Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

 

  Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

         ΔιήγημαΣυναντώντας τα θαλάσσια κήτη των κυπριακών θαλασσών- Μαγευτικές εικόνες

                             Το θαλάσσιο κήτος

 

 

             Μέρες τώρα ένας ασυνήθιστος αφηγηματικός  λόγος σκορπούσε το φόβο και τον πανικό στους κατοίκους της κωμόπολης στα νοτιοδυτικά του νομού και τους αφαιρούσε τη γαλήνη και την ησυχία τους.  Έλεγε πως ένα θαλάσσιο κήτος ξεβράστηκε στα νερά της θάλασσας, κοντά στο μικρό λιμανάκι της Αγίας Κυριακής και τις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού. Ο όγκος του ήταν μεγάλος και εκτόπιζε κάθε μικρό πλεούμενο και περίεργο κολυμβητή επισκέπτη που το πλησίαζε.

            Οι αφηγήσεις για την εξωτερική εμφάνιση του κήτους ήταν πολλές, αντιφατικές και συγκρουόμενες και δύσκολα τις πίστευαν οι κάτοικοι. Ωστόσο η Φαντασία, ο Μύθος και ο Φόβος με το δικό τους τρόπο μιλούσαν για ένα αδίστακτο και αιμοσταγές θαλάσσιο τέρας που του άρεσε να σπάζει κόκαλα και να κόβει μέλη. Όταν αγρίευε ανατάραζε τα νερά που τα κύματά τους έκρυβαν τον ήλιο τη μέρα και το φεγγάρι τη νύχτα. Κι όταν τραβιόταν παρέσυραν τους βράχους της ακτής με πρωτοφανή ορμή και δυνατή βουή.  Μια όμως αφήγηση ενός ερασιτέχνη ψαρά θεωρήθηκε αληθινή και γρήγορα μεταδόθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο σ’ ολόκληρη την κωμόπολη. Είδε  κι έπαθε, έλεγε ο θαλασσόλυκος αυτός, να γλιτώσει από τα δόντια του σαν το συνάντησε μια άγρια νύχτα με πανσέληνο στα αφρισμένα νερά και ένιωσε τη φοβερή ανάσα του να του καίει το κορμί!

                Το πρώτο πράγμα που τον εντυπωσίασε όταν το πλησίασε ήταν, όπως έλεγε, το μεγάλο μήκος του που έφτανε τα τριάντα μέτρα. Ακόμη το μαυροπράσινο χρώμα του που γυάλιζε εκτυφλωτικά κάτω από το φως του φεγγαριού σαν πελώριο σκουλήκι. Ωστόσο παρά το φόβο του, άρχισε να πλέει με το σκαρί του δίπλα του και να καταγράφει με κάθε προφύλαξη σαν ειδικός ερευνητής την ενστικτώδη και ζωώδη συμπεριφορά του.    Η μεγάλη ποικιλία των χρωμάτων στην επιφάνεια και στο βάθος του νερού, του έδινε την αίσθηση πως κάθε τόσο και λιγάκι το κήτος μεταμορφωνόταν, άλλαζε όψη και γινόταν πιο απειλητικό. Κι αυτό το ένιωσε πολύ σαν ήρθε η στιγμή να παρασυρθεί από το κήτος και να βρεθεί μέσα στη δύνη του εκτοπίσματός του. Τα νερά που με ορμή σκέπασαν το σκάφος του λίγο έλειψε να το βυθίσουν. Έντρομος μετά απ’ αυτό απομακρύνθηκε με μικρές κινήσεις σε ασφαλή απόσταση. Ένας ίσκιος που κινήθηκε κοντά στην πρύμνη του σκάφους και τον αντιλήφθηκε με την αριστερή κόγχη του ματιού του, τον κράτησε σε αγωνία και του ανέβασε τη φιλοπόλεμη διάθεσή του. Έτσι στρέφοντας το κεφάλι προς το μέρος του νυχτερινού επισκέπτη, άρχισε να τον παρακολουθεί.

