγάτη ζωή. Κι όσο ξέρω πως οι μέλισσες και οι ολόχρυσοι κύαθοι, που βρέθηκαν στα σπλάχνα της θα είναι στο Μουσείο εν μέλλοντι απόντος μου, αφήνω τα δάκρυά μου καυτά να τρέξουν στις ρυτιδωμένες παρειές μου >>.

   Η φωνή του σιγοσβησμένη, ψιθύρισε:  << Όπως κι εγώ! Ένας φτωχός και λησμονημένος ερημίτης! Στο χάος και στη λήθη! Αφήνεις όμως κάτι! Εγώ; >>

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

           

            

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

  

                                       Το ηρώο, η ερημιά και η μετάλλαξηΗρώον - Κυπαρισσία

                                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

               Ο αναγκαστικός εγκλεισμός λόγω ιού, με πιέζει. Ξεπορτίζω όταν το επιθυμώ να πάρω λίγο αέρα, την προσωπική μου πλήξη να γιατρέψω, να μην καταστεί χρόνια ανίατος. Προχθές Σάββατο βράδυ, απεχθανόμενος την ταινία τρόμου που έπαιζε η χαζοκούτα, κίνησα για την πλατεία της πάνω πόλης. Αρέσκομαι να περπατάω κάτω από το φως των λαμπτήρων του δρόμου και ν’ ακούω τους ψιθύρους από τα φυλλώματα των δέντρων, καθώς και το τραγούδι του γκιώνη.

              Λίγο πριν το ηρώο, το  ερειπωμένο ογκώδες  κτήριο, ξενοδοχείο << Μορφέας >> παλιά στις δόξες του, με σταμάτησε, στους ανθούς της ποίησης για να με βάλει ο ποιητής και να ψάλλω: << Μες στο υπόγειο το κλειστό/ βρίσκονται στοιβαγμένες στιγμές αγαπημένες/ κάτω  απ’ της λήθης τον ιστό//. Βινίλια και ροκ εντ ρολ,/ αφίσες του Γκεβάρα μια γέρικη κιθάρα/ και άδεια μπουκάλια αλκοόλ//. Uranya τηλεόραση/ πικάπ μ’ ένα ηχείο/ ασπρόμαυροι κι οι δύο/σε σχολική απόδραση//. Κόμικς σε χάρτινα κουτιά,/ ένα μπλουτζίν καμπάνα,/ νότες Κάρλος Σαντάνα/ σε ξέθωρα παλιά χαρτιά//. Χακί στρατιωτικό μπουφάν,/ βυζαντινές σημαίες,/ αριστερές ιδέες/ σε σκισμένα σελοφάν//. Παλιά βιβλία με παλιές/ σε μένα αφιερώσεις,/ γραπτές φαντασιώσεις/ που μας βαπτίζουν ποιητές//.

        Καθισμένος ύστερα στο παγκάκι του ηρώου, νοερά ατενίζω τις πίσω στενάχωρες εποχές, που το μέρος σε ζάλιζε απ’  τον αντίλαλο της φλυαρίας των ανθρώπων, τις φωνές των παιδιών και σε ξεκούφαινε ο ρυθμός των τραγουδιών από τις γεμάτες πολύβουες ταβέρνες. Τότε ο συνωστισμός ήταν μεγάλος, ο ένας δεν φοβόταν τη φάτσα του άλλου, ούτε κυκλοφορούσαν μικρόβια και θανατεροί ιοί. Ο κόσμος τελούσε εν ευθυμία, γελούσε, γλεντούσε αγκαλιαζόταν, το πρόσωπο άφηνε ελεύθερο, ακάλυπτος έμενε, χωρίς μάσκες και καλύπτρες.

      Ως φαίνεται, έχει υποστεί μετάλλαξη όχι μόνο ο τρόπος ζωής μας, αλλά και ο ψυχισμός μας. Νομίζω το παρακάτω συμβάν θα ξεγυμνώσει το πελιδνό εαυτό μας. Μόνος λοιπόν μέσα στη νύχτα, απολάμβανα τη φωτοχυσία της φεγγαράδας, την πλατεία με τα νεοκλασικά,  τις ανταύγειες  της Αγίας Τριάδας, τις σθεναρές επιθυμίες των νυκτόβιων ζώων να διανικτερεύουν σε ιδιωτικούς χώρους. Απορροφημένος απ’ την ομορφιά, δέχτηκα επίσκεψη αγνώστου ανδρός, προφανώς κάτοικου της περιοχής που χωρίς ευαισθησίες με ρώτησε: << Ποιος είσαι; Νυχτόβιος γιατί; Φαίνεσαι ύποπτος! >> Του εξήγησα πως είμαι νορμάλ άνθρωπος, σιχάθηκα τα  σήριαλ στη μικρή οθόνη, βγήκα έξω και στάθμευσα εδώ για να ‘ρθω στα ίσα μου. Φάνηκε να τα άκουσε όλα αυτά βερεσέ, και για να με αφοπλίσει να μη συνεχίσω τις δικαιολογίες, άπλωσε το χέρι του για να με σταματήσει. Έφυγε κουνώντας το κεφάλι  του, με περιφρόνηση, ενώ εκφράστηκε χύδην όταν απομακρύνθηκε.

       Στο νου μου ήρθε ο Καρυωτάκης. Οι εποχές αλλάζουν οι άνθρωποι όχι. << […] Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,/ στον πλατύ κόσμο μια θέση//. Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,/ του δίνουν όψη ν’ αρέσει//. Όταν έχεις μια παιδική καρδιά/ και δεν έχεις ένα φίλο,/ πήγαινε βάλε βέρα στην καρδιά,/ στη μπουτονιέρα σου φύλλο […] >>.

