Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

 

                                   Παναγιώτης Αντωνόπουλος

 

    ΔιήγημαΠολη ζακυνθοσ Φωτογραφίες Αρχείου, Royalty Free Πολη ...

 

 

                                Ώρες τρόμου στην πόλη

 

 

                                                     

              Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι παγωμένες σταγόνες  κυλούσαν ασταμάτητα στα μάτια  και στα μάγουλά του, όση ώρα μιλούσε στους ελάχιστους και αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Έχοντας δε κι ένα κακοποιημένο με αμυχές και μώλωπες πρόσωπο από κάποιο προφανώς βίαιο σπρώξιμο, μιλούσε ακατάπαυστα, ενώ τα κοντά του πόδια ως το μέρος των γοφών, έτρεμαν που και που, ελαφρά σηκωμένα.

          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει το σκίτσο του, που προκάλεσε τρομερή εντύπωση και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως από την κοινή γνώμη με κάποιο αίσθημα χαράς και χιούμορ. Το σκίτσο  έδειχνε ένα είδος ουραγκοτάγκου με γιγαντιαίο ανάστημα, εκπληκτική ύπουλη ματιά και τρομακτική αγριότητα στις μιμητικές του κινήσεις.          Ένα άλλο επίσης ευρείας κυκλοφορίας έντυπο με τίτλο << Η ώρα του πολίτη >> δημοσίευσε εκτεταμένο άρθρο για τη σχέση του υποψήφιου δημάρχου με το εργασιακό καθεστώς της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> όπου φαινόταν όχι μόνο να ελέγχει το είκοσι τοις εκατό του κεφαλαίου αλλά να είναι και ο κύριος υπεύθυνος για τη χρόνια δηλητηρίαση από τον αμίαντο στους εργαζομένους και στους πολίτες από τη χρήση των αμιαντοσωλήνων της ύδρευσης. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης παρουσιάστηκε λίγους μήνες από τη λειτουργία του εργοστασίου και σύμφωνα με τους υπεύθυνους της υγειονομικής επιτροπής, εκδηλωνόταν με την εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρά τους και ερεθισμό στην στοματική κοιλότητα. Γρήγορα όμως εξελισσόταν σε πεπτική διαταραχή με δυνατούς κωλικούς πόνους, ερεθισμούς στους μυς και ενοχλήσεις στις αρθρώσεις, παράλυση με μυϊκή ατροφία στα άνω και κάτω άκρα, παραλήρημα, σπασμούς, νεφρίτιδα και κώμα. Με τον καιρό αποδόθηκαν και κάποιοι ύποπτοι θάνατοι εξαιτίας της χρόνιας δηλητηρίασης από τον αμίαντο, αλλά  η επιχείρηση του μετάλλου, εξακολουθούσε να λειτουργεί και ο μέτοχός της να ζητά  την ψήφο των αδικημένων.

          Αυτές τις ατέλειωτες ώρες τρόμου που περνούσε η πόλη, εξαιτίας της σκληρής βαναυσότητας που έδειχνε το εργοστασιακό κατεστημένο του υποψήφιου, εκδήλωνε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά της και μια μικρή ομάδα πολιτών, που με τις διαμαρτυρίες τους ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια αντοχής, αγγίζοντας εκείνα της υστερίας και του παροξυσμού. Αυτή η ομάδα που έμοιαζε σαν στραγγαλισμένη, στεκόταν στην άκρη της μικρής βρώμικης παρόδου που συναντούσε την πλατεία και διαδήλωνε ως εξής: Κρατούσαν ένα μεγάλο πανό  με ζωγραφισμένο στην επιφάνειά του ένα λαμπερό φίδι που σύροντας το σώμα του μέσα από μαραμένα και σάπια λουλούδια, καταβρόχθιζε ένα αγόρι, στέλνοντάς το  στα ανήλιαγα βασίλεια του Άδη. Από κάτω μια μεγάλη λίμνη από αίμα μέσα σε πυκνή ατμόσφαιρα καπνού και σίδερου εξακόντιζε στο γύρω ασθενές δάσος εντυπωσιακές σταγόνες κόκκινου αίματος, όπου τα αιωρούμενα σωματίδια μεταμορφωμένα σε θανατηφόρους ιούς αμιάντου, έσπερναν ανελέητα σε χιλιάδες τερατόμορφα ζώα το θάνατο.