        Στην αρχή νόμισε πως ένα μικρό  σύννεφο που πλησίασε κι άγγιξε το σώμα του φεγγαριού, θέλησε να τον τρομάξει και ταίριαξε με αφάνταστη πονηριά τροχιά και φως, έτσι για να τον σκιάσει, χωρίς οίκτο και έλεος στην πιο κρίσιμη στιγμή της αγωνία του!  Γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν έτσι! Κι αμέσως μια κραυγή τρόμου ξέφυγε απ΄ τα χείλη του, τα χέρια του γλίστρησαν απ’ το πηδάλιο κι ο ίδιος βρέθηκε μπρούμυτα στην κουπαστή!  Πεσμένος εκεί μπόρεσε και είδε στην αχλή της νύχτας το θαλάσσιο κήτος που λικνιζόταν σαν δεινόσαυρος πιο πέρα στα μαυρογάλανα νερά! Προσπάθησε να σηκωθεί και να πιάσει το τιμόνι αλλά γλίστρησε και βρέθηκε και πάλι ξαπλωμένος. Και τότε μέσα στους πόνους και τη ζάλη του διέκρινε στην ξέφρενη αντάρα των νερών το κήτος να ‘ρχεται κατά πάνω του! Στην κυριαρχία πλέον της δύναμής του περίμενε την επίθεση, ανήμπορος ν’ αντιδράσει και ν’ αντισταθεί. Χαμένος δεν του ‘μενε τίποτ’ άλλο πριν επέλθει το τέλος του, να ψηλαφίσει με το βλέμμα του στη θαμπή λευκότητα των νερών, να δει και να πάρει κάτι  μαζί του στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη που θα κατέβαινε. Σύγκρυο τον έπιασε μ’ αυτό που είδε, φτερό στον άνεμο η ψυχή του πετάρισε κι έλειψε να σβήσει. Στα αφρισμένα νερά δυο κόκκινα μάτια τον κοίταζαν, ένα ανοιχτό στόμα με κοφτερά δόντια τον ορέγονταν!

          Το κήτος ακίνητο λικνιζόταν, παίζοντας με τα νερά και την  αγωνία του. Έβγαζε το κεφάλι του πότε – πότε έξω από τα νερά, κουνούσε την ουρά, βουτούσε και σηκωνόταν με απρόσμενη φιλική και χαλαρή συμπεριφορά. Ο ψαράς όλα αυτά τα θεώρησε καλό σημάδι, έλεγε. Θάρρεψε κι αποφάσισε να επιτεθεί και να δώσει την έσχατη μάχη μαζί του. Έτσι με μα αποφασιστική στροφή του σώματός του, κατόρθωσε και έπιασε το τιμόνι. Με μια απαράμιλλη ύστερα δεξιοτεχνία και με υψηλό σθένος έστρεψε το σκάφος του πάνω στο κήτος. Κι αμέσως ετοιμάστηκε για τη θανατηφόρο εμβολή του.

         Η σκέψη του ήταν να το χτυπήσει μετωπικά και να του λιώσει την κεφαλή με την προπέλα του σκάφους! Άλλαξε όμως γνώμη γιατί θεώρησε υπερβολικό πως μπορούσε να σκοτώσει με τη μία ένα τόσο μεγάλο κι άγριο κήτος. Κι αν αποτύγχανε και η δίνη των νερών αναποδογύριζε το σκάφος; Κινήθηκε  έτσι δεξιά του για να το τραυματίσει και μετά με συνεχείς πλαγιοκοπήσεις και χτυπήματα να το αποτελειώσει. Έτσι με αρκετή ικανότητα έφερε το σκάφος του κοντά του  και ετοιμάστηκε με την πλώρη στραμμένη πάνω  του να το εμβολίσει.