 

 

 

 

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

  

                                                Η κυρία Χ.Παλιά Κυπαρισσία κατά τον μεσοπόλεμο - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online

                                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                 Επιστροφή στο παρελθόν. Μια στο τόσο καλό κάνει. Για να θυμηθώ το παλικαράκι, τον εαυτό μου εννοώ, που άφησα  γονείς, αδέρφια και συγγενείς να έρθω στην Κυπαρισσία, και στο γυμνάσιό της να συνάξω σοφία. Από την πρώτη μέρα έπιασα  νιτερέσα με τα ζόρια. << Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ος μάλα πολλά, >> άρχισε ν’ απαγγέλει ο φιλόλογος κι εγώ έψαχνα να βρω σε ποιον μιλούσε.

              Κοντά στον Αι Δημήτρη και κάτω από τις φυλακές του Μαντά, νοίκιασα δωμάτιο. Ένα ερείπιο με τις σκισματιές του βαθιές, ασοβάτιστο,  την πόρτα και τα παράθυρά του μπαλωμένα με τσίγκους και το πάτωμα γεμάτο τρύπες, απ’ όπου δεχόμουν τις επιθέσεις από τις λεγεώνες των ποντικών. Τα σκεύη ελάχιστα. Τηγάνι παλιό,  ποτήρι σπασμένο, κατσαρόλα μονόχειρη, πιάτο παλιομοδίτικο. Το φαγητό ελάχιστο, χωρίς πρωινό και δείπνο. Σπιτονοικοκυρά μου η κυρία Χ. Απογοητευμένη από τη ζωή και την φτώχεια, την κακία των γειτόνων τη μαλθακή καθημερινότητα,  με φρόντιζε προς τέρψη της μετά των τριών δικών της τέκνων. Χαλάλιζε το χρόνο της  μαζί μου, να με συμβουλεύει, να με πλένει, να μου φτιάχνει καφέ, ενίοτε και να με φιλεύει φρυγανιές αλειμμένες με μαρμελάδα και βούτυρο. Ως και πινάκια φαγητού μου σερβίριζε, όταν καταλάβαινε από τους ευγενικούς ήχους του πεπτικού μου συστήματος, πως πεινούσα.

         Περήφανη για την αγροικία της, τη θεωρούσε φτωχή μεν αλλά δημοφιλή λόγω ακριτικής θέσης και σπάνιας θέας του γαλάζιου Ιόνιου. Παρά την οικτράν γκρίνια με τον σύζυγό της, ενοικίαζε τρία δωμάτια σε γυμνασιόπαιδες, προς ενίσχυση του εισοδήματός της. Ως εκ τούτου, απομονωμένη η οικία μακράν της πόλεως, συνίστατο και για εκτροφή πουλερικών. Η αυλή της ήταν γεμάτη κότες, κλωσσόπουλα και πετεινούς. Ένας γείτονας όμως, άξεστος και κακός, έβγαζε φλύκταινες από τα διαπρύσια  << κι κι ρι κου>>, του πιο θρεμμένου κόκορα, όστις συνεχώς χαλούσε τον κόσμο από τα χαράματα. Οι καβγάδες της κυρίας Χ. και του γείτονα έπαιρναν κι έδιναν και ούτε βήμα πίσω κι από τους δυο, για ανακωχή, ενώ ο πετεινός συνέχιζε τα εκκωφαντικά  του << κι κι ρι κου >>.

    Εγώ τον έβλεπα και τον θαύμαζα. Ωραίο καλοθρεμμένο  και τροφαντό κοκορόπουλο με λαμπερά πούπουλα και πολύχρωμα φτερά, λοφίο στητό, περπάτημα κορδωτό, καμάρωνε σαν θυρεός του κοτετσιού, μαζεύοντας τις όρνιθες με στοργή υπό τη σκέπη του. Οι ασυνήθιστες ραψωδίες του,  μου άρεσαν κι ένιωθα χαρούμενος όταν τα << κι κι ρι κου >> του έκαναν έξαλλο το γείτονα και βάζοντας τις φωνές ήθελε σώνει και καλά να στείλει σε αιώνια σιγή τον πτηνόμορφο αοιδό. Και η ζωή συνεχιζόταν.  Εγώ να διαβάζω και να φοιτώ ανελλιπώς, τις ελεύθερες ώρες μου να τις ξοδεύω στο γυμναστήριο, στο ηρώο, στην πλατεία και στο κάστρο.  Ένιωθα παράφρων κι ευτυχής να συναντώ την Ιουλία μου στην παζαρόβρυση και να χαίρεται τόσο ο ουρανός όσο και η ψυχή μου.

     Ένα μεσημέρι η κυρία Χ. έστρωσε τραπέζι και με κάλεσε να φάμε μαζί. Η μερίδα μου, πλούσια, αχνιστή, περιείχε το πόδι του κόκορα, γαρνιρισμένο με ρύζι και  πατάτες ραγού.  << Σιγά μην κάτσω και σκάσω! >> μου είπε γελαστή, << με τις φωνές του γκρινιάρη του γείτονα! Τον έσφαξα και ησύχασα! >> Αδειάζοντας μέχρι πάτο το ποτήρι, άρχισε το τραγούδι: << Φώτα  φεγγαράκι μου, να πάω στην αγάπη μου//.  Φώτα ψηλά και χαμηλά γιατί είναι λάσπη και νερά,/ φώτα και χαμηλότερα να πάω γληγορότερα//. Εγώ φωτάω ως το πρωί κι όπου έχει αγάπη ας περπατεί //. Φώτα και συ λεβέντη μου,/ να δέσω το τσεμπέρι μου//.