Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

 

    Λογοτεχνικές σελίδες

                             Ποίηση και ΧειμώναςΤαξιδεύοντας στο κόσμο των νηπίων: Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ  ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ | Fairy art, Christmas fairy, Christmas picture books

                                             Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               << Χειμών, πούθε φυτρώνει; >> με ρώτησε ο γεννήτορας και περίμενε την απάντησή μου. << Δύσκολα μου βάζει >> σκέφτηκα και σηκώθηκα  να σαλτάρω να φέρω το λεξικό. << Ε, πού πας;  Κάτι  σε ρώτησα, πες μου; >> μου είπε και απλώνοντας το χέρι με κόλλησε  πάλι στο σκαμνί << Πάω να φέρω το λεξικό, να δούμε τι γράφει; >> ψέλλισα και ζαλικομένος ντροπή λούφαξα. << Έλα, ρε , που θα συμβουλευτείς λεξικό, εύελπις νέος και γυμνασιόπαις! Άκου: Χειμών βγαίνει από τη λέξη χείμα ίσον χειμωνιάτικος καιρός. ψύχος, παγετός, εξ΄ ου και το ρήμα χειμάζομαι από τον παγετό. Αυτό λέει το λεξικό του λαού. Το δικό σου να το βράσω! >> Έτσι ενθυμούμενος αυτά, και, βλέποντας το χειμαζόμενο πόπολο να  τουρτουρίζει, είπα να τον τρομάξουμε το Χειμώνα με στίχους, βέβαιος πως θα σταθούν οικείοι και ζεστοί απέναντι σας!

           Κωστής Παλαμάς.  Η ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ. Εφέτος άγρια μ΄ έδειρε η βαρυχειμωνιά, / που μ΄ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ήβρε δίχως νιάτα,/ κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά / στη χιονισμένη στράτα //. Μα εχθές καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού / και τράβηξα να ξαναβρώ τα αρχαία μονοπάτια / στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός ρόδου μακρινού / μου δάκρυσαν τα μάτια //.

              Γεώργιος Δροσίνης. ΧΕΙΜΩΝΙΑΣΕ. Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά / γοργά ο πελαργός το πελαργόνι / κι η φλύαρη χελινοδοφωλιά/ χορτάριασε παντέρημη και μόνη //. Του σπίνου χάθηκε η γλυκιά λαλιά,/ φοβήθηκε ο μελισσουργός  το χιόνι / κι η σουσουράδα κάτω στην ακρογιαλιά  / δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει //. Στης λυγαριάς  τ΄ ολόξερο κλαδί / του φθινοπώρου φτωχικό παιδί / ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,/ με λόγια ταπεινά και σιγανά//. Μικρός προφήτης φτερωτός μηνά / την Άνοιξη που θα γυρίσει πάλι //.

             Μίλτος Σαχτούρης. ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια / τι τέλεια που μαραθήκαν / κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους /  με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού /χειμώνιασε και φύγαν τα χελιδόνια / γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό / δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό κοιτάζονται / στα μάτια αγριεμένα / αύριο θα βγει στους δρόμους και βροχή απελπιστική / μοιράζοντας τις ομπρέλες της / τα κάστανα θα τη ζηλεύουν / και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιάς / θα βγουν κι άλλοι έμποροι / αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια / αυτός που πουλάει τις ζεστές – ζεστές προβιές / αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι /  κι αυτός  που  πουλάει θήκες από κρύο για τις φτωχιές καρδιές //.

       Κώστας Καρυωτάκης.  ΤΟ ΧΙΟΝΙ. Τι καλά που ΄ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι! / Το μπερντέ παραμερίζοντας τ΄ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι / να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δέντρα, φύλλα //. Πόσο βλέπω μ΄ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα //.  Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι κείνο τρέχει //.  Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,/  πως κρυώνει , πως επάγωσε/. Έλα μέσα κοριτσάκι μου, το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι !//

     Τάσος Λειβαδίτης. ΑΝΑΜΟΝΗ. Ήταν  νέος ωχρός / καθόταν στο πεζοδρόμιο, Χειμώνας, κρύωνε//. << Τι περιμένεις ; >> του λέω //.  << Τον άλλον αιώνα >>, μου λέει //. Και χιόνιζε ήσυχα – ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο //.