        Το εγχείρημα φαινόταν εύκολο αλλά δεν ήταν. Και τούτο γιατί η θέση του κήτους άρχισε ξαφνικά να μετατοπίζεται από ισχυρά υπόγεια ρεύματα και να πηγαίνει σαν καρυδότσουφλο πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έτσι τη στιγμή που το σκάφος πήρε τη σωστή θέση και ο εμβολισμός του κήτους ήταν βέβαιος η ένταση  των υπόγειων ρευμάτων το μετακίνησε πιο πολύ απ’ ότι έπρεπε και το μικρό πλεούμενο δε βρήκε στόχο και παρασύρθηκε από τη δίνη του νερού. Ο ψαράς με απίστευτο θάρρος και τεχνική μπόρεσε και το έφερε στα ίσια του πριν βυθιστεί. Νιώθοντας πια ασφαλής ετοιμάστηκε για το μεγάλο χτύπημα.

          Η μικρή όμως τώρα ορατότητα λόγω των αφρισμένων νερών τον ανάγκασαν να αποφύγει κι αυτή τη φορά τη σύγκρουση και να χρησιμοποιήσει άλλη τεχνική. Έτσι σε απειροελάχιστο χρόνο του ‘στειλε με δύναμη τη βαριά σιδερένια τρίαινα κατ’ ευθείαν στο δεξί μάτι του. Μια απερίγραπτη γοητεία τον πλημμύρισε για το θάρρος του και μαζί με τον επικείμενο τραυματισμό του κήτους που τον περίμενε, ένιωσε ευτυχής. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε ούτε ένα δευτερόλεπτο να νιώσει νικητής γιατί ένας οξύς πόνος στο δεξί του χέρι μαζί  με την πλήρη παράλυσή του τον σύνθλιψαν σωματικά  και ψυχικά και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει πως ήταν ανήμπορος να συνεχίσει μέχρι τέλους τη μάχη με το θηρίο. Κι όταν έβαλε το αριστερό του χέρι πάνω στην πληγή του δεξιού για να βεβαιωθεί για το μέγεθος της πληγής, με φρίκη άγγιξε μια μεγάλη ουλή που άρχιζε από το μέρος του ώμου κι έφτανε ως τον αγκώνα. Πρώτη σκέψη του ήταν να βρει την αιτία αυτού του σοβαρού τραυματισμού του.  Και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του άρχισε να ψάχνει παντού σ’ όλο το κατάστρωμα τον αόρατο εχθρό του. Ώσπου το γερό χέρι του έπιασε ένα σιδερένιο κρύο αντικείμενο ανάμεσα στο σωσίβιο και το χοντρό καραβόσκοινο. Το ‘φερε στα μάτια του και το γνώρισε. Ήταν ένα από τα κομμάτια της τρίαινας που έσπασε όταν χτύπησε το σώμα του κήτους! Αυθόρμητα τότε ξεφώνισε μέσα στην παγερή νύχτα του τρόμου που τον έσφιγγε: << καταραμένο τέρας!  Μου ξέφυγες τώρα αλλά την άλλη φορά θα τα πούμε! >> και πανικόβλητος το άφησε στα κρύα νερά τραβώντας νότια, έξω από το χώρο της σύγκρουσης. Ήξερε ένας μέρος που η θάλασσα γαλήνευε, τα ρεύματα σταματούσαν και η έξοδός του στη στεριά θα γινόταν με ασφάλεια και σιγουριά.

 

 

                                            = = = 

    

 

       Τούτη η ιστορία με την απερίγραπτη μαεστρία που τη διηγιόταν ο ψαράς έγινε πιστευτή, εντυπωσίασε τον κόσμο και την είχε στα χείλη  του σ΄ όλες τις στιγμές της καθημερινότητας του. Κι όπως την διάνθιζε πολλές φορές και την άλλαζε με άλλες ηρωικές αφηγήσεις, απόκτησε αρκετούς οπαδούς που την διέδιδαν με υπέρμετρο ζήλο τονίζοντας με έμφαση τα μυθοπλαστικά στοιχεία της.

        Ωστόσο η παραφιλολογία που αναπτύχθηκε σε βάρος της ιστορίας την αποδυνάμωσε αρκετά με τον καιρό χωρίς όμως και να τη ρίξει στον κάδο της λήθης. Αρκετούς τους έκανε καχύποπτους αμφιβάλλοντας για την αληθοφάνειά της και τις αγαθές προθέσεις των αφηγητών. Πολλοί άρχισαν να φοβούνται, οι πιο αφελείς απόφευγαν την επαφή τους με τη θάλασσα και οι  ψυχικώς νοσούντες έβλεπαν την κατάθλιψή τους να επιδεινώνεται.