          Το επόμενο βήμα διαμαρτυρίας αυτών των απελπισμένων ήταν πολύ ρηξικέλευθο και πονούσε σαν καρφί στο σώμα. Γύρω στα εφτά μέτρα πιο πέρα από το σημείο που μιλούσε ο υποψήφιος, άφησαν ένα σιδερένιο κλουβί που μέσα του είχαν φυλακίσει ένα ανθρώπινο σκιάχτρο. Ήθελαν έτσι μ’ αυτό τον τρόπο να θυμίσουν τα θύματα που γίνονταν αγνώριστα μετά την προσβολή τους από το μικρόβιο της βαστεοφίλου στίξης που οφειλόταν στην μόλυνσή τους από τον αμίαντο.

          << Ε, λοιπόν >>, είπε μετά από μια μικρή παύση ο υποψήφιος σαν είδε το σκιάχτρο με το κλουβί, μπροστά του, << θα σας πω τώρα για όλα εκείνα τα καλά που θα σας κάνω σαν πάρω το χρίσμα του δημάρχου  που αγνόησαν οι προηγούμενοι >>. Καθώς όμως μιλούσε κι αναφερόταν σε όλα αυτά τα υποτιθέμενα καλά που θα τους έκανε, ξαφνικά σημειώθηκε μια τρομερή αλλαγή στην όψη του, που, στη θέα της, οι παρευρισκόμενοι ακροατές ένιωσαν φρίκη που τους ανάγκασε να αποτραβηχτούν λίγα μέτρα πιο πίσω κι  έντρομοι να εκφραστούν με ακατάληπτα και κακόηχα επιφωνήματα.  Και τούτο γιατί είχε την όψη άρρωστου με  τα μάτια του γυρισμένα προς τα πάνω και τις κόρες του, ξεθωριασμένες κι ακίνητες. Το πρόσωπό του χλομό με σκούρες αποχρώσεις γύρω από τα χείλη και το μέτωπο λευκό σαν το χαρτί. Οι έντονες στρογγυλές κηλίδες που του αυλάκωναν τα μάγουλα και μεγάλωναν όσο περνούσε η ώρα, τον έκαναν αποκρουστικό και με τον ασυνήθιστο φόβο που απλωνόταν στην έκφρασή του, έδειχναν πως χρειαζόταν βοήθεια στην προσπάθειά του να κρατηθεί και να παραμείνει στη θέση του.

           Έτσι μέσα σε αυτή την παρατεταμένη αγωνία και μέσα στο θόρυβο από τις φωνές των ακροατών  που είχαν μεταβληθεί σ’ ένα συγκεχυμένο συνονθύλευμα ιεροεξεταστών, κάποιος είπε με χιούμορ : << Η περιφρόνησή του για το ανθρώπινο μαρτύριο τον έκανε έτσι! Μας μιλά με νεκρική έκφραση και μας λέει ψέματα. Τίποτα δε θα ακολουθήσει απ’ όσα λέει. Ιδού και η τιμωρία του για τα σκούρα παραπετάσματα που καλύπτουν την αλήθεια των λόγων του >>  και με μια πύρινη ματιά που τον κοίταξε  έδειξε το αβυσσαλέο μίσος του.

          Ο υποψήφιος ωστόσο έδειξε να συνέρχεται από αυτή την ασυνήθιστη νευρική μεταμόρφωση που οφειλόταν σε ψυχοσωματική διαταραχή και με μια ζωηρή τώρα και οξύθυμη συμπεριφορά, άρχισε να ξαναμιλά με ιδιαίτερη έμφαση και ζωντάνια, επιδιώκοντας να τους πείσει με τη διαρκή και ψεύτικη φαντασμαγορία των λόγων του. Πέντε λεπτά όμως αργότερα αυτό που είδε στη μικρή και στενή πάροδο που οδηγούσε στη συνοικία των εξαθλιωμένων πολιτών,  έκανε  το αίμα του να τρέξει σαν χείμαρρος στην καρδιά του και να χάσει για λίγο τις αισθήσεις του.

          Με πόδια σηκωμένα  εκεί, ένα ψοφίμι πεταμένο στην άκρη του καλντεριμιού, σκορπούσε τη δύσοσμη οσμή του που έβγαινε από τη σάπια κοιλιά του και τα αποσυνθεμένα μέλη του. Πολλές μέρες εκεί ξαπλωμένο νωχελικά και κυνικά μπρος από τα σπίτια και τα μάτια των ανθρώπων, αψηφούσε το κακό που τους έκανε και τους χάριζε αρρώστιες, λιγοθυμιές και θανατηφόρα μικρόβια. Ο   ήλιος   είχε  κάνει τούτο το ψοφίμι τόπο και φωλιά για τα φοβερά έντομα κι ερπετά που έτρεχαν στα λασπόνερά του να τυλιχθούν με τις κουρελιασμένες σάρκες του που ξεκόλλαγαν από το βρωμερό  κορμί του. Και κολλημένα πια στη σάπια του κοιλιά, μύγες, κουνούπια στρατιές των σκουληκιών και ιοβόλα μικρόβια, ανεβοκατέβαιναν σαν σπίθες φωτεινές στο στόμα του φουσκωμένου ψοφιμιού που  σκορπούσε τη φρίκη σε χιλιάδες γύρω του ζωές.

          << Θα πρέπει να σας πω, πως τούτο το απαίσιο ψοφίμι που τόσα δεινά σας κουβαλά, κι  ασάλευτο όλο βρώμα και θυμό την πόλη μας, τυλίγει, θα το αποτελειώσω μια και καλή σαν δήμαρχος, χριστώ ! >> τους είπε με παρακαλεστή φωνή που ακούστηκε άγρια και σφυριχτή σαν απρόσμενου αγέρα ριπή. << Έτσι που η πόλη καθαρή χωρίς τη σαπίλα τη φριχτή θα παραδοθεί στη μοίρα της με χάρη που τη θέλει αξιοπρεπή θυγατέρα προσφιλή της τελειότητας του κάλλους >> πρόσθεσε ενώ ένιωσε την καρδιά του να την τρώει κάποιο σκουλήκι βρωμερό, όμοιο μ’  εκείνο  του αποσυνθεμένου ψοφιμιού !

          Κανείς όμως απ’ αυτούς που τον άκουγαν δεν πήρε τα λόγια του σοβαρά και πολλοί μουρμούρισαν πως ξεστόμισε λόγια  υβριστικά κι άνοστα. Και καθώς ο αέρας έπνιγε την ατμόσφαιρα με την απαίσια οσμή του ψοφιμιού, πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν ν’  απαλλαγούν από την τρομοκρατία και των δυο, ομιλητή και ψοφιμιού και να φύγουν. Και το έκαναν με τη σκέψη τους πως ότι είπε και είδαν ήταν προάγγελοι κακών στην πόλη.

         

 

 

                                     

 

                                                = = = 

 

 

 

 

          Ε, λοιπόν, τα πράγματα γι’ αυτόν τον ονειροπόλο κι αφηρημένο άνθρωπο ήρθαν την επομένη των εκλογών όπως τα ήθελε. Εκλέχθηκε δήμαρχος παρά τον εκνευρισμό των πολιτών κι άρχισε με τα σημάδια της απληστίας και της αλαζονείας να εκφράζει την ταραγμένη του  ψυχή! Έτσι με το μάτι του γυρισμένο προς τα πάνω, τα βλέφαρά του να τρεμοπαίζουν σαν τρελά και την ακαμψία του προσώπου του να τον δείχνει ασθενή που ψυχομαχεί, διάβασε τα θέματα της συζήτησης στην πρώτη του κιόλας συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου με εξασθενημένη φωνή και τους κάλεσε να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στο επείγον θέμα << εκχώρηση άδειας λειτουργίας σε θυγατρική  της εταιρείας << ΑΜΙΣΩ >> στα νότια της πόλης για την παρασκευή ακετυλενίου και την εφαρμογή του στη βιομηχανία για την παραγωγή πλαστικών σωλήνων >>.

          Και με ύφος σουλτάνου μεγαλοπρεπή, συνέχισε με κυνικότητα κι αυταρχισμό :

          << Θα πάρουμε όλα τα αναγκαία μέτρα που θα προστατέψουν τους πολίτες, ώστε να μηδενίσουμε τις επιβλαβείς συνέπειες,       που τυχόν θα παρουσιάζονταν κατά το γνωστό στάδιο της πυρόλυσης. Κι όσο για τα εκρηκτικά μίγματα που θα χρειαστούν να αναφλεγούν για τη διατήρηση και δημιουργία της οξυακετυλενικής φλόγας κατά τη συγκόλληση μετάλλων και κοπής αυτών, να είσαστε σίγουροι πως πρώτα μας ενδιαφέρει η υγεία και η ασφάλεια των πολιτών μας και μετά η παρασκευή συνθετικών ελαστικών >>. Ωστόσο δεν μπόρεσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά του για κάποιον της αντιπολίτευσης που όση ώρα μιλούσε, σήκωνε επίμονα το χέρι του και ζητούσε το λόγο να μιλήσει. Έτσι στο τέλος της μικρής του εισήγησης, του έδωσε το λόγο.

          Κι εκείνος αποκαλύπτοντας μια σκληρή  γλώσσα του είπε με ασυνήθιστη επιθετικότητα, που άφηνε έντονες στρογγυλές κηλίδες στα ρουφηγμένα του μάγουλα : << Το ψοφίμι είναι ακόμη εκεί, και, βρωμίζει  την πόλη με τις μύγες να βουίζουν μαζί με τις στρατιές των σκουληκιών στο φριχτό του σκέλεθρο. Κι όμως στα λόγια σου  τίποτα δεν ακούσαμε που να μας χαροποιεί πως θα απαλλαγούμε απ’  αυτό >>. Και ύστερα όλο θυμό σαν το ψοφίμι σκέφτηκε το απαίσιο να βρωμίζει το κορμί και την ψυχή της πόλης, του φώναξε με άγρια φωνή σαν ριπή ανέμου : << Είχες πει, πως σαν έπαιρνες την εκλογή το φριχτό τούτο σκέλεθρο της δυσοσμίας θα πετούσες ! Τώρα τι σε κάνει να μασάς τα λόγια σου και να το αρνείσαι ; >>

          Κάτω από την πίεση αυτής της μαρτυρίας ο δήμαρχος τον κοίταξε με οργή που σφηνώθηκε σαν τσεκούρι στο κρανίο του. Με τον ίδιο τρόπο κοίταξε και τους άλλους και τους είπε με μια χλομή λάμψη στα μάτια:  << Σας λέω, λοιπόν πως οι αισθήσεις και μνήμη μου είναι οξύτατες και πως θυμάμαι καλά τι είχα πει στην προεκλογική περίοδο, ατενίζοντας το ψοφίμι. Ωστόσο τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να  διώξω το σάπιο σκέλεθρό του. Και τούτο γιατί το κονδύλι που χρειάζεται δε γλίτωσε από τον ανεμοστρόβιλο της διαφθοράς του προκατόχου μου. Όσο κι αυτό που θα σας πω είναι φριχτό, με σύνεση όμως το ομολογώ, πως η σαπίλα τούτη η θλιβερή, εδώ θα μείνει για πολύ, γιατί νέα δαπάνη δεν προβλέπει ο κώδικας του νέου προϋπολογισμού >>.

          << Το ψοφίμι σκορπίζει θανατηφόρους ιούς. Ένα αγόρι νοσηλεύεται στην εντατική και οι γιατροί το έχουν ξεγράψει. Τρεις μέρες το βλέμμα του είναι άκαμπτο και το κορμί του παγωμένο. Κι εσύ συνεχίζεις το απαίσιο τραγούδι των λόγων σου! Ντροπή σου! >> του είπε με πνιγμένη φωνή ο ίδιος άνθρωπος δείχνοντας οργισμένος.

          Ο δήμαρχος τον άκουσε αλλά δεν έδειξε να πονάει. Πάντα όταν επρόκειτο να κάνει κάποια ποταπή ή ανόητη πράξη, γυρνούσε στα ερείπια της αποσυνθεμένης ψυχής του και ζητούσε να βρει κάποιο ελάχιστο έλεος. Αλλά ποτέ δεν το έβρισκε.  Έτσι και τώρα με μια θηλιά γύρω από το λαιμό του από την έλλειψη αισθημάτων, ζήτησε να διακοπεί η συνεδρίαση για προσωπικούς λόγους και να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον ίδιο. Κι αυτός γλιστρώντας από την πίσω πόρτα της αίθουσας, μπήκε στην πολυτελή λιμουζίνα του και με την εύνοια της δύναμης που τον περιέβαλε η ισχύς της θέσης του, ετοιμάστηκε να τραβήξει για το παραθαλάσσιο παλάτι του, στα δυτικά της πόλης.

          Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν τα πράγματα δεν του ήρθαν όπως τα περίμενε. 

          Και τούτο γιατί είδε με φρίκη στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου του ένα τρομερό ακέφαλο ψοφίμι, με σάπια κοιλιά, στρογγυλή με ρίγες μαύρες και χρώματα μουντά, να του γραπώνει θαρρείς το σώμα του και την ψυχή, θέλοντας να τον τινάξει πέρα μακριά σαν ένα βαρύ σάκο γεμάτο από σκουπίδια . Κι αυτός τότε αηδιάζοντας από τη θέα της σάπιας σάρκας που τον απειλούσε θανάσιμα, το’ βαλε στα πόδια κι έντρομος, χαμένος στον παραλογισμό του χάους και της ύπνωσης, άρχισε να τρέχει στους έρημους δρόμους της πόλης, συρρικνωμένος και θρυμματισμένος σαν το σάπιο ψοφίμι της, που δεν τον άφηνε ήσυχο ούτε στιγμή, αφού η κραυγή του που του τρυπούσε τ’ αυτιά κι έλεγε << νεκρός ! νεκρός ! >> του επεσήμανε την τρομερή θανατική καταδίκη του!

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

 

         

 

 

 

 

 

 

 

           

 

 

 

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

 

                                        Διήγημα

                           Παναγιώτης  ΑντωνόπουλοςΝέα στοιχεία στο θρίλερ του κλεμμένου Πικάσο - ΤΑ ΝΕΑ

 

                              Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών

 

              Τούτο το ζεστό και άρρωστο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος έτσι που ήταν άχρωμο και αγέλαστο, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: << Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει! >>

              Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που << Ο Αϊ - Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα >> του ‘ρθαν άνω κάτω του Παντελή. Αν και καιρό τώρα είχε πιει το ζουμί του λησμονοβότανου και είχε σταματήσει να μαζεύει καβούρια και να τα πουλάει για να βγάλει τον άρτο τον επιούσιο, φέτος όμως τα ξαναθυμήθηκε όταν το ιχθυοπωλείο που δούλευε ιδιωτικοποιήθηκε κατά το πενήντα ένα τοις εκατό και απολύθηκε βάσει του προγράμματος << εξυγίανσης της επιχείρησης >>.

               Στεγνός από δραχμές, το αποφάσισε τούτο το καλοκαίρι να πλατσουρίσει στο ποτάμι και να αριέψει τα καβούρια που ΄χαν πληθύνει με τις πολλές γέννες. Έτσι όσες φορές γέμιζε το σακί του κατέβαινε στην πολιτεία και τα πουλούσε στο Μακαλέτσο, ένα κτήνος και παλιάνθρωπο. Η περιοχή τον έτρεμε, τραβούσε όπλο με το παραμικρό και δε δίσταζε  << να κλέβει και της Παναγίας τα μάτια >>.  Έπιανε το μαγέρικο του Λεωνή και σαν μυριζόταν εμπόρευμα να περνάει απέξω, σηκωνόταν κι άρχιζε τα παζάρια. Οι πεινασμένοι λυγούσαν στις απαιτήσεις του και τα πουλούσαν όσο κι όσο. Ύστερα έπιανε το τραπέζι, άδειαζε τα καρτούτσα το ένα πίσω απ΄ τ’ άλλο και το ‘ριχνε στο τραγούδι : << Για μια Ελλάδα μ’ όποια δόξα της αξίζει. Μια νέα Ελλάδα που τα φώτα θα σκορπίζει. Όλοι μαζί πάμε για ένα ιδανικόν. Να γίνει η Ελλάς << ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ >>.

             Ήρθε και ο Παντελής με τα καβούρια, κοντοζύγωσε τον έμπορα και του ψιθύρισε σκιαχτά στ’ αυτί: << Φρέσκα, σημερινά, μυρίζουν ποταμοβότανο και οι πνοές τους ευωδιάζουν ακόμη στη ρεματιά! >> Έσκυψε το κεφάλι στο σακί ο Μακαλέτσος, τα είδε και με τη μαύρη κηλίδα του κέρδους να μεγαλώνει αδέσποτη στο άγριο μάτι του, τον ρώτησε: << Φτωχό καθαρματάκι πόσο πάει το ένα; >>  << Ένα πενηνταράκι! >> του ‘δειξε με το δάχτυλο ο Παντελής, << πέντε δεκαρούλες, να τυλώσουμε κι εμείς το πεπτικό μας σύστημα που ΄χει γίνει ναυάγιο από την αφαγία >>.

             Έγειρε σαν ιτιά σπρωγμένη από τον αγέρα ο έμπορας κι έπεσε πάνω στο σακί. << Περίμενε να διαλέξω! >> του είπε με μπάσα φωνή κι ευθύς το κλώτσησε, το κύλησε κάτω και το άδειασε. Κι ώσπου να πάρει χαμπάρι τι συνέβη ο Παντελής, τα καβούρια έγιναν μαύρο σύννεφο και χάθηκαν σκορπίζοντας κάτω από τα τραπέζια. Απόμεινε χλωμός κι αμίλητος, τον κοίταξε με μάτια αλαλιασμένα, έσφιξε  τα δόντια του και χωρίς να ξεστομίσει λόγο, έφυγε σαν κυνηγημένος.

                Στο χωριό ζούσε άνεργος και ταπής  μηδέ έχων που την κεφαλή κλίνει. Έπιανε θέση στο οινομαγειρείο << Αρκαδιά >> και κατέβαζε κάτω τα ούζα το ένα πίσω απ’ τ΄ άλλο με τους πότες, τους περιθωριακούς και τους ανθρώπους της χαμηλής κοινωνικής υποστάθμης. Εκεί συναντούσε και τον Πλάτωνα. Τι εστί Πλάτων; Κήρυξ της αλήθειας των ταπεινών απανταχού της υφηλίου και των πέριξ αυτής κινούμενων άστρων! Πολεμιστής του δώδεκα και του είκοσι δύο  με το δεξί του πόδι ψεύτικο και δυο βαθιά πηγάδια από σφαίρες στο σβέρκο, έπιανε το λόγο κι όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Πάντα τα ‘χε με το σύστημα και με τους Αρλεκίνους της γης.

               --- Ε, Σταθείτε! έλεγε. Σας ερωτώ: Είμαστε βίδες του όλου, ναι ή όχι; Απαντώ εγώ. Ναι. Καλώς! Πάμε παρακάτω. Το όλον ποιος το ελέγχει; Εμείς