     Κική Δημουλά. Η ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια / κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης //. Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολίσθηση / η επιθυμία προς τι να έρθει; >>

   Μυρτιώτισσα. ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Νάτος πάλι που έφτασε ο θλιβερός Χειμώνας / μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι //. Χλόμιασε η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας //. Ώρες θα στέκω ν΄ αγροικώ το μανιασμένο αγέρι //.    [ … ]  Ω! πόσο μόνη θα αιστανθώ  στην άδεια κάμαρά μου//.  Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π΄ αγάπησα, μ΄ αφήσει //. Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου, / σα θα ‘ρθει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!//

   ellinikoxronografima.blogspot.gr               Panant1947@gmail.com

 

 

 

 

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

 

Κυπαρισσιώτικες εικόνες

                      Κυπαρισσία, το αρχοντικό,  η εικαστικός και ο έρως 14 νόστιμοι λόγοι για να πας στην Κυπαρισσία | www.olivemagazine.gr    

                                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου                                                                                  

                    Στη νέα μου γειτονιά, το παλιό τριώροφο αρχοντικό στις νότιες υπώρειες του κάστρου, με τα κόκκινα κεραμίδια, τα τοξωτά παράθυρα,  τις ορτανσίες στο μπαλκόνι, με μάγεψε. Μαθητής λυκείου, μετά το διάβασμα πεζοπορώντας ανατολικά στο καλντερίμι για την παζαρόβρυση, το θαύμαζα έτσι κομψό, ωραίο και μεγαλόπρεπο που έστεκε στη θέση του.  Μου άρεσε να βλέπω τον ήλιο που  πηγαίνοντας να βουτήξει στο Ιόνιο, το έβαφε με ροζ, κόκκινα και χρυσαφένια χρώματα, Τα τζάμια του ν΄ αντανακλούν σκιές, αχτιδωτές γραμμές, πρόσωπα ακαθόριστα, φευγαλέα, θαμπά. Από όσα παράθυρα ήταν ανοικτά, κόκκινες λουρίδες φωτός έμπαιναν στα δωμάτια, από τα κλειστά εκχέονταν μέσα  από τις γρίλιες, που έχασκαν σαν κακογραμμένα  << ι >> του αλφάβητου.

    Γενάρης, μύριζε πρώιμο καλοκαιράκι, όταν οι ξελογιάστρες Αλκυονίδες του φόρεσαν πανωφόρι και ζεστός να υποδεχτεί μια ένοικο. Ακατοίκητο και εγκαταλειμμένο το σπίτι, βρέθηκε σ’ ένα αιφνίδιο μπουρίνι με το ερχομό της γυναίκας. Ο θυμόσοφος λαός της γειτονιάς εξωραϊζοντας υπερβολικά τα κουτσομπολιά του και τι δεν είπε για την άφιξη της επισκέπτριας. Όμως με τον καιρό οι συκοφάντες  έπεσαν έξω, και αποφάνθηκαν: << Είναι σημαντική γυναίκα, απείρου κάλλους και ομορφιάς, που ως εικαστικός βάζει σε αρμονία τα χρώματα και ήρθε στην πόλη μας να κατακτήσει  το  δυναμισμό της φύσης με την τέχνη της >>.

    Αμύητος στην τέχνη, το δαιμόνιο της επιθυμίας ξύπνησε εντός μου να την επισκεφτώ, να δω τα έργα της και να σπουδάσω με το βλέμμα το θαύμα του χρωστήρα της. Ιδιαζόντως επιρρεπής  σε αιφνιδιασμούς και σε απρόοπτα, αποφάσισα μια Κυριακή απόγευμα να παραβιάσω την εξώπορτά της. Ενθαρρυμένος από την ησυχία του κήπου, πλησίασα την τζαμόπορτα και κοίταξα μέσα. Την είδα να ζωγραφίζει δυο φλαμίνγκο σ’ ένα βραχάκι. Καθόταν σε σκαμνί, δεξιά της είχε ένα τραπέζι στρογγυλό, πάνω του  μπογιές, στην αριστερή του άκρη ένα ποτήρι μπύρα και στη τσιγαροθήκη η γόπα να καίει. Μεσόκοπη, με απολλώνιο φως  γύρω από το πρόσωπό της, με έκφραση ψυχωτική που ζητούσε ν’ απαλλαγεί από τη μοναξιά και τους δαίμονες που την στοίχειωναν. Σε λίγο αντικατέστησε τα πουλιά με άλλον πίνακα, μια τοπιογραφία, δάσος, δέντρα,  φωτεινά χρώματα και ιδιαίτερη τεχνική. Ο καμβάς απεικόνιζε ένα ζευγάρι ερωτευμένων με άσπρα ρούχα που περπατούν πιασμένοι χέρι-  χέρι δίπλα σ’ ένα παλιό νερόμυλο. Πίσω από την ξύλινη περίφραξη μια πλαγιά με ζωηρά χρώματα, εντείνει την τοπιογραφία και στο φόντο ο ουρανός φωτεινός έδινε την αίσθηση της κίνησης να απογειώνει όλο το σκηνικό.

    Εντυπωσιασμένος έφυγα. Στο σπίτι σκεφτόμουν κι άλλες τέτοιες αποδράσεις  στο εργαστήριό της, έστω κι έξωθεν για να ανατραπεί άρδην το τοπίο της ατεχνίας μου. Κι όλο τη φανταζόμουν, ντυμένη στα ροζ να ζωγραφίζει, τα μαλλιά  της σκόρπια, ριγμένα στους ώμους, να φεγγίζουν χυτά, με τον ήλιο του Ιονίου να της καίει άσβηστο το καντήλι του. Πολλή ώρα στην ίδια θέση με το πινέλο στα χέρι, το βλέμμα της στραμμένο προς τα έξω, να ψάχνει τα φιλήδονα χείλη της τέχνης στη σκόνη των πραγμάτων.

    Φλύαρος ο καιρός, τον Ιούνιο αποχαιρέτησα την Κυπαρισσία, στο κλεινό άστυ ασμένως έφτασα τις σπουδές μου ν’ αρχίσω. Επέστρεψα γραμματοδιδάσκαλος, με θέση οργανική σε σχολείο, τους μαθητές μου μάθαινα  το << ευ πράττειν >> με τη συνοδεία των ασωμάτων αγγέλων. Περνώντας απ’ το αρχοντικό, τη θυμήθηκα, στάθηκα στο καλντερίμι, χάζεψα στο μπαλκόνι με τους δυο φιλοτεχνημένους ερωδιούς, την αναζήτησή της ως ίαση εναγωνίως επεδίωξα. Έτρεξα στη Σταθιώ, χαρτομάντισσα και καφετζού, ενήμερη για όλα τα σημάδια που είχαν ανοίξει οι σφαίρες στους ταπεινούς γειτόνους.  Λόγια ουσίας όσα μου είπε η υψηλή κύρους χαρτορίχτρα, ανεξίτηλα τα ασφάλισα στη μνήμη, μια τελευταία της εικόνα να έχω. << Έφυγε. Τελευταία δεν έβγαινε στην αυλή  και τα μάτια της είχαν δυο σύννεφα βροχής. Τις νύχτες έμενε άυπνη, κάπνιζε πολύ και μεθούσε. Ασήμωσαν οι κρόταφοι της, το σώμα της γέρασε, τα όνειρά της έγιναν νεκρά όστρακα. Είχε τρελαθεί. Πριν ένα χρόνο, άφηνε το σπίτι, πήγαινε στο κάστρο και ζωγράφιζε. Στην άκρη της ντάπιας, έπαιζε με τα σκοτεινά αγκαλιάσματα των καθημερινών πραγμάτων. Από έρωτα είπαν τα  ‘κανε αυτά. Το σαπισμένο του υλικό την κατάντησε έτσι. Ποιον αγαπούσε; Ποιος αναδυόταν στη ρωγμή της ζωής της, κανείς δεν το ‘μαθε ποτέ >>.

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

    

 

 

Λογοτεχνικές σελίδες

                                  Ποιητές της ΤριφυλίαςΑρχαίο φτερό Φωτογραφίες Αρχείου, Royalty Free Αρχαίο φτερό ...

                                                       Παναγιώτη Αντωνόπουλου

               Τιμά μια χρονογραφική στήλη να μην ξεχνά ντόπιους, παλιούς και σύγχρονους μάστορες της ποίησης. Άκρως συμβολικά αντιγράφω δείγματα γραφής τους, αν μη τι άλλο, και, για να τους θυμηθούμε αλλά και να καταστήσουμε εαυτούς έτι επιμελέστερους.  

           Μιχάλης Κατσαρός. ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.   Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος / δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω//.  Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου / ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες //. Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος / χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες //. Πίσω από το χάρτινο κήπο σας /πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας / εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη / ο άνεμος δικός μου / μάταιοι φόβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες / μάταιοι λόγοι //. Μην αμελήσετε//. Πάρτε μαζί σας νερό//. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία //.

       Πάνος Σπάλας.  ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ.   Μια πολυκατοικία με πολλά πατώματα / με πλήθος παράθυρα, πόρτες, δωμάτια //. Το σχήμα της τεράστιο και επιβλητικό / μ’ ένα ρυθμό μοντέρνο όλο  κυβιστικό //. Μια πολυκατοικία μ’ άπειρους εισόδους / κι εξόδους, φυσικά, προς όλες τις παρόδους //. Π ‘ ολόγυρα τη ζώνουν, την ορθογωνίζουν /κι από τις γύρω χαμοκέλες τη χωρίζουν //. Τα φώτα της πολύχρωμα, ως βραδιάζει/  μοιάζουν ρουμπίνια, που σ’ ένα χαλί  τ’  αδειάζει//.  Ξέχειλη κούπα ολόχρυση, παραμυθένια / που την κρατούν χέρια κομψά, κερένια //.   [ … ]  Μια απέραντη ζωή κει μέσα καθρεφτίζεται / κι απόνα διακόπτη όλη φωτίζεται //. Καθώς τα βράδια απλώνονται ιδρωμένα/ από την σκόνη και την κάπνα λερωμένα //. Φορές- φορές, γέλια, τραγούδια, ξεφαντώματα/  απ’ τ’  ανοιχτά πετιούνται παραθύρια και τα δώματα //. Άλλες φορές ακούγονται και κλάματα/  ανάμειχτα με γέλια κι αθώα πειράγματα //. Κι όλα τόσο γλυκά και τόσο ωραία καθώς βγαίνουν/ απ΄  τ΄ ανοιχτά παράθυρα και ξεμακραίνουν //. Ώστε να λέγω: << Θαν’ ευτυχισμένη πολιτεία / η αντικρυνή μου η πολιτεία //.

       Διονύσης Πιτταράς.  Από τη συλλογή: Την πόλη μου τη σήκωσαν οι άγιοι καιροί.   [ . . . ]  Την πόλη μου τη ρήμαξαν οι ανάξιοι άρχοντες,/ … και πέτρα ορθή δεν άφησαν στην πόλη / να μαρτυράει γι’ αυτούς που λείαναν τα καλντερίμια, γενεές επί γενεές / αυτοί με τα αρπακτικά δάχτυλα / με τα μάτια σπίθες της κόλασης / οι θορυβοποιοί και οι συνωμότες της ακόλαστης μέρας //. { … ] Μεγαλώσαμε στη μικρή μας πόλη μαζί / ταπεινοί και δούλοι κι αφέντες / απ’ τον καιρό του μύθου / και για τριάντα αιώνες / η ζωή δεν είχε αλλάξει σε τίποτα //. […] Ο παράδεισός μου είχε  απ’ όλα τα καλά / και δικό μου τίποτα κι όλα δικά μου //. Δική μου η μέρα  κι ο ουρανός/ κι η θάλασσα κι ο ήλιος και το λιόγερμα //. Κότσια και βώλοι και γουρνίτσες / και ζντρόλια ή μπίκοι ή κλεφτοπόλεμοι κι αμάδες / μέσα στην πλάση του Θεού, εμείς μικρούλια και ξυπόλητα / παιδιά ενός ξυπόλητου Θεού //. [ …] Ξεθεμελιωμένοι ναοί κι εστίες και τάφοι / κανείς δεν ξέρει τι μέλλεται συμβεί μετά τον ορυμαγδό / κανείς δε ρωτάει για τίποτα //. Πού καταχώνιασαν τους μύθους σου,/ τους θρύλους σου, την παράδοση, τη γλώσσα, τη φωνή σου,/ και δεν είσαι η πόλη μου Εκείνη; //

 

        Κώστας Κατσαρός. ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ.  Μανιάζει στην κοιλάδα το αγιοκέρι / μα η σκέψη μου στον τόπο μου γυρνά / όπως του Νώε το πρώτο περιστέρι / στην κιβωτό που γύρισε ξανά //. Σαν κείνο να απαγκιάσει πουθενά δεν βρήκε / και μια στράτα να τη φέρει / σε μιας καινούργιας πίστης τα Άγια μέρη /δεν  είδε  ούτε στης  γνώσης τα βουνά //. Και πάει  για να λουστεί τούτην αυγή / στων παιδικών ονείρων την πηγή / σε χώρα, που τα λιόδεντρα καρπίζουν  //. Εκεί γελούν τα πέλαγα γλαυκά / κι είναι τόσο τα χινόπωρα γλυκά / που ξεγελούν τις λεμονιές κι ανθίζουν //.

      Αλέκος Μαρύλας. ΓΑΛΑΤΟΒΑ.  Γυρίζω σε σένα όπως το πουλί με τις λαβωμένες φτερούγες / γράφει ανάριους κύκλους πάνω στο δέντρο πριν σταθεί, / κι ας ξέρει πως στις ρίζες του ο κυνηγός με σηκωμένο τ’ όπλο περιμένει //. Κρατώ από σένα μια μνήμη από τεφρό άνεμο και  γκρίζα ασημόφυλλα / κι ένα λειψό φεγγάρι, λουσμένο μόλις στα νερά της Αγίας Κυριακής, / καθώς αιμάτινο ροβόλαγε για να κρυφτεί στους κέδρους των Στροφάδων //.    Στ΄ αγνάντια σου ταξίδεψα σε ράχες δελφινιών,/  Βελλερεφόντης έφηβος στον ελαιώνα σου ωρίμασα κυνηγώντας χίμαιρες,/ κι έσκαψα με τα νύχια μου πηγές κρουνούς εντός μου, / ενάντια στον καιρό που χύνεται και πάει φλύαρος,/ ενάντια και στο θάνατο που τρέφεται με το χαμένο μας καιρό //.    Τ’ απολιθωμένα όστρακά σου, απομεινάρια μιας θάλασσας χαμηλωμένης,/ αντικαθρεφτίζουν, σμήνος πολύβουα, τα όνειρά μου,/ που ταξιδεύουν ασταμάτητα στα τρυφερά πλοκάμια του Ιονίου, / που χρόνια τώρα ταξιδεύουν, όλο ταξιδεύουν προς τη δύση,/ παίζοντας μια τυφλή τυφλόμυγα μαζί μου//. { … ]  Όραμα και καταφυγή,/ ... καθώς γυρίζω σε σένα Γαλάτοβα, ω Γαλάτοβα,/ νιότη μου βυθισμένη στον ύπνο των νερών! //

    ellinikoxronogragima.blogspot.gr               panant1947@gamil.com

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2022

 

                                              Λογοτεχνικές σελίδεςΜύτη Μελάνι Γραφή - Δωρεάν φωτογραφία στο Pixabay

                           Γράφει και επιμελείται ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος

  Φτώχεια:  Ακατάλυτό τους ίνδαλμα το χρήμα. Για τους  καπετάνιους του πλανήτη μιλώ. Τόση ερημιά και πείνα στον κόσμο κι αυτοί εκεί, εθισμένοι στην πρέζα να χτίζουν και να υψώνουν μέγαρα.  Πακτωλός χρημάτων για ουρανοξύστες, εμπορικά κέντρα, πολυκαταστήματα, κέντρα διασκέδασης, ξενοδοχεία, σουίτες, γήπεδα, ούτε όμως μια πρόβλεψη στο ιδιοκτησιακό τους χώρο για μια περίτεχνη οικονομική ντρίμπλα, να χτίσουν και μερικά εστιατόρια να τρώνε τζάμπα οι πεινασμένοι και οι ανέστιοι. Βάλε με το νου σου αναγνώστη, πόσα παιδιά εκεί θα έτρωγαν, πόσοι άνεργοι θα ξέχναγαν την πείνα τους μ’ ένα ποτήρι γάλα, πόσοι φτωχοί θα ένιωθαν χορτασμένοι με μια φρυγανιά αλειμμένη βούτυρο, πόσοι σκλάβοι θα κατέβαζαν μια μπουκιά κάτω ενώ μια αργυρή φωτοχυσία αλληλεγγύης θα τους ζέσταινε μαζί με τα λόγια του ποιητή: <<Μεγάλη φτώχεια πλάκωσε, παιδί μου/ και το ψωμί το τρώμε με το δράμι//. Πέθανε η κόρη εψές του μπάρμπα Τσάμη/ την κακιά στράτα πήρε από καιρό//. Η φτώχεια τους ανθρώπους έχει αγριέψει//. Προχθές τη Δημαρχία είχαν κυκλώσει/ μάνες, παιδιά που η πείνα τα ΄χε ρέψει/ κι άλλος ψωμί ζητούσε, άλλος δουλειά/ μ’ αντίς ψωμί, σαν πήρε να  σουρουπώσει/ με το ξύλο τους διώξαν τα σκυλιά//. Τα μάτια τους παράξενα σπιθίζαν κ’ είχαν σφιχτά τα χείλη//. Ακολουθούσα κι εγώ και την καρδιά μου αγγίζαν/ τα λόγια τους σα γνώριμη λαλιά/ και πόθησα, δεν ξέρω πώς να κλειούσα/ όλους μ’ ίδια στοργή στην αγκαλιά […]

      Πλούσιοι, ξυπνάτε φρεσκαδούρες πρωί – πρωί, πίνετε καφέ, ακούτε ειδήσεις χαλαροί, ξεκούραστοι γελάτε, στη δουλειά σας πάτε γελώντας, για χρήμα διψασμένοι τρέχετε. Οι φτωχοί με νεύρα τσατάλια στα εργασιακά τάρταρα οδεύουν, χωρίς μια κούπα γάλα να πιούν, χωρίς τραγούδι στα χείλη, χωρίς τη σιγουριά της επιστροφής. Και ξεθεώνονται στη δουλειά για ένα ντοματοπελτέ, ένα παστωμένο αλίευμα και μισό κιλό εδώδιμα αποικιακά. Ούτε λόγος για λουκούλλεια γεύματα ή δείπνα! Γαμψόνυχη η φτώχεια, τους φτωχούς τους ακολουθεί. Γεννήθηκαν μαζί της, εκείνη κρύφτηκε πίσω από τις τάβλες, με τα μάτια της τους κρυφοκοιτάζει,  με στόμφο τα ονόματά τους φωνάζει,  στα γέλια ξεκαρδίζεται και τους περιγελά. Τους δείχνει το άδειο πιάτο, την αναποδογυρισμένη ψωμιέρα, τα τρύπια παπούτσια, το μπαλωμένο σακάκι. Μένει εκεί κρυμμένη και τους παραμονεύει, πότε θα βγούνε έξω, στο δρόμο να περπατήσουν για να τους πάρει στα κοντά. Τους ακολουθεί, μένει κοντά τους, μπαίνει μαζί τους στο φτωχό σπίτι,  κάθεται στην καρέκλα, ανασηκώνει τα σεντόνια, κοιμάται μαζί τους, όλο ένα ψυχρό σφύριγμα βγάζει από το στόμα και τους κοροϊδεύει. Στην αρρώστια τους δεν έρχεται γιατρός, αυτή χτυπάει την πόρτα κι αυτή μπαίνει. Στη βροχή τους εγκαταλείπει, τους ακολουθεί, κάθε τραγούδι τους φιμώνει, σε κάθε τοίχο παραμονεύει, τα νύχια της να τους μπήξει στο κορμί.

    Παντού βρίσκεται η φτώχεια. Στις θάλασσες, στα ορυχεία, στα εργοστάσια, στους πολέμους, στους εργάτες του υφαντουργείου και στον φούρναρη που ψήνει το ψωμί.  Οι φτωχοί της ραπίζουν το πρόσωπο, αυτή μένει, δε λέει να ξεκολλήσει, σε εξορκίζουμε της λέν, σε διώχνουμε, να φύγεις μακριά, ποτέ να μη γυρίσεις. Παγωμένη τη θέλουν, αιχμάλωτη και νεκρή αλλά αυτή πάντα μένει και δεν φεύγει.

   Οικονομικοί μεγιστάνες, χρυσοί κροίσοι και πολιτικοί, τα μέγαρα γκρεμίστε, εστιατόρια χτίστε να χορτάσουν οι φτωχοί. Το πόπολο στον πλανήτη πεινάει. Σκηνή ορθοτριχίασης θα έπρεπε να σας  διακατέχει με τόση πείνα στον κόσμο.  Χτίστε ένα εστιατόριο σε κάθε πόλη, σε κάθε συνοικία, σ’ όλες τις φτωχογειτονιές, φαγητό να βρίσκει ο κόσμος,  εν ευθυμία να δούμε τους πεινασμένους και τον πλανήτη να περιστρέφεται μ’ όλη τη μεγαλοσύνη του, δικαιωμένος και ευτυχής.

                                                                                                       

 

 

Κώστας Κατσαρός:  Όσο θρασύς και να είσαι δεν μπορείς να μην ψιθυρίσεις τους στίχους του, βολτατζάροντας  στην ακτή του Ιονίου: ΙΟΝΙΟ: Πέλαγο, η κάθε ελπίδα μου εκινήθη/ στης γαλανής σου παρουσίας το πλαίσιο/ και το είδωλό της πήρε το θεσπέσιο/ γλαρά να κοιμηθεί στ’ αγνά σου βύθη//. Αχ, η ζωή που κάθε τι μ΄ αρνήθη/ ας ήταν να μου στείλει το τέλος αίσιο/ κοντά σου εδώ πνεύμα ασπαίρει εξαίσιο/ και σ΄ όποιο ταπεινό σου ξερολίθι//. Πόθοι δε με πλανούν κι ονείρατα άλλα/ η γεύση της ζωής πικρά κι αν στάθη για μένα/  εσύ την κάνεις μέλι γάλα//. Ω, ναι και μες της κόλασης τα βάθη/ τρισόλβιος θάμαι πούζησα κοντά σου/ κι έκλεισα στην ψυχή μου τ’ όραμά σου//.

 Σωτήρης Πατατζής: Άφησε έργο που διδάσκεται σε αρκετά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, αλλά στην Ελλάδα δυστυχώς το όνομά του λείπει από τις περισσότερες ελληνικές ανθολογίες! Για δε τα θεατρικά του τι να πεις! Όλα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, αλλά το εθνικό θέατρο δεν του έκανε την τιμή να παρουσιάσει κανένα! Ο Δανός καθηγητής και νεοελληνιστής Όλε Όλσεν στη συλλογή διηγημάτων του Πατατζή, << Χαμένος παράδεισος >> είχε προλογίσει τα εξής:  << Ο Πατατζής για μας, στις βόρειες χώρες, είναι ένας μεγάλος συγγραφέας. Στη μεγάλη λογοτεχνική ανθολογία μας, τον Πατατζή τον έχουμε δίπλα στους γίγαντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως τον Γκαίτε,  τον Ντίκενς, τον Τσέχοφ, τον Γκόρκι και τον Ουίλιαμ Σαρογιάν.  Και όμως στην Ελλάδα δεν μπορούσα να τον βρω εύκολα σε πολλές ελληνικές ανθολογίες. Όταν τον γνώρισα κατάλαβα το γιατί: Ο ίδιος δεν έκανε ποτέ την παραμικρή προσπάθεια. Είχε την άποψη ότι ο ρόλος του συγγραφέα τελειώνει όταν τυπωθεί το βιβλίο του. ‘Όλα τα άλλα λέει, είναι υπόθεση του κοινωνικού περιβάλλοντος και όχι του ίδιου του συγγραφέα, που είναι αδιανόητο να αυτοδιαφημίζεται για να φέρει το έργο στην επιφάνεια…>>

      Ξεχασμένος από αυτούς που χρόνια τώρα αγνοούν ή εξαφανίζουν οποιονδήποτε θέλει να είναι ελεύθερος. Απ’ αυτούς που στέρησαν το Νόμπελ στο Σικελιανό και στον Καζαντζάκη. Κάποτε ο άξιος αυτός συγγραφέας αρνήθηκε τα << δώρα >> της FORD με την σαρκαστική δήλωση: << Είναι σαν να δίνεις φαγητό σε έναν κρατούμενο με χειροπέδες και να τους λες  ‘’ φάτο’’ για να αντέχεις! Κάποιος μεγάλος ξένος τα είπε  ‘’ σφαίρες με ζάχαρη’’ >>. Κι ένα μικρό απόσπασμα από τα << Ματωμένα χρόνια >> του:  << Δεν είμαστε ‘’ γεννημένοι’’ ήρωες… Οι συνθήκες ήταν εκείνες που μας έσπρωχναν στον ηρωισμό και την αυτοθυσία. Αναμετριόμαστε κάθε μέρα και κάθε νύχτα με τον θάνατο. Πως  μπορούσε μια τέτοια εποχή να μην έχει τους ήρωές της, τις τραγικές της διαστάσεις της και τους ωραίους ανθρώπους της…>>.

Καλντερίμια, πάνω πόλη Κυπαρισσίας. Όσο τα περπατάς, τόσο θέλεις να γράφεις: Οδοιπορώντας, σου έρχεται στο νου το λήμμα ‘’καλντερίμι’’. Τέτοιες σκέψεις είναι καλές, λες και σκέφτεσαι να δώσεις  μια εξήγηση:  καλντερίμι, λοιπόν, είναι λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός με ακανόνιστες στο σχήμα και στη μορφή πέτρες. Φυσικά μιλάμε μόνο για τα καλντερίμια σε αρυμοτόμητους, παραδοσιακά χτισμένους οικισμούς ορεινών περιοχών.  Εξυπηρετούνταν με τη διάβαση και οι πεζοί, αλλά και τα άλογα και οι όνοι.  Δεν αποκλείονταν ουδέ οι χοίροι και τα αμνοερίφια.

    Η Πηνελόπη Δέλτα ‘’ Στα μυστικά του βάλτου’’ λέει: <<…πού θα σας βρουν τα άλογα; Δεν κάνει ν’ ακουστούν στο καλντερίμι τέτοια ώρα…>> Στην πάνω πόλη της Κυπαρισσίας, ‘’ Αρκαδιάς’’, όλα τα καλντερίμια είναι από παλιά, γοητεύουν τον περιπατητή, επιβεβαιώνουν στον εύπιστο τη ζωή της παράδοσης, ενθαρρύνουν το δημιουργό γιατί μετατρέπουν τη μουσικότητα του ήχου που αφήνουν πάνω στις πέτρες τα πέλματα σε άφθαρτες ανεξίτηλες μνήμες. Φιδωτά, ευθεία, στενά, φαρδιά, είναι όλα ‘’σταυροί’’ ενός βίου αβίωτου των προγόνων μας. Στα καλντερίμια συζητούσαν ως το πρωί οι γειτόνοι, τα άμοιρα κορίτσια που ‘’έκαναν καλντερίμι’’, το βράδυ εκεί έβρισκαν τους πελάτες τους, ως και η καλντεριμιτζού [γυναίκα του πεζοδρομίου, πόρνη] εκδιδόταν εκεί τις νύχτες.

   Καλντερίμι στη νεοελληνική, καλός δρόμος, στα αρχαιοελληνικά, cobblet στα Αγγλικά, kaldarem στα Βουλγάρικα, kaldrma στα Σερβοκροατικά.

Λόγια σοφών: Έτσι για να έρθουμε στα ίσια μας.  Νίτσε, μιλάει ο Ζαρατούστρα στο πλήθος, ευαγγελίζοντας τον Υπεράνθρωπο: ‘’ Όλα τα  όντα πλαστουργήσαν κάτι αψηλότερο από τον εαυτό τους και σεις θέλετε να είσαστε του μεγάλου κύματος η φυρονεριά και βρίσκετε καλύτερο να γυρίσετε πίσω κατά το ζώο κι όχι να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; περίγελο, ντροπή λυπητερή. Ολόιδιος πρέπει να γίνει ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο: περίγελο, ντροπή λυπητερή.  Διαβείτε το δρόμο που πάει από το σκουλήκι στον άνθρωπο και περισσεύει μέσα σας πολύ σκουλήκι ακόμη. Παλιά είσαστε πίθηκοι, και, τώρα ακόμα ο άνθρωπος είναι απ’ τον πίθηκο πιο πίθηκος…>>.