 

 

                                             = = =

 

 

            Η αναπάντεχη αυτή εμφάνιση του κήτους στα αβαθή νερά της θάλασσας κοντά στην ακτή της Αγίας Κυριακής, ανησύχησε τους άρχοντες της πόλης, που αποφάσισαν να κινητοποιηθούν και να αντιμετωπίσουν το σκληρό επισκέπτη. Γι’ αυτό μια νύχτα βρέθηκαν με κάθε μυστικότητα κοντά στην ακτή που είχε εμφανιστεί το φοβερό κήτος.

            Το σκοτάδι ήταν πυκνό, η θάλασσα αγριεμένη και ο κρύος δυνατός αέρας που ξέβραζε το πέλαγος έκανε πολλούς να μετανιώσουν για την επιλογή τους να βρεθούν εκεί. Προστατεύτηκαν στη στέγη του μικρού υπόστεγου, κτισμένου για τις ανάγκες του προσωπικού του βιολογικού καθαρισμού και δέχονταν με ανακούφιση την προστασία του από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα.  Η ώρα περνούσε, η αγωνία κορυφωνόταν και ο πρώτος άρχοντας που είχε και το πρόσταγμα της επιχείρησης στα νερά αργούσε και δεν έλεγε να φανεί! Επί τέλους φάνηκε να περνά την σιδερένια πόρτα του χώρου, να τους πλησιάζει και να σταματά μπροστά τους, φανερά ανήσυχος. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά τους είπε: <<Δυστυχώς φίλοι μου, είμαστε υποχείριοι  ενός αδίστακτου τέρατος που η περιπλάνησή του στα νερά της θάλασσάς μας, μας γεμίζει Υστερία και Φόβο!  Πιστεύω πως απόψε  η αγωνία μας θα λήξει αφού δυο δύτες μας θα το εντοπίσουν και θα μάθουν πολλά γι’ αυτό. Και τότε εύκολα θα μιλάμε για την αποθέωση του ανθρώπου να τιμωρά τους εχθρούς του, προστατεύοντάς τον από την αλόγιστη αρπακτικότητά τους >>.

             Και μετά απ’ αυτά έδωσε εντολή στους δυο οπλισμένους     δύτες

να βουτήξουν. Τους ζήτησε να εντοπίσουν το τέρας, και με τη βοήθεια του ναυτικού συνεργείου  να το ανασύρουν στη ακτή. Οι δυο δύτες βυθίστηκαν στα νερά, και με ιδιαίτερη προσοχή κατευθύνονταν προς το μέρος που έλεγαν οι φήμες πως ξεβράστηκε το τέρας. Κολυμπώντας και πλησιάζοντας το μέρος του  στο μυαλό τους δεν υπήρχε  άλλη σκέψη  εκτός απ’ αυτή που είχαν πάρει και ρητά έλεγε: << Αν το εντοπίσουν να μην προσπαθήσουν να το σκοτώσουν μόνοι τους. Κάθε σύγκρουση μαζί του ν’ αποφευχθεί  και να επιστρέψουν να πάρουν ενισχύσεις. Ηρωισμοί που θα έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους δεν χρειάζονταν >>.

          Οι δύτες έψαχναν, η αγωνία των αρχόντων μεγάλωνε, ο Φόβος τους για μια κακή στιγμή των δυτών κάτω από τα αφρισμένα νερά τούς  τρέλαινε.  Τότε ένας  φαντασιόπληκτος μην μπορώντας να τιθασεύσει τα φοβισμένα ένστιχτά του, νόμισε πως διέκρινε στον ορίζοντα της θάλασσας που τον σκέπαζε πυκνό σκοτάδι το φοβερό τέρας! Αμέσως στην ομήγυρη ξέσπασε μια παρά φύση συμπεριφορά, με εκδηλώσεις υστερίας, έξαλλες κραυγές και κινήσεις αλλοφροσύνης. Κι όταν ύστερα από ώρα πολλή είδαν τους δυο δύτες να βγαίνουν από τη θάλασσα και να τους πλησιάζουν, κοντά τους έτρεξαν τα νέα τους ν’ ακούσουν. Τότε ο ένας απ’ αυτούς με κουρασμένη  φωνή τους είπε: << Τέρας δεν υπάρχει αλλά ένας τσιμεντένιος αγωγός, ασύνδετος που κολυμπάει! Θα ‘ναι του βιολογικού καθαρισμού, έργο κακής κατασκευής που η θάλασσα τον νανουρίζει! Ψέματα είναι όλα αυτά, το τέρας τέλος! >>

          Μια φλύαρη κουβέντα για λίγο, ένα μουρμουρητό μετά και οι άνθρωποι στο υπόστεγο προσπάθησαν να φανούν γενναίοι. Πίστεψαν πως τα κακό τέρας χάθηκε, η αγωνία τους έληξε και η φήμη που το ‘θελε κοντά τους θα το ξέχναγε στο εξής. Κοιτάχτηκαν με υγιή συναισθήματα, χτύπησαν με στοργή τις πλάτες ο ένας του άλλου, με όψη χαρούμενη στοιχήθηκαν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής.  

         Όμως η υπόκωφη βουή της θάλασσας με τα κύματα βουνά που ξέρασε τους σταμάτησαν. Όλα τα σπλάχνα της χύθηκαν πάνω τους, όλοι οι αέρηδες ενώθηκαν και τους σάρωσαν. Ήρθε και η βροχή, η καταιγίδα, ο άγριος δρόλαπας ο φοβερός και τους τσάκισε, τους έριξε στα γόνατα. Ο ένας έπιανε τον άλλον, οι τοίχοι έπεφταν, οι πόρτες και τα παράθυρα ξεκαρφώνονταν και τα κομμάτια τους σκορπίζονταν εδώ κι εκεί. Σκληρό και ανελέητο το ξέσπασμα της φύσης και δεν έλεγε να σταματήσει. Ώσπου βούλιαξε το υπόστεγο, οι τοίχοι του έγιναν σωροί από σκουπίδια. Την πρώτη ομάδα που ξέφυγε από τα συντρίμμια, στη θάλασσα τους έσπρωξε ένα μεγάλο κύμα.

          << Ένα καταραμένο μπουρίνι είναι που θα περάσει γρήγορα! >> είπε ο δήμαρχος σε όσους έμειναν γύρω του  και κρατήθηκε με το χέρι του στο σφηνωμένο σίδερο του τοίχου. Δεν πρόλαβε να πει τίποτ’ άλλο. Ένα λυσσασμένο κύμα τον ρούφηξε, ύστερα τους άλλους, και τους έπνιξε μες στα θολά νερά του. Πίσω τους νερά πολλά νερά και λερωμένα από σκουριές, λάδια και μπογιές παλιά φτιασίδια μιας όμορφης ζωής ακολουθούσαν και ύστερα πάλι πιο πίσω άλλη φουρνιά με πέτρες, ξύλα και αέρα ψυχρό, κυλούσαν κάτω από το μαύρο ουρανό.

            ellinikoxronogragima.blogspot.gr

 

  

          

 

 

                          

 

Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                                  Κέφια στην ταβέρνα της Αρκαδιάς << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >>     ΤΑΒΕΡΝΑ - ΨΗΣΤΑΡΙΑ ΑΝΩ ΠΟΛΗ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ &quot;Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ&quot; ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΥ  Ε.Ε. - Ηλεκτρονικός Κατάλογος Επιχειρήσεων Ελλάδας                                                Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Καθώς ψυλλιαστήκατε από τον τίτλο το χρονογράφημα θα είναι εύθυμο και συναρπαστικό! Κι αυτό γιατί θα αναφερθώ στον Πλάτωνα. Όχι το φιλόσοφο, που φύλαξε μετερίζι στις πνευματικές Θερμοπύλες της Αθήνας, αλλά τον τροβαδούρο ποιητή της καθημερινότητας. Του σκασμού να έχει πιει, ανέβηκε στην καρέκλα στην ταβέρνα << Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ >> και άρχισε εν μέσω πανηγυρικών χειροκροτημάτων να εξαπολύει το δικανικό του.

