Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

 

                             Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

             ΔιήγημαΔιακριτικά σέξι και κομψή η Kate Middleton | Celebrities Ειδήσεις

                               Η γυναίκα της οδού Αφροδίτης

 

 

              Ο Τόμας σαν κλείδωσε την πόρτα πίσω του κι έριξε μια αδιάφορη ματιά στον ευρύχωρο χώρο του δωματίου του, άναψε ένα τσιγάρο και πλησίασε το παράθυρο. Εκεί μ’ ένα χαμόγελο στο ευφυές πρόσωπό του, άρχισε να  κοιτάζει για πολλή  ώρα την αδύνατη φωτισμένη και τυλιγμένη στα βαθιά σκοτάδια μικρή πολιτεία την οποία εμπορικοί και προσωπικοί λόγοι τον ανάγκασαν να την επισκεφτεί.

            << Α, αχά >> τσίριξε σε μια στιγμή έτσι που η φωνή του φάνηκε να ξεστράτισε. << Το βρίσκω ύψιστα, πολύ ύψιστα διασκεδαστικό αυτό που βλέπω! >> ξεφώνισε στη συνέχεια μ’ ένα παρατεταμένο γέλιο για να πει με υπερβολική χαρά: << Όλα γίνονται στην εποχή μας! Κι ένας οίκος ανοχής, σαν αυτόν που βλέπω απέναντι, πάντα δίνει ενεργητικότητα κι επινοητικότητα στους ανθρώπους της πόλης! Ας είναι οπλισμένη με υγεία η κυρία που δίνει το λάγνο και χυμώδες κορμί της με τους θυελλώδεις σπασμούς του στις ανάγκες των αντρών για να ικανοποιήσουν το ερωτικό τους πάθος>>.

          Και μ’ αυτά τα λόγια του στριφογύρισε λίγο αμήχανα στη θέση του και σύρθηκε σιγά - σιγά κοντά στο τραπέζι με τα ποτά.  Άνοιξε ένα μπουκάλι JOHNNIE  WALKER, ήπιε δυο ποτήρια κι αφού τα ευχαριστήθηκε με όλη του την καρδιά ένιωσε μια έντονη νοσταλγία για μια νυχτερινή έξοδο. Έτσι με διάφορους μικρούς και δυσανάγνωστους συλλογισμούς κατέβηκε στην αίθουσα αναμονής του ξενοδοχείου. Εκεί με σύμμαχό του την επιθυμία της γλυκιάς αμαρτίας ετοιμάστηκε να μπει στο μπαρ και να περάσει τη νύχτα του μ’ ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και τη συντροφιά της μουσικής.

           Όμως  ειλικρινά χάρηκε πολύ όταν περνώντας έξω από την πόρτα της τεράστιας σάλας άκουσε κουβέντα και μακρόσυρτα γέλια. Και πριν συγκρατήσει την περιέργειά του, βρέθηκε κιόλας μπροστά απ’ την ανοιχτή πόρτα να θαυμάζει το αξιόμεμπτο που διαδραματιζόταν  μέσα. Αρκετοί καλοντυμένοι ένοικοι του ξενοδοχείου  ετοιμάζονταν κάτω από τις πρόβες με το αιχμηρό και σαρκαστικό ύφος του μαέστρου της ορχήστρας να αποκαλύψουν τις χορευτικές τους ικανότητες σε μια μοντέρνα ίσως γιορταστική εκδήλωση.

        Κι αμέσως όλη τούτη η προβλεπόμενη γνωστή εικόνα του χορού με τα ζευγάρια να αγκαλιάζονται πεινασμένα για σαρκική επαφή, το αναδυόμενο άρωμα από τα γυναικεία κορμιά, τις χαριτωμένες φιγούρες και την έκφραση της ικετευτικής τρυφερότητας στα πρόσωπα του ενός και του άλλου φύλου, πέρασε από τη σκέψη του και του έφερε μια γλυκιά υπερένταση και μια αίσθηση χαράς ανεπανάληπτη. Και τούτο γιατί πάντα έδειχνε μια υπεροχή συμπόνιας στα χορευτικά ζευγάρια και περισσότερο σε όσες γυναίκες τού προσέφεραν τον αυθορμητισμό τους πριν από το χορό, πριν πέσουν στο κρεβάτι του. Έτσι πρώτα κοιτούσε να τους χαρίσει μια γοητευτική έπαρση και συντροφιά και μετά να τις παρασύρει στον ευδαιμονικό ενθουσιασμό της σαρκικής επαφής.

        Με πόσες και πόσες δεν είχε χορέψει και δεν είχε νιώσει την αυθεντική και γερή κομψότητα του κορμιού τους να απορροφάται από τα κυρτά του δάχτυλα που με τόση τέχνη κι απαλότητα τα συγκρατούσαν! << Όμως τώρα είμαι μόνος και συνοδεύομαι από τη μοναξιά μου κι όχι από γυναίκα >> σκέφτηκε  και εγκατέλειψε τη θέση του με μια αιφνίδια νευρικότητα.

         Έξω από το μπαρ του ξενοδοχείου στάθηκε και κάνοντας μια έντονη κλήση με το σώμα του, κοίταξε μέσα από την ορθάνοιχτη πόρτα του. Στο άνετο περιβάλλον του οι λιγοστοί θαμώνες του έπιναν τα ποτά τους και διασκέδαζαν υπό τον ήχο των οργάνων της ορχήστρας που είχε σαν κύριο χαρακτηριστικό την επιβλητική κομψότητα των μελών της, τρεις νεαρούς άντρες και μια πεντάμορφη μικρή κοπέλα.

         << Ω, Θεέ μου, καλό είναι να μην μπω μέσα και βυθιστώ στο λήθαργο του αλκοόλ >> ψέλλισε κι έμεινε αναποφάσιστος κι ακίνητος στη θέση του. Και άλλες φορές σαν τύχαινε να διαβεί μια τέτοια αμαρτωλή πόρτα το πάλευε πολύ να την αποφύγει νιώθοντας ευτυχής σαν δεν την περνούσε. Κι αν μακριά της ύστερα εξασφάλιζε και κάποια ήρεμη στιγμή γεμάτη με λεπτότητες σ’ ένα οικείο ή φιλικό περιβάλλον, τότε ήταν που κολυμπούσε σε πελάγη ευτυχίας!

        << Με συγχωρείτε, κύριοι, δε θα μπω! >> είπε με χαρακτηριστική άνεση στον εαυτό του και γλιστρώντας έξω από το ξενοδοχείο, άρχισε να περπατά στην οδό Αφροδίτης την τόσο ονειρική για βραδινούς περιπάτους. << Είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ ως τα μύχια της καρδιάς μου, πως εδώ και καιρό έχω ξεχάσει κάποιες γοητευτικές κυρίες που προσφέρουν όμορφες βραδιές >> συλλογίστηκε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του περιπάτου κι έδειξε μεγάλη διάθεση να ικανοποιήσει την επιθυμία του αυτή. Έτσι σαν στάθηκε κάτω από την επιγραφή του οίκου ανοχής κι ένιωσε μια βαθύτατη γιορταστική συγκίνηση με την ιδέα και μόνο της επίσκεψής του στη λαμπερή και μυρωδάτη ατμόσφαιρά του, πέρασε την πόρτα και βρέθηκε να κάθεται χωρίς κανέναν ενδοιασμό στο μικρό σαλονάκι του.

     << Τι κάθεσαι εκεί και δεν περνάς μέσα;>> του είπε χαμογελαστή ύστερα από λίγο η γυναίκα σαν ήρθε και στάθηκε δίπλα του, δείχνοντας μια μικρή έπαρση με το προκλητικό και αιθέριο σώμα της. Το διάφανο μεταξωτό με ρίγες σατινέ νυχτικό της, με τις κόκκινες δαντέλες που έπεφτε πάνω στο στήθος της, τόσο όμορφα, της έδινε μια παράξενη ηρεμία και μεγαλοπρέπεια που όχι μόνο εντυπωσίασε τον άντρα αλλά και θεώρησε σωστό να σηκωθεί από τη θέση του και να της πει με ειλικρίνεια κι έκπληξη:

        << Σε βρίσκω υπέροχη, κυρία μου! Μπορεί να φανώ αναιδής αλλά ζητώ την κατανόησή σου! >> και με μια απεγνωσμένη γλυκύτητα στα μάτια της έπιασε τρυφερά το χέρι.

        Αυτό φάνηκε πολύ χαριτωμένο στη γυναίκα που με μια πρόσχαρη διάθεση τον τράβηξε στο δωμάτιό της όπου διασχίζοντας τον φροντισμένο όμορφο χώρο του, τον έβαλε να καθίσει σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, ενώ αυτή ξάπλωσε με μια λικνιστική κι ανάλαφρη κίνηση στο κρεβάτι. Κι αφού  κοίταξε με μια ευγενέστατη ματιά το γοητευτικό πελάτη της, αφαίρεσε ύστερα με χάρη το όμορφο νυχτικό της κι ολόγυμνη του προσέφερε το εκπληκτικό και χυμώδες κορμί της στην ικανοποίηση του ερωτικού του πάθους.

        << Δεν  ήρθα γι’ αυτό!>> της ψέλλισε με ειλικρινή χαρά και διάθεση ο άντρας και φάνηκε να περνά μια δύσκολη στιγμή.

        << Τότε, γιατί ήρθες; >> τον ρώτησε με τρυφερότητα η γυναίκα ενώ άφησε τα φωτεινά της μάτια να γλιστρήσουν με συμπάθεια στο πρόσωπό του.

         << Για κάτι άλλο πολύ σημαντικό!>> ψιθύρισε ζωηρά αυτός κι έδειξε να προσέχει τα λόγια του για να της αρέσει.

         Αμέσως τότε η γυναίκα ανακάθισε στο κρεβάτι της, τύλιξε με τα μπράτσα τα γόνατά της, έγειρε το κεφάλι της με τα ανακατωμένα μαλλιά πίσω και μέσα στη θαμπή διάχυση του αμυδρού φωτός που χάριζε μια μυστηριακή ομορφιά στο σώμα της, του είπε με μια δυσπιστία στα λόγια της:

           << Με κοροϊδεύεις; Δεν έχω τίποτα πιο σημαντικό απ’ το κορμί μου! Αν δε θες αυτό, τίποτ’ άλλο δεν έχω να σου δώσω! >>

        Ο άντρας έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και της είπε με ιδιαίτερη ηχηρή φωνή:

         << Επιτρέπεις να στο ζητήσω; >> 

         << Εκτιμώ τους καλούς σου τρόπους και περιμένω >> του είπε σε φίνα προφορά και άφησε τα δυο της κατάλευκα χέρια να γλιστρήσουν ανάμεσα στους αφράτους και τορνευτούς μηρούς της.

        << Θέλω να χορέψουμε!>> της είπε με μια αποκαλυπτική ευεξία και την κοίταξε στα μάτια μ’ ένα μείγμα προσμονής και θριάμβου.

         << Τι ωραίο!>> του έκανε αμέσως αυτή αυθόρμητα και τον αγκάλιασε με τη φλογερή ματιά της. << Πού όμως, εδώ; >> πρόσθεσε μ’ ένα νευρικό τώρα γέλιο κι ορθώνοντας το στήθος της που άστραψε σαν μέταλλο, μέσα από το διάφανο νυχτικό, ετοιμάστηκε να σηκωθεί.

        << Όχι, εδώ! >> ψέλλισε χαμηλόφωνα αυτός και εστίασε παρακαλεστικά το βλέμμα του πάνω της.

        << Τότε πού; >> τον ρώτησε ενθουσιασμένη και του χαμογέλασε με νόημα.

        << Στο ξενοδοχείο που μένω!>> της αποκρίθηκε με μια ζωηρότητα και αφού σηκώθηκε από τη θέση του την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής.

         << Θα ‘ναι πολύ σημαντικό για σένα, ε ; για να το θέλεις τόσο πολύ >> του είπε με τρυφερότητα  και τον τράβηξε με θέρμη πάνω της.

         << Πολύ, ναι! >> της ψιθύρισε και το πρόσωπό του έλαμψε σαν φωτεινός ουρανός.

         << Το βλέπω στα μάτια σου!>>  Η γλυκιά φωνής της του χάιδεψε για μια ακόμη φορά τ’ αυτιά πριν σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και σταθεί δίπλα του.  << Έχεις να πάρει ο διάολος και μια ωραιότητα στα λόγια σου που συγκινείς με το παραπάνω τον αισθηματικό κόσμο των άλλων! Ε, αυτό με κάνει να μην μπορώ ν’ αντισταθώ στην πρόσκλησή σου!>> πρόσθεσε με μια υπέρμετρη ένταση ενθουσιασμού και φεύγοντας στάθηκε μπροστά στην γκαρνταρόμπα της. Εκεί με μια παιδιάστικη κίνηση ντύθηκε το αγαπημένο της ανοιχτό πράσινο φόρεμα με λευκές δαντέλες στο άνοιγμα του στήθους, έβαλε ύστερα μια χρυσή καρφίτσα στο κούμπωμα του λαιμού και φορώντας τ’ αστραφτερά ολόμαυρα με την κομψή μύτη παπούτσια της, του είπε σαν έκανε μια στροφή όλο σκέρτσα γύρω απ’ τον εαυτό της και τον πλησίασε:

        << Πώς με βρίσκεις; >>

        << Αξεπέραστη!>> και γοητευμένος με μια παιχνιδιάρικη γλυκύτητα  της άγγιξε τα μαλλιά.

       << Τότε αφού σ’ αρέσω, πάω να φρεσκαριστώ λίγο! >> του είπε γλυκόλαλα με μια αστεία γκριμάτσα και τον άφησε, γλιστρώντας σαν χέλι από κοντά του.  

 

 

                                           = = =  

 

 

       Θα ήταν μεσάνυχτα σαν άφησαν την οδό Αφροδίτης και σταμάτησαν έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου. Στη νυχτερινή σιωπή που απλωνόταν ολοτρόγυρα, ακουγόταν άχρωμος κι έφτανε ως τ’ αυτιά τους μόνο ο ήχος της μουσικής που ερχόταν απ’ την ορχήστρα της αίθουσας. Η γυναίκα κοίταξε τότε τον άντρα με μια μεγαλόπρεπη ματιά και σαν τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του, του είπε με μια επιφυλακτική αλλά και γιορτινή διάθεση:

    << Αν και νιώθω μια αναξιοπρεπή δειλία θα χορέψω μαζί σου! Κι αυτό το κάνω μόνο για σένα! >>

      << Πάμε μέσα, γίνεται χαλασμός! >> την παρότρυνε και πιάνοντάς την απ’ το χέρι την έσυρε βιαστικά προς την είσοδο.

        << Ω! Θεέ μου, τι ευτυχία είναι αυτή! >> ξεφώνισε με μια αίσθηση ικανοποίησης ο Τόμας σαν είδε τους χορευτές να ξεφαντώνουν πάνω στην πίστα και με μια ζωηρή κίνηση ύστερα έβαλε το αριστερό του χέρι στη μέση της γυναίκας και πιάνοντας με το δεξί του το δικό της τρυφερά στον καρπό, άρχισε μ’ ένα ανάλαφρο τρικύμισμα του κορμιού του να την παρασύρει να χορέψουν. Αυτή ακολούθησε και φάνηκε αμέσως με μια ανάερη φρεσκάδα να του παραδίδεται και μαζί πια να παρασύρονται στη δίνη των βημάτων της έκστασης και της κίνησης  των κορμιών.

       << Επί τέλους αποκαταστάθηκε η τάξη, μέσα μου >> της ψιθύρισε στ’ αυτί προς το τέλος του χορού  κι έδειξε να της υποκλίνεται με μια αυτάρεσκη ευγένεια. Κι αφού συνέχισαν να χορεύουν με ξέφρενο ρυθμό, πρόσθεσε: <<Μοιάζει κάτι το ηρωικό αυτό που κάνουμε >> κι έριξε συγκινημένος το βλέμμα του προς το ακροατήριο που τους χειροκροτούσε με ανείπωτη εξαλλοσύνη.

        << Μόνο ηρωικό;>> συμπλήρωσε με δακρυσμένα μάτια η γυναίκα και γέρνοντας το κεφάλι της τον φίλησε στο στόμα.

         << Πιστεύω πως παίρνεις την υπόθεσή μας πολύ σοβαρά! >> της αποκρίθηκε τότε αυτός σαν γεύτηκε το φιλί της και με μια καλόκαρδη διάθεση που υποδήλωνε κι ένα αίσθημα φροντίδας για τη γυναίκα που του χάρισε μια υπέροχη βραδιά, πρόσθεσε: << Σαν φύγουμε από ‘δω θα ήθελα να δειπνήσουμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, πίνοντας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και συζητώντας ένα σωρό πράγματα!>>

          Η γυναίκα δε μίλησε. Μίλησαν όμως τα μάτια της που έλαμψαν από χαρά. Και μ’ ένα δεύτερο φιλί στο στόμα του, του έδειξε την πρόθεσή της να τον ακολουθήσει και να του φανερώσει την ερωτική της απειλή.

       ellinikoxronografima.blogspot.gr

     

 

                             Παναγιώτης  Αντωνόπουλος

ΔιήγημαFantasy horseman Φωτογραφίες Αρχείου, Royalty Free Fantasy horseman Εικόνες  | Depositphotos

 

 

                          Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

 

          Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης. Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.

          Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε  ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.

          Ο μύθος έλεγε πως πριν πάρει την απόφαση να γίνει εκδικητής των αμαρτωλών, ο ίδιος είχε πέσει θύμα τους και είχε πληγωθεί πολύ! Ήταν δεκαοχτώ χρονών όταν αγάπησε μια όμορφη γυναίκα και την παντρεύτηκε.  Πάνω  όμως στο μήνα αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη και να την αφήσει μόνη. Σαν γύρισε  πήρε ένα ανώνυμο γράμμα που του έλεγε πως όσο καιρό έλειπε η γυναίκα του τον απατούσε με τον πιο πλούσιο νέο της περιοχής. Αμέσως για να ξεπλύνει την ντροπή τον κάλεσε σε μονομαχία και τον σκότωσε. Ο ίδιος όμως τραυματίστηκε βαριά και σαν κατάλαβε πως δε θα ξέφευγε το θάνατο, παρακάλεσε το Θεό να τον κάνει φάντασμα και σαν θα γυρνά τον κόσμο να τιμωρεί τους κακούς και τους αμαρτωλούς. Ο Θεός τον άκουσε κι από τότε το φάντασμα του νεκρού μονομάχου καβάλα στο περήφανο άλογό του τρέχει στους δρόμους της κάθε πόλης και είναι έτοιμο να την προστατεύσει!

          Έτσι σαν  του το ζητούσε ανέβαινε στο ατίθασο άλογό του και την επισκεπτόταν σαν το πυκνό σκοτάδι τη σκέπαζε και η αναγνώρισή του γινόταν δύσκολη. Αφού έκανε τρεις γύρους έξω από τα σπίτια της κι εντόπιζε το νεκροταφείο της, τραβούσε κατευθείαν εκεί κι αφού ξεπέζευε κι άφηνε το άλογο έξω από το μαντρότοιχο, αυτός έμπαινε μέσα κι έψαχνε να βρει τον  τάφο της νεότερης πεθαμένης κοπέλας. Σαν τον έβρισκε, έβαζε ένα χοντρό μαύρο κερί στην είσοδό του για να τον γνωρίσει το πρωί που θα επέστρεφε να κρυφτεί μέσα και ξεκινούσε πάλι την ολονύκτια έφοδό του στους δρόμους της πόλης για να βρει το σπίτι του ανθρώπου με τα εφτά μεγάλα θανάσιμα αμαρτήματα.

          Σαν το έβρισκε, χάραζε στην πόρτα του ένα κόκκινο σταυρό και τα αρχικά του γράμματα και επέστρεφε στο νεκροταφείο όπου και τον περίμενε για τη μονομαχία του θανάτου.  Τον περίμενε εφτά νύχτες, αν δεν παρουσιαζόταν και την τελευταία νύχτα, αποφάσιζε να τον σκοτώσει πια, σε μια από τις πολλές ενέδρες που θα του ‘στηνε έξω από το σπίτι του.

           

 

 

               * * *

 

 

 

          Μόλις πληροφορήθηκαν οι αμαρτωλοί  της πόλης πως ο μαύρος καβαλάρης εθεάθη από τον άνθρωπο που αναφέραμε σε έναν από τους δρόμους της τρομοκρατήθηκαν.  Αμέσως άρχισαν να μετράνε τα μεγάλα αμαρτήματά τους και να ζητάνε απεγνωσμένα τη γνώμη και τη συμβουλή των δικών τους για το τι γενέσθαι.  Οι πιο δειλοί έφυγαν, άλλοι μετακόμισαν σε φιλικά σπίτια και κάποιοι χάνοντας την ψυχραιμία τους, μεταμόρφωσαν τα σπίτια τους κάνοντάς τα αγνώριστα για να ξεγελάσουν το μάτι του μαύρου καβαλάρη και να ξεφύγουν!

          Απ’ αυτή την υστερία πανικού δε γλίτωσε ούτε και ο πρώτος άρχοντας της πόλης, που οι ψίθυροι τον έφερναν σαν τον άνθρωπο που βαρυνόταν με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα και πως αυτόν ζητούσε το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη. Σαν το ‘μαθε πανικόβλητος εγκατέλειψε την πόλη και πήγε να κλειστεί στην εξοχική του κατοικία, βόρεια της πόλης σε μια έρημη και απρόσιτη περιοχή που οι δρόμοι της φυλασσόταν από  εκπαιδευμένα λυκόσκυλα κι έκοβαν το δρόμο σε κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη.

          Τις τρεις πρώτες μέρες ο άρχοντας τις πέρασε κλεισμένος στο δωμάτιό του χωρίς να δει άνθρωπο. Την τέταρτη ξεθάρρεψε κάπως και ζήτησε να τον επισκεφτεί ο γραμματέας του. Σαν τον είδε αυτός να βρίσκεται στα πρόθυρα  νευρικής κρίσης, του είπε για να τον εμποδίσει από τίποτα χειρότερο:

        << Δεν έχεις διαπράξει το έβδομο αμάρτημα, άρχοντα. Γιατί φοβάσαι; >>

         Κούνησε το κεφάλι του εκείνος, κοκκίνισε το πρόσωπό του από την ενοχή και του ψιθύρισε άκοσμα με σβησμένη φωνή:

         << Το διέπραξα κι αυτό! >>

         << Πότε; Κρυφά από μένα; >>

         <<Ναι, δυστυχώς! >>

          Πήρε μια βαθιά ανάσα ο άρχοντας και σαν σκέφτηκε για λίγο του είπε δείχνοντας αποφασισμένος να μιλήσει:

          << Θα στα πω όλα! Θυμάσαι πριν ένα χρόνο που μας επισκέφτηκε ο επιθεωρητής υγιεινής της περιφέρειας και μου ζήτησε πάση θυσία να κάνει δειγματοληπτικό έλεγχο στο νερό της πόλης γιατί είχε καταγγελίες πως ήταν μολυσμένο;>>

          Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα καχυποψίας ο γραμματέας και του έγνεψε καταφατικά με τα μάτια.

          << Το νερό ήταν μολυσμένο >> συνέχισε ο άρχοντας << κι εγώ το ‘ξερα! Πριν τρεις μέρες με ειδοποίησε ο γιατρός του νοσοκομείου πως ένα τρίχρονο αγοράκι έδειχνε ύποπτο να έχει το μεταδοτικό και θανατηφόρο ιό της χολέρας κι αυτό κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στο μολυσμένο νερό! >>

          << Λέγε, θέλω ν’ ακούσω! >> τον προέτρεψε γεμάτος αγωνία ο γραμματέας κι έδειξε να  κυριεύεται  από  μίσος  για  τον άρχοντά του.          

         << Λοιπόν, μου είχαν πει δυο εργάτες πως βρήκαν μέσα στη δεξαμενή πολλά ψόφια ποντίκια να πλέουν στο νερό και με τα διαμελισμένα σώματά τους από τη σήψη έκαναν την ατμόσφαιρα εκεί μέσα αφόρητη!>>

          << Και δεν έκοψες την παροχή ύστερα απ’ όλα αυτά; >>

          << Όχι! Γιατί ο επιθεωρητής ήταν επί θύραις και δεν ήθελα ν’ αφήσω χωρίς νερό την πόλη και να εκτεθώ στα μάτια του! >>

          Δάγκωσε τα χείλη του ο γραμματέας και φανερά δυσαρεστημένος, τον ρώτησε με τη φωνή του υψωμένη:

         << Και ο δειγματοληπτικός έλεγχος στο νερό δεν έγινε από τον επιθεωρητή; >>

         << Δεν έγινε! Προφασίστηκα αδυναμία για τεχνικούς λόγους και δεν τον  άφησα να τον κάνει! >>

          Έδειχνε συντετριμμένος και μετά βίας συγκροτούσε τη σκέψη του. Ωστόσο μιλούσε κι ας έχανε που και που το ρυθμό του.

          << Μια μέρα πριν φθάσει στην πόλη ο επιθεωρητής >> συνέχισε, << ειδοποιήθηκα πάλι από τον ίδιο γιατρό πως το τρίχρονο αγοράκι πέθανε. Η αιτία του θανάτου του οφειλόταν με βεβαιότητα στον ιό της χολέρας που το είχε προσβάλει κι ευθυνόταν απόλυτα το μολυσμένο νερό της πόλης αφού οι τοξικολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις που έγιναν στο εργαστήριο του νοσοκομείου με πάσα μυστικότητα κι σοβαρότητα, έδειξαν πως ο θανατηφόρος ιός βρισκόταν στα μόρια του νερού και το είχε μολύνει!>>

          Έξαλλος έγινε ο γραμματέας και χτυπώντας το χέρι του με δύναμη πάνω στο τραπέζι, του φώναξε με όλη της δύναμη της φωνής του:

          << Κι εσύ μετά απ’ όλα αυτά, συνέχιζες να ΄χεις ανοιχτή την παροχή του νερού, ε;   Έπρεπε να  μετρήσεις  ακόμη κι  άλλο   θάνατο  για  να   την   κλείσεις ;>>

          Η δύσπνοια που ένιωσε για λίγο ο άρχοντας και η παροδική ζαλάδα που διαπέρασε το κεφάλι του δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει να μιλάει. Έτσι σαν στύλωσε τα ανέκφραστα μάτια του πάνω στο γραμματέα του, συνέχισε:

        <<Τη μέρα της συνάντησης με τον επιθεωρητή, άλλη μια πληροφορία που πήρα, μιλούσε για άλλα τρία παιδιά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο, μολυσμένα από το θανατηφόρο ιό. Αντιλαμβάνεσαι την ψυχική μου αναστάτωση εκείνη τη στιγμή! Δεν μπορούσα όμως να κάνω τίποτα όσο ακόμη ο επιθεωρητής βρισκόταν στην πόλη και το μολυσμένο νερό συνέχιζε να τρέχει όλο το βράδυ και μόνο σαν έφυγε την άλλη μέρα έδωσα εντολή να σταματήσει η παροχή του >>.

          Απόμεινε για λίγο σιωπηλός σαν σταμάτησε την αφήγησή του κι έδειξε κάτι να σκέφτεται. Αμέσως ύστερα  άνοιξε ταραγμένος το συρτάρι του γραφείου του. Έβαλε το δεξί του χέρι μέσα και τρέμοντας έβγαλε ένα μεγάλο κι αστραφτερό μαχαίρι και το ακούμπησε με τη λαβή προς το στήθος του και την αιχμηρή λάμα του να κοιτάζει κατ’ ευθείαν  το πρόσωπο του γραμματέα του. Εκείνος όπως ήταν φυσικό φοβήθηκε και τραβήχτηκε πανικόβλητος προς τα πίσω. Τότε χαμογέλασε ο άρχοντας και του είπε χαμηλόφωνα για να τον ηρεμήσει και να δικαιολογήσει την εμφάνιση του μαχαιριού:

          << Μη φοβάσαι, δεν είναι για σένα το μαχαίρι! Για μένα είναι! Δες τι θα κάνω και κράτησε την ψυχραιμία σου! >>

          Έπιασε  σφιχτά το μαχαίρι από τη μαύρη λαβή και ακούμπησε την αιχμηρή λάμα του στο μέρος του δεξιού του μπράτσου. Έσυρε ύστερα μια βαθιά χαρακιά και με το αίμα που ανάβλυσε άφθονο και ζεστό άλειψε τη λάμα. Σαν έκανε το ίδιο και στο αριστερό του χέρι, πρότεινε το ματωμένο μαχαίρι στο γραμματέα, ψιθυρίζοντάς του στο αυτί με φωνή που έσβηνε :

           << Βγες έξω και χάραξε στην πόρτα τον κόκκινο σταυρό για να με βρει εύκολα ο μαύρος καβαλάρης! Έτσι κι αλλιώς δε θα του ξεφύγω, ας φανώ τουλάχιστον γενναιόδωρος! >>

          Σε λίγο ένας πελώριος κόκκινος σταυρός χαραγμένος στην πόρτα με το ίδιο το αίμα του άρχοντα, φανέρωνε τον άνθρωπο με τα εφτά μεγάλα αμαρτήματα κι έκανε την αναγνώρισή του από το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη πιο εύκολη.

         

 

 

 

***

 

 

          Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε δώδεκα μεσάνυχτα οι δυο μονομάχοι συναντήθηκαν στην πόρτα του νεκροταφείου και μπήκαν μαζί μέσα. Αφού κοίταξε για λίγο με οίκτο τον άρχοντα ο μαύρος καβαλάρης, άπλωσε ύστερα το ξίφος του και του έδειξε μια μεγάλη ταφόπετρα που βρισκόταν δίπλα τους, γνέφοντάς του ταυτόχρονα με τα μάτια ν’  ανεβεί πάνω της. Πήδησε τότε πάνω της ο άρχοντας και πιάνοντας τη βορινή θέση, έτεινε με μια αδέξια κίνηση μπροστά το ξίφος του, έτοιμος ως φαίνεται ν’  αποκρούσει οποιαδήποτε επίθεση του μαύρου καβαλάρη. Με μια τώρα επίδειξη δυνάμεως που τη διαφήμισε ο μαύρος καβαλάρης μ’ ένα δικό του ανάλαφρο πήδημα πάνω στην ταφόπετρα έπιασε τη θέση του στα νότια.  Εκεί αφού με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ξεθηκάρωσε το ξίφος του από τη χρυσή θήκη του, και, πέρασε στην κόψη της λάμας επιδεικτικά τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, το πρόταξε κι αυτός με αστραπιαία κίνηση μπροστά, λέγοντάς του με ύφος αυστηρό:

          << Βιάζεσαι βλέπω, άρχοντά μου να τελειώσεις γρήγορα από τη δοκιμασία αυτή αλλά δε θα το καταφέρεις! Εγώ τώρα είμαι ο Ισχυρός κι εσύ ο Αδύνατος!  Και για να αισθανθείς αυτό που λέω, να πάρε και το πρώτο χτύπημα!>> και δίνοντάς του μια με το ξίφος στο αριστερό του χέρι, κοντά στον ώμο, του άνοιξε και την πρώτη πληγή!

           Έβγαλε μια κραυγή πόνου ο άρχοντας και οπισθοχώρησε. Κοίταξε το ματωμένο χέρι του κι αμέσως του επιτέθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε ο μαύρος καβαλάρης έχοντας πάντα παρατεταμένο το ξίφος του, του είπε με τη δυνατή και μεταλλική φωνή του:

          << Δοκίμασες το ένα από τα εφτά χτυπήματα που θα σου καταφέρω, ένα για κάθε σου αμάρτημα, άρχοντα! Και πριν σου καταφέρω και το δεύτερο, θέλω να μου αναφέρεις τα εφτά σου αυτά αμαρτήματα! Μπορείς ; >>

          Κρύος ιδρώτας έλουσε τον άρχοντα και του φάνηκε πως ένιωσε την ταφόπετρα κάτω από τα πόδια του να υποχωρεί. Άπλωσε το ξίφος του να τον χτυπήσει αλλά επιδέξια ο μαύρος καβαλάρης το απέφυγε. Έτσι σαν απόμεινε μετέωρος με το αριστερό του πόδι  πίσω  και το χέρι του τεντωμένο, του ψιθύρισε εξαντλημένος:               

           << Ιδέα δεν έχω για τα αμαρτήματα που μου αναφέρεις, ιδέα! >>

             Τον κοίταξε με μισό μάτι ο μαύρος καβαλάρης και αστραπιαία χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει ο άρχοντας, του κατάφερε και το δεύτερο δυνατό χτύπημα στο μέτωπο, πάνω από το δεξί του μάτι.  Το αίμα που έτρεξε γρήγορα κύλησε στο μάτι και του το τύφλωσε. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ν’ αποφύγει τη ροή και στο άλλο, όταν κι ένα τρίτο χτύπημα στο δεξί του χέρι στο μέρος του μπράτσου, του τίναξε το ξίφος κάτω και τον άφησε άοπλο.

            << Σαν δεν τα ξέρεις εσύ τα αμαρτήματά σου τα ξέρω εγώ!>> άκουσε τότε σαστισμένος τη φωνή  του μαύρου καβαλάρη  κι ένιωσε στο χέρι του τη λαβή  του ξίφους του, που τόσο ιπποτικά του προσέφερε αφού το μάζεψε από κάτω. Για ν’ αρχίσει αμέσως σαν πήρε θέση απέναντι στον άρχοντα να απαριθμεί αργά - αργά και δυνατά τα εφτά του, θανάσιμα αμαρτήματα: <<υπερηφάνεια, πλεονεξία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία, μνησικακία, αμέλεια >>. Κι αφού τον κοίταξε με ειρωνεία, του ψιθύρισε :

           << Αυτά τα αμαρτήματα σε βαραίνουν άρχοντα και γι’ αυτά θα πληρώσεις!>> και χωρίς να περιμένει την αντίδρασή του, του κατάφερε   το τέταρτο χτύπημα στο μηρό του αριστερού του ποδιού.  Το χτύπημα ήταν πολύ δυνατό και ο άρχοντας βγάζοντας ένα οξύ ουρλιαχτό πόνου έχασε την ισορροπία του και φάνηκε πως θα σωριαζόταν κάτω. Για καλή του όμως τύχη πιάστηκε από το μαρμαρένιο σταυρό της ταφόπετρας και συγκρατήθηκε. Ωστόσο όμως άφησε εκτεθειμένο το πρόσωπό του και ο μαύρος καβαλάρης που τον είχε πλησιάσει του ‘δωσε το πέμπτο χτύπημα στο αριστερό μάγουλο, κάνοντάς του μια βαθιά ουλή ως κάτω στο λαιμό του.

          Αιμόφυρτος τώρα ο άρχοντας και με τις δυνάμεις του εξασθενημένες, οπισθοχώρησε και ακούμπησε την πλάτη του στο μαντρότοιχο που βρέθηκε πίσω του. Η ασθενής όρασή του που οφειλόταν στα αίματα που έτρεχαν  ακόμη στα μάτια του από την πληγή του μετώπου του και οι οδυνηροί πόνοι που αισθανόταν από τα τραύματα τον οδήγησαν στη σκέψη να εγκαταλείψει τον αγώνα και να παραδοθεί στον ισχυρό αντίπαλό του άνευ όρων. Αλλά η προκλητικότητα του αντιπάλου του που τον ερέθισε για άλλη μια φορά με τα λόγια του, σαν του φώναξε << δειλέ, αυτή τη νύχτα θα πεθάνεις!>> τον έκαναν ν’ αλλάξει γνώμη και να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τέλος.  Γι’ αυτό αποφάσισε να τον μεταφέρει πάνω στο μαντρότοιχο όπου εκμεταλλευόμενος κάποια αδυναμία ή ατυχία του θα μπορούσε να ήταν αυτός ο νικητής.

          Έτσι αφού συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις που του απόμειναν, αρπάχτηκε από τον τοίχο και σκαρφάλωσε πάνω του. Εκεί σαν έτεινε το ξίφος ίσα πάνω στον αντίπαλό του που βρισκόταν από κάτω του, του φώναξε οργισμένος :

         << Έλα καβαλάρη μου, εδώ στα ψηλά! Σε περιμένω! >>

          Ο μαύρος καβαλάρης αντιλήφθηκε το πανούργο σχέδιό του και χωρίς καθυστέρηση βρέθηκε μ’ ένα σάλτο απέναντί του. Και μέχρι να πατήσει γερά στα πόδια του ο άρχοντας, του κατάφερε το έκτο χτύπημα στο μέρος της κοιλιάς  που τον έκανε να ουρλιάξει και να διπλωθεί στα δύο, δείχνοντας πως δύσκολα θα έμπαινε και πάλι στον αγώνα. Ύστερα τον πλησίασε και αφού τον άγγιξε με τη μύτη του ξίφους στο μέρος της καρδιάς, τον ρώτησε ψυχρά:

         << Έχεις καμία επιθυμία άρχοντα, πριν σου καταφέρω το έβδομο και τελευταίο χτύπημα; >>

          Η προθανάτια αγωνία του άρχοντα μεγάλωσε σαν άκουσε τούτα τα λόγια του και η σκέψη και μόνο πως σε λίγο θα μπορούσε να ήταν νεκρός τον έκανε υστερικό παίρνοντας έτσι την απόφαση ν’ αντισταθεί για άλλη μια φορά μέχρι εσχάτων στην αδιάλλακτη αυτή προκλητικότητά του.  Έτσι  σφίγγοντας το ξίφος επιτέθηκε λυσσαλέα προς το μέρος του μαύρου καβαλάρη σκοπεύοντας να τον χτυπήσει και να τον σπρώξει με όλη του τη δύναμη κάτω στους κοφτερούς βράχους. Λες και κατάλαβε όμως το ύπουλο σχέδιό του ο μαύρος καβαλάρης, τον απόφυγε με μια επιδέξια μετατόπιση του σώματός του όσο έπρεπε για να του δώσει έτσι το τελευταίο και έβδομο χτύπημα, παίρνοντάς του σύρριζα το κεφάλι που κύλησε με δυο μικρά πηδηματάκια και σταμάτησε στο κέντρο της ταφόπετρας ενώ το σώμα του γκρεμίστηκε έξω από τον τοίχο.

          Πηδώντας αμέσως κάτω το πλησίασε κι αφού έκανε εφτά κύκλους γύρω του, το άφησε και κινήθηκε προς την πόρτα του νεκροταφείου. Εκεί μ’ ένα του άλμα βρέθηκε στη ράχη του αλόγου που με το πρώτο σπιρούνισμα ξεκίνησε για την έξοδο της πόλης.

 

         

 

 

 

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

 

ΔιήγημαΣε νέα σέξυ φωτογράφηση η πιο ωραία γυναίκα στο κόσμο [εικόνες] | Ι LOVE  STYLE

 

 

 

 

                             Ω γύναι, γλυκύτατό μου κάλλος

 

 

                                             

 

                                  Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

                                                         

 

         

 

         Ο άντρας  γοητευμένος από την κομψότητα του επιπλωμένου δωματίου, σεργιάνισε κεφάτος τρεις φορές ανάμεσα από τα όμορφα έπιπλα κι αφού τα θαύμασε, βγήκε μ’ ένα ανάλαφρο βηματισμό στη βεράντα. Μόλις είχε γυρίσει από τη λειτουργία της Ανάστασης κι ένιωθε εκπληκτικά όμορφα. Έτσι με γιορτινή διάθεση αφέθηκε να κοιτάζει το στολισμένο με τα άστρα ουρανό και το αστείο κίτρινο φορεματάκι που στραφτάλιζε στο κορμί τής θάλασσας φορεμένο από τις βελούδινες αχτίδες του φεγγαριού.

          << Συνηθισμένα πράματα αυτά που βλέπω >> σκέφτηκε << αλλά λεπτοδουλεμένα από χρυσό κι ασήμι τόσο περίτεχνα από τη φύση που μόνο αυτή ξέρει να φτιάχνει με την αθόρυβη έμπνευσή της και τον ευφυή χρωστήρα της ! >>

          Και με μια υπερβολική αισιοδοξία, έσκασε ένα επιπόλαιο γελάκι που θρυμμάτισε τη σιωπή τής ήρεμης νύχτας.Η γυναίκα που καθόταν έξω στη βεράντα με το  κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι  και ξεκουραζόταν, απάντησε σαν τον είδε μ΄ ένα ελαφρύ βήξιμο και μ’ ένα χαμόγελο στο ροδαλό της πρόσωπο.

          << Χα! >> έκανε ο άντρας  και κοίταξε τη γυναίκα που τεμπέλιαζε. << Να κάτι, που αν και σε βλάπτει πολλές φορές σαν το προσεγγίζεις, εντούτοις όμως σου αποκαθιστά το αίσθημα της προσωπικής σου σπουδαιότητας >> σκέφτηκε  και με μια γρήγορη απόφαση που πήρε, ετοιμάστηκε να της πει κάποιο κολακευτικό λόγο για να την κατακτήσει.  Δίστασε όμως γιατί κάτι μέσα του, του υπενθύμισε πως οι αλόγιστες επιθυμίες, οδηγούν σε αδιέξοδα και περιπέτειες. Έτσι για να αποκαταστήσει την  ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία και την εγκράτεια μετά από τη δοκιμασία που πέρασε, ψέλλισε μ’ ένα αίσθημα ικανοποίησης :   << Είναι από τις γυναίκες που στολίζουν τα ξενοδοχεία και σε ταλαιπωρούν αφάνταστα! Γι’  αυτό ας πάρω τα μάτια μου από πάνω της κι ας τ’ αφήσω να πλανηθούν έστω κι άσκοπα στη μεγαλοπρέπεια της αποψινής νύχτας! >>

          Η γυναίκα λες  και κατάλαβε τις σκέψεις του, σηκώθηκε και περιβεβλημένη με το θάμπος του αμυδρού φωτός, που έριχνε το φεγγάρι πάνω της, στάθηκε όρθια, και στηρίχτηκε στα κάγκελα με το πρόσωπό της στραμμένο προς αυτόν προφανώς για να τον προκαλέσει. Κι εκεί με αστεία και προκλητική διάθεση του προσέφερε το ευδιάκριτο υπέροχο σώμα της στη θέα των ματιών του, μέσα από το διάφανο κι ολόασπρο νυχτικό της που το έντυνε και το χάιδευε με απαράμιλλη κομψότητα.

          Έτσι  αφού κάθισε αρκετή ώρα απέναντί του, να σιωπά και να μειδιά με θαυμαστό τρόπο, χάθηκε κάποια στιγμή, γλιστρώντας στο δωμάτιό  της, μ’  ένα χαρακτηριστικό μορφασμό στο στόμα της, σαν να του έλεγε:  << Σου δίνω πολλά κι εσύ τίποτα! Αντίο, γλυκέ μου! Δε φταίω εγώ για τη δειλία και την ατολμία σου! >> Ο άντρας την κοίταξε σαν έφυγε με αυστηρό βλέμμα κι αφού βρήκε τα αισθήματά του γι’  αυτή, απαράδεκτα, μπήκε κι αυτός στο δωμάτιό του, όπου με μια εύθυμη διάθεση, ετοιμάστηκε να μπει στο λουτρό και να πάρει ένα ζεστό μπάνιο, τόσο απαραίτητο για τη χαλάρωση των νεύρων του. Έτσι αφού χρειάστηκε για αρκετή ώρα τους αστραφτερούς παφλασμούς του νερού και το ζεστό χάδι του, βγήκε και με τη διάθεσή του τώρα πιο χαρούμενη κι αισιόδοξη, άρχισε να ντύνεται για τη συμμετοχή του στο βραδινό πασχαλινό τραπέζι.

          << Είναι ανεκτίμητη η προσφορά τής συντροφιάς μιας γυναίκας στην       αποψινή μοναξιά μου >> σκέφτηκε σαν κλείδωσε το δωμάτιο και με την απαραίτητη σοβαρότητα κοίταξε τη γυναίκα που ακριβώς εκείνη τη στιγμή, διέσχιζε λίγα μέτρα πίσω του μ’  ένα ιδιόρρυθμό και γοητευτικό βάδισμα το διάδρομο. << Είναι η γυναίκα της βεράντας! >> ψέλλισε με θυμό ο άντρας κι έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει. Η γυναίκα τότε τον προσπέρασε με μια εύθυμη γκριμάτσα στο φωτεινό της πρόσωπο και με έντονη την έκφραση της περιφρόνησης στα ζωηρά της μάτια  που έκαιγαν σαν φωτιά  τάχυνε το βήμα της. 

          << Η χοντρή μου απρέπεια να μην της μιλήσω στη βεράντα την έχουν αποχαλινώσει >> μουρμούρισε και τάχυνε κι αυτός το βήμα του για να την φτάσει. Και τότε λες και η γυναίκα κατάλαβε την επιθυμία του να την πλησιάσει, κοντοστάθηκε και με ποιητική διάθεση του είπε με πρωτόγνωρη τρυφερότητα: 

        --- Χρειαζόμαστε φαί, ξεκούραση και συγνώμη, μέρα που είναι!  Δε το θαρρείς κι εσύ;

      --- Έχεις δίκιο!  της έκανε αργά αλλά με έμφαση εκείνος κι έσπασε τη σιωπή.   Αλλά πού θα γίνουν όλα αυτά;  τη ρώτησε με ενδιαφέρον ελπίζοντας  να ανεβάσει σημαντικά την εκτίμησή του στο πρόσωπο της.

       --- Τι πού; του ‘κανε  προσποιητό τρόπο εκείνη και τον κοίταξε μ’  ένα  κοφτό εξεταστικό βλέμμα.  Στο πασχαλινό τραπέζι που είμαστε καλεσμένοι και οι δυο και πηγαίνουμε πρόθυμοι! του πρόσθεσε ύστερα με ένα όμορφο μορφασμό στα δυο της σαρκώδη χείλη, δείχνοντας παράλληλα και τη σπουδαιότητα που έδινε σ’  αυτή τη συνάντησή τους.

          O άντρας χαμογέλασε ευχαριστημένος. Και την ίδια στιγμή με απίστευτη σαφήνεια και μια ζωντανή έκφραση των ματιών του, της είπε με τη χαρακτηριστική βαριά φωνή του:

          ---  Όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, το ΄θελα πολύ απόψε να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι! Κι αυτό το επεδίωξα  αν κατάλαβες καλά, με τη  μεγαλοπρεπή σιωπή μου στην πρόκλησή σου, στη βεράντα.

         Η γυναίκα  έβαλε τα γέλια.  Για να επαναλαμβάνει απανωτά ύστερα για πολλή ώρα, όσο περπατούσαν για την τραπεζαρία, χωρίς να σταματά:     

         --- Θεέ μου! Τι υπέροχος που είσαι και τι γοητευτικός!

                                                                                     

                                       

                                               .   .   . 

 

 

 

         Στο πασχαλινό τραπέζι κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο άντρας άρχισε να τρώει σιωπηλός και να της να ρίχνει κλεφτές ματιές. Η γυναίκα έτρωγε κι αυτή αμίλητη χωρίς να αρθρώνει λέξη. Σε κάποια στιγμή ο άντρας πήρε το ποτήρι του κι αφού εξασφάλισε μια τρυφερή ματιά της, της είπε με μια θαυμαστή επινοητικότητα,   << Χριστός Ανέστη! >>    << Αληθώς Ανέστη! >> του ψέλλισε και η γυναίκα με κάποια ιδιαίτερη ικανοποίηση, ενώ το πρόσωπό της έλαμψε χαρμόσυνα. Κι αφού διόρθωσε με μερικές αποφασιστικές αδραξιές τα ολόμαυρα καλοχτενισμένα μαλλιά της, του ψιθύρισε : 

         --- Σε ευχαριστώ που ήρθες στο τραπέζι. Το ήθελα τόσο πολύ!       

         ---Κι εγώ! της αποκρίθηκε ο άντρας κι αφοσιώθηκε στην εξερεύνησή της. Δεν ξέρω όμως τίποτα για σένα κι αυτό με θλίβει αφάνταστα, της εξομολογήθηκε στη συνέχεια και περίμενε με ενδιαφέρον την απάντησή της.

         --- Είμαι μια γυναίκα επιχειρηματίας, που επενδύω τα χρήματά μου σε ξενοδοχειακές μονάδες, εδώ και στο εξωτερικό,  κι αφού έκανε μια μικρή παύση, συνέχισε. Ταξιδεύω πολύ και θεωρώ δυσάρεστη την προοπτική μου να κάνω ασήμαντα πράγματα. Τα ψυχαγωγικά μου ταξίδια είναι πολλά και σε διάφορες πόλεις, όμως η Βιέννη, το Παρίσι, η Πράγα, η Δρέσδη, το Λονδίνο και η Χονολουλού, είναι δεύτερες πατρίδες μου. Ο κύκλος των συναναστροφών μου είναι πάντα επώνυμος και οι εκδηλώσεις που συμμετέχω  προϋποθέτουν    πάντοτε  μια ανθηρή οικονομική συναλλαγή.

                                                                                   

 

         --- Θαυμάσια! της ψιθύρισε ο άντρας κι έδειξε να είναι απορροφημένος από τα βαθιά και μεγαλεπήβολα λόγια της. Και  με μια ανήσυχη ύστερα ματιά στο όμορφο κι ακαταμάχητο πρόσωπό της, της είπε με μια κωμικότητα στην έκφρασή του:

        --- Εγώ είμαι ένας απλός αντιπρόσωπος γεωργικών μηχανημάτων! Το ευφυές επιχειρηματικό μου πνεύμα όσο και να το θέλω, δυστυχώς, δεν μπορεί να φτάσει το δικό σου! Φαίνεται αξεπέραστο!

       Η γυναίκα σιώπησε για λίγο και κοιτάζοντάς τον καταμεσής  στα μάτια, του είπε μ’  ένα κομψό και φαρδύ γέλιο:

      --- Το ξέρω είσαι μετριόφρων και θες να πεις πως είσαι ένας γοητευτικός αντιπρόσωπος και μόνο! Αλλά δεν είναι έτσι!  και  μ’  ένα αίσθημα ερωτικής έξαρσης συμπλήρωσε:   Δεν έχεις γνώση της γοητείας σου που εξασκείς στις γυναίκες;

        Ο άντρας   κατάλαβε τις προθέσεις της  και θέλοντας να παίξει λίγο μαζί της, δεν της αποκρίθηκε αλλά έπεσε πάνω στο πιάτο του κι άρχισε να τρώει με βουλιμία.  Η γυναίκα τότε και πάλι δεν τον άφησε ήσυχο και με μια έκφραση ανάμεικτη με ειρωνεία κι έπαρση, του  ψιθύρισε, αγγίζοντάς τον τρυφερά στα μπράτσο:  

       --- Βλέπω δεν μπορείς να υποστείς τις συνέπειες μιας εφήμερης γνωριμίας! Τι είναι αυτό; Δειλία ή ανικανότητα;

        Τα λόγια της ήχησαν στ΄ αυτιά του, σαν ένας κακόηχος σβουριστός ήχος.  Κι αμέσως με μια ταχύτατη αντίδραση, της είπε με ζωηρή φωνή:     

        --- Το ξέρω πως δεν είναι έντιμο κι ανδροπρεπές να σε απορρίπτω, αλλά μια μέρα αγάπης σαν τη σημερινή θα περίμενα κάτι άλλο πιο ποιητικό να καθόριζε την εκτίμηση του ενός απέναντι στον άλλον.

         Η γυναίκα φάνηκε λίγο οργισμένη στα λόγια του και με τρεμάμενη φωνή που περιείχε και λίγο μυστήριο του ψέλλισε, αργά αλλά με έμφαση: 

         --- Δε σε καταλαβαίνω, τι θες να πεις; 

         --- Ω! Ακριβή μου!  της έκανε με θαυμασμό ο άντρας.  Για έναν περίπατο, εννοώ, στο πάρκο του ξενοδοχείου! Δε θα μας έκανε καλό και των δυο;

           Στη μακρινή παύση που ακολούθησε η γυναίκα έριξε μια λοξή ματιά γύρω της και με ικανοποίηση είδε πως το φαγητό έφτανε στο τέλος του.  Οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν φάει και βρίσκονταν σε ευθυμία καπνίζοντας με ξαναμμένα μάγουλα ενώ μερικοί επέστρεφαν με τα γεμάτα στομάχια στα κρεβάτια τους.

          << Τι κρίμα να χάσω τον παράδεισο που κρύβει η επιθυμία του >> σκέφτηκε  και με μια ελαφρότητα που δεν την περίμενε ο άντρας, άπλωσε το χέρι της και σαν βάστηξε το δικό του, τον τράβηξε απότομα από την καρέκλα.

           --- Θεέ μου!  Πως το βρίσκω  υπέροχο αυτό! του  είπε σιγανά στη συνέχεια και τον έσυρε μ’  ένα αστραπιαίο βηματισμό έξω από την κεντρική πόρτα του ξενοδοχείου.

     Περπατούσαν δίπλα- δίπλα σιωπηλοί ενώ από το ναό της Ευαγγελίστριας το φως των κεριών αντιφέγγιζαν μέσα από τα τζάμια και οι ύμνοι της Ανάστασης που έφταναν μέχρι τον κήπο του ξενοδοχείου τούς χάιδευαν με το λυρισμό του τ’ αυτιά. Οι κρότοι από τα βαρελότα ήταν ελάχιστοι και οι τελευταίοι που πυροβολούσαν ακόμη με τα μικρά τους πιστόλια, απομακρύνονταν πηγαίνοντας για τα σπίτια τους. Η ησυχία είχε επιβάλλει τη σιωπή και μόνο οι υμνωδοί της εκκλησίας θα έψαλαν ακόμη μέχρι τις πρωινές ώρες πολλούς ύμνους και τροπάρια όπως κι αυτό: << Ω Πάσχα το μέγα και ιερότατον, Χριστέ! δίδου ημίν εκτυπώτερον σού  μετασχείν, εν  τη  ανεσπέρω  ημέρα τής βασιλείας σου! >>

        Εκεί με μια μικρή αλλά ευχάριστη αγωνία στο πρόσωπό της, του είπε μ΄ ένα πύρινο βλέμμα:

        --- Έχει ψύχρα έξω! Τι τον θέλουμε τον περίπατο; Δεν πάμε καλύτερα στη σουίτα μου να περάσουμε ανείπωτες στιγμές κάτω από το ανήσυχο φως των κεριών! και τον οδήγησε στο πρώτο σκαλί τής εξωτερικής σκάλας.

        Σαν έφτασαν  στη βεράντα και πριν η γυναίκα αγγίξει το μικρό μπρούτζινο χερούλι τής πόρτας για να ανοίξει, σταμάτησαν μ’ ένα ελαφρύ  λαχάνιασμα και κοιτάχτηκαν τρυφερά στα μάτια.  Ύστερα σαν η σιωπή τους βάρυνε, άρχισαν να  θαυμάζουν τα όμορφα φοινικόδεντρα που ορθώνονταν στον κήπο με αρχοντική όψη και μεγαλοπρέπεια. Παρόλο που το φεγγάρι είχε κατέβει χαμηλά στον ορίζοντα, το φως του που έπεφτε πάνω τους, ψηλάφιζε και τις πιο ανεπαίσθητες λεπτομέρειες στα φύλλα τους που ξεδιπλωμένα σαν βεντάλια  φάνταζαν σαν ολόχρυσο απλωμένο χαλί!

            --- Κοίτα ομορφιά!  του ψέλλισε κάποια στιγμή η γυναίκα και με την άκρη των δαχτύλων της του χάιδεψε τρυφερά τις μακριές  φαβορίτες του.

           --- Είναι κάτι το ξεχωριστό, κάτι το ανεπανάληπτο σαν και σένα!  της αποκρίθηκε με τρεμουλιαστή φωνή ο άντρας και την αγκάλιασε.

             Η γυναίκα σαν ξεγλίστρησε ύστερα από λίγο με μια απίστευτη επιδεξιότητα από την αγκαλιά του, άνοιξε την πόρτα και με μια σβέλτα και κεφάτη κίνηση τον οδήγησε στο καθιστικό. Όταν κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο, στο ακριβό λουστραρισμένο ξύλινο καναπέ, κοιτάχτηκαν με μάτια που λαμπύριζαν από πάθος κι έξαρση. Ύστερα έσφιξαν τα χέρια τρυφερά κι έπεσαν σε μια χαλαρή σιωπή. Τότε ο άντρας μπόρεσε να δει και να νιώσει τη χλιδή και την πολυτέλεια του χώρου. Κι αμέσως άρχισε να τον θαυμάζει με έντονα και ποικίλα συναισθήματα. Έτσι αφού άγγιξε με το βλέμμα του τα αντικείμενα που ήταν τόσο όμορφα ταχτοποιημένα γύρω τους και τα βρήκε πως ταίριαζαν απόλυτα, ψέλλισε με ενθουσιασμό στη γυναίκα που χαϊδευόταν  σαν χαριτωμένη γατούλα πάνω του:    << Τι πολυτέλεια   κι αυτή, Θεέ μου! Είσαι πλούσια; >>

             Η γυναίκα δεν του μίλησε, αλλά δείχνοντας το μπουκάλι με το ουίσκι και τα δυο γυαλιστερά ποτήρια που άστραφταν στο στρογγυλό περιποιημένο τραπέζι, του είπε  με σιγανή φωνή: 

             --- Αυτό πρέπει να το αδειάσουμε! Δε συμφωνείς;  

               Δεν υπήρξε αντίρρηση  από τον άντρα που με ήρεμο χαμόγελο έπιασε το μπουκάλι και γέμισε τα δυο ποτήρια. Σαν της πρόσφερε το ένα, της  ψιθύρισε με μια γλυκιά γαλήνη στο βλέμμα του:  

            --- Εύχομαι να μην παρασυρθείς σε ακρότητες!    

                 Η γυναίκα με το πρώτο κιόλας ποτήρι αισθάνθηκε σαν θάλασσα που φουσκώνει και υψώνει θεόρατα κύματα σκοτεινά. Κι αμέσως  ένιωσε την ανάγκη και το πάθος να μεταφέρει την αναταραχή της αυτή και στον άντρα. Έτσι χωρίς σεμνότητα αλλά με  αχαλίνωτη ορμητικότητα τον τράβηξε με δύναμη στο κρεβάτι.  Κι εκείνος αφού το περίμενε την έσφιξε στην αγκαλιά του κι ετοιμάστηκε για την υπέρτατη ηδονή. Κι έτσι καθώς η γυναίκα έλιωνε κι ένιωθε την απαλότητα από το υπέροχο χάδι των χεριών του να της ξυπνάει το γλυκό πόθο, εκείνος ανάμεσα στους ζεστούς γλουτούς της, προσπαθούσε να της ζωηρέψει το πιο ζωντανό μέρος του κορμιού της.  Κι όσο αυτή το ένιωθε, τόσο η φλόγα του πάθους της γινόταν πιο εύφλεκτη και συναρπαστική. Έτσι σε κάποια στιγμή του παραδόθηκε κι ανοίχτηκε ολόκληρη να τον δεχτεί μέσα της. Κι αφού έγινε αυτό αισθάνθηκαν και οι δυο το ρίγος της υπέρτατης ηδονής να διαπερνά τα σώματά τους και να τα κοιμίζει για πολλή στην απέραντη γλυκιά αγκαλιά της.                                                               

                            

                                                                                   

 

                                                      .  .  . 

 

 

           Το επόμενο βράδυ ο άντρας την αναζήτησε στη ρεσεψιόν, ανήσυχος για την ολοήμερη  απουσία της. Η ρεσεψιονίστ διατυπώνοντας πολύ προσεκτικά τα λόγια της και μ΄ ένα γλυκό γοητευτικό τρόπο, του ομολόγησε ολόκληρη την αλήθεια.

            --- Η κυρία Ιουλιέτα, που ζητάτε, είναι η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, χήρα και κυνηγός ωραίων ανδρών! Πέταξε το μεσημέρι για τη Χονολουλού! Ένας Θεός ξέρει πότε θα γυρίσει! 

         Ο άντρας με βήμα γοργό, κίνησε προς την έξοδο. Κι εκεί αυθόρμητα, αναφώνησε με μια ικετευτική τρυφερότητα:   << Ω  γύναι, γλυκύτατό μου κάλλος! Ω γύναι! >>  

 ellinkoxronografima.blogspot.gr