                   << Σειρήνες πάνε κι έρχονται και θα τραγουδάνε ακατανόμαστα πράγματα για μένα στ’ αυτιά σας, όχι για τη μαγεμένη μου ζωή στο ξάγναντο αλλά για τη μίζερη στα απόσκια της σπηλιάς.  Σας λέω πως ήμουν λύκος με τους κακούς και αμνός με τους καλούς. Σπουδαγμένος αλλά οι όμορφες γοργόνες με ξώκοιλαν κι έμεινα ταπής από πλούτη και εξουσιολαγνείες.  Όμως το δράκο τον χτύπησα, τον σκότωσα και νιώθω ευτυχής. Και όταν τον βρίσκω ακόμη τον σκοτώνω. Όπως τότε. Φοιτητής, γιόρταζε η πατρίς το ’40, η αίθουσα τελετής της Σχολής φίσκα, όλη η σάρα και η μάρα της χούντας παρούσα, το πατριωτικό τραγούδι σύννεφο, τα Μαουτχάουζεν σ’ όλη την Ελλάδα να βογκάνε, τα κομμένα κεφάλια πεταμένα στους κρίνους και τα σκίνα  να περιμένουν την ταφή τους.

                 Τραγούδησα το << Γέρο Δήμο >>, χειροκροτήθηκα μέχρι δακρύων, στον άγιο καβαλάρη Γιώργη που είδα μπροστά μου προσευχήθηκα την αρματωσιά και το θάρρος του να μου δώσει αντίσταση να κάνω. << Και τώρα θα σας παίξω ένα απόσπασμα από τη << Ρωμιοσύνη >> του Γιάννη Ρίτσου>> είπα κι άρχισα να παίζω στο πιάνο και να τραγουδάω. << Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει>>.

                Τρεις ένστολοι πέσανε πάνω μου. Όταν ο ένας μ’ έπιασε απ’ το λαιμό νόμισα πως θα μ’ έστελνε στη γειτονιά των αγγέλων. Βρέθηκα σ’ ένα κελί  με το δεσμοφύλακα να με δέρνει, το δάπεδο βρώμικο, το σκοτάδι να με τυφλώνει, μόνος κι έρημος. Ένας Θεός ξέρει πως γλίτωσα, ένας Θεός ξέρει πως ήρθε ο ήλιος εκεί μέσα και μ’ έκλεψε, για να ‘μαι τώρα άστρο φωτεινό μπροστά σας. Ενώπιό σας να πίνω, στη Δραματική Σχολή της Ζωής να ‘μαι παρόντας και να απαγγέλω: << Θέλω να σ’ έχω και να μ’ έχεις, τα μυστικά μου να κατέχεις/. Τα μάτια σου είναι ο ουρανός και το τραγούδι σου ο καημός μου/. Γαλάζια θάλασσα η ποδιά σου, άστρα στολίζουν τα μαλλιά σου /. Ο Αυγερινός σαν πρωτοφέξει, ο ήλιος θα  ‘ρθει να σε κλέψει /. Θα ‘χει βιολιά για να χορέψει και δώρα για να σε πλανέψει… //

       Μ’ ένα σάλτο βρέθηκε κάτω από την καρέκλα. Κάθισε στο τραπέζι της παρέας του, άδειασε μέχρι πάτο το ποτήρι του και άρχισε ένα της τάβλας: << Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν, τον άγγελό μου φίλευα και το Χριστό κερνούσα και την κυρά την Παναγιά πολύ την προσκαλούσα, να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου, ν’ ανοίξω τον παράδεισο >>.

            ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

Έτσι τα βλέπω

                             Σωροί βιβλίων230 Βιβλία εικόνες ideas | βιβλία, εικόνες, βιβλιόφιλοι

                                  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

           Οι δόλιοι! Άνοες πιστεύουν πως το βιβλίο είναι εύκολο όπως κάνεις παιδί!  Συμπεριφέρονται ως ανάγωγοι χωριάτες και αβασάνιστα γίνονται τσαλαπετεινοί,  ντύνονται με λαμπρό πτέρωμα, βάζουν και το λοφίο στο κεφάλι και πετάνε! Γίνονται συγγραφείς πιστεύοντας πως η αφήγηση είναι χλωριωμένη κότα προς αποκομιδή στη χωματερή.

        Έτσι έχουμε σωρούς βιβλίων! Ο γιδοβοσκός γράφει την ιστορία του χωριού του, ο μπακάλης για τα παραδοσιακά κτήρια της πόλης, ο ταχυδρόμος για τα τοπωνύμια και τη μάχη που έδωσε ο προπάππος του πατέρα του στο χωράφι του με τον Ιμπραήμ! Αγνοούν εριστικώς  πως ο ξυλουργός ή ο φούρναρης δεν μπορούν να γράψουν βιβλίο! Γιατί είναι μαθητές του πέντε! Ακόμη αγνοούν πως κι αυτοί δεν είναι ΣΤΑΝΤΑΛ να γράψουν << ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ >>, ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ να γράψουν το << ΓΛΑΡΟ >>, ΚΩΝ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ, τον << ΚΑΤΑΔΙΚΟ >>.

        Χωρίς κότσια, εγκαλούν υπερκόσμιες δυνάμεις, να κάνουν το θαύμα και τα ψίχουλα γραφής που αφήνουν στις λευκές σελίδες να γίνουν ένα βιβλίο αριστούργημα. Αν είναι δυνατόν! Αποκλείεται να έχουν διαβάσει και το δαιμόνιο Ιταλό Μακιαβέλι και παραφράζοντάς τον, να ανέκτησαν θάρρος. Αποκλείεται! Είχε πει: << Να θυμάστε πως πάντα οι άνθρωποι θα επιδιώκουν να βελτιώνουν τη ζωή τους αλλάζοντας αρχηγό >>. Αυτοί προσπαθούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, γράφοντας βιβλία!

        Διορισμένος γραμματοδιδάσκαλος πριν χρόνια σε ορεινό χωρίο, αφού βασανίστηκα ένα μήνα να με κόβει η λόρδα, είπα να χορτάσω τουλάχιστον με πνευματική τροφή. Έτσι έστρεψα το ενδιαφέρον μου στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Όλα τα βιβλία παλιάς κοπής, γραμμένα μετεμφυλιακά, μύριζαν πνευματική μούχλα. Τα μόλυνε και το κάδρο του Κωνσταντίνου μετά της βασιλίσσης Άννας Μαρίας και η κατάσταση ήταν, μαύρη, ασιατική. Σκορπιοί, ποντικοί, κατσαρίδες και  στρατιές  σκωλήκων τα μάχονταν μέχρι εσχάτων. Όλα απόπνεαν σαπίλα, σήψη και λοιμογόνο πατριωτισμό. Περίσσευαν τα ελληνοχριστιανικά και οι τίτλοι με κηπουρικές εργασίες. Παρών και << Ο Αγών μου >> του Αδόλφου Χίτλερ! Και μια βιογραφία του εθνοσωτήρα Μεταξά! Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης ούτε για δείγμα. Οι συγγραφείς αυτοί γραμμένοι στη μαύρη λίστα των καταραμένων ανθρώπων, συνομιλούσαν ευτυχώς σιωπηλώς ακαταπαύστως.

        Άντε μετά με τόση λάσπη στην ψυχή να τραγουδήσεις με τους μαθητές: << Ένα παλληκάρι είκοσι χρονών, άρματα το ζώσαν      για τον πόλεμο >>.  Ανέκαθεν οι λειράτες όρνιθες  του κοινοβουλίου και των κυβερνήσεων πίστευαν τον ίδιο χαβά. Οι σχολικές βιβλιοθήκες να είναι<< χολεριασμένες >> και ο λαός ερίφιο.

   ellinikoxronogr;afima.blogspot.gr

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022

 

Χρονογράφημα

                           Η κορίτα του Αϊ - Γιάννη  Φυσικές πηγές νερού στοκ εικόνα. εικόνα από groundwater - 62741477

                                                           Παναγιώτη Αντωνόπουλου

             Συναντάται και ως κορίτος. Ήταν και είναι  ξύλινη, λαμαρινένια ή τσιμεντένια  και χρησιμοποιείτο σαν σκεύος από το οποίο έπιναν νερό τα ζωντανά. Η μάνα μου όταν κάποιο ερίφιο ή αμνός αποπειράτο να το σκάσει από το κοπάδι του έλεγε: << θα σου πάρει ο διάλος τον κορίτο >> τουτέστιν την ποτίστρα. Η ίδια η λέξη  υπάρχει και στα  σερβικά ( korito ). Ακόμη λέγεται και ως συνώνυμο της κούνιας του μωρού.

              Ο γεννήτορας επιδέξιος λαϊκός τεχνίτης και θριαμβευτής  σε τέτοιες κατασκευές έφτιαχνε μια τέτοια κορίτα και την έβαζε στην πηγή του Αϊ - Γιάννη να πίνουν νερό και να ξεδιψάνε οι  καταπονημένοι αγρότες Καρβουναίοι, αλλά και οι πάσης φύσεως οδοιπόροι. Δεν ξεχνώ τον καμπανιστό θόρυβο  όταν την έφτιαχνε κάτω από την πυκνόφυλλη μουριά που έκαναν το σφυρί και το  σκαρπέλο  ανοίγοντας το κοίλον του πουρναρίσου ξύλου.  Εξωραϊσμένη επιμελώς μέσα κι έξω, της σκάλιζε κι ένα χεράκι να πιάνεται και με συνοπτική διαδικασία τη χάριζε στην πηγή του Αγιάννη, διακόσια μέτρα από το σπίτι μας. 

            Άκομψοι και αγενείς οδοιπόροι ενίοτε την έκλεβαν. Φωνασκώντας και θυμωμένος ο πατέρας τους αναθεμάτιζε, με ύβρεις και γαμοσταυρούς στο πυρ το εξώτερο τους έστελνε! Έναν δεκαπενταύγουστο που έλιωνε στο λιοπύρι ακόμη και σίδερο, βρήκε την κορίτα απουσιάζουσα, τον κόσμο να ξεδιψάει με τις χούφτες κι έγινε έξω φρενών. Στο σπίτι που ήρθε είχε τέτοια νεύρα που απορώ πως τη γλιτώσαμε και δε μας πλάκωσε στο ξύλο!   

          Έφτιαξε μια άλλη και την έβαλε στη θέση της εκλιπούσας. Εκείνος κρύφτηκε κάτω από το γεφύρι και περίμενε.  Ήρθε ο ανάλγητος κλέφτης, ήπιε νερό μ’ αυτή, την έβαλε στο σακούλι και πήγε να φύγει. Φάντης μπαστούνης μπροστά του ο πατέρας μου τον τσεκούρωσε με λόγο που άστραψε και βρόντηξε: << Εσύ, ρε ξάδερφε; Τι την θέλεις ν’ αφοδεύεις μέσα; Ας την κάτω να πίνει νερό ο κόσμος! Τι θέλεις να σου κάνω ανασκολοπισμό μεσημεριάτικα; >>

       Αυτή η βάρβαρη << θνησιμότητα >> της κορίτας τον ανησυχούσε αρκετό καιρό. Γι’ αυτό μετά στο σχεδιασμό πρόσθεσε και μια αλυσίδα και την έδενε από τον κορμό του γεροπλάτανου. Ελαχιστοποίησε ή μηδένισε τις κλοπές και << μάζεψε >> με το έτσι θέλω τους επίδοξους κλέφτες.

       Το χρόνο πριν φύγω για σπουδές, είδα με χαρά ένα δισέλιδο σημείωμα αναρτημένο στον τοίχο της εκροής  του νερού με οδηγίες καλής συμπεριφοράς προς τους χρήστες της κορίτας για την προστασία της. Ήταν ιδιόχειρο, ανορθόγραφο και γραμμένο αλλού με μολύβι κι αλλού με κάρβουνο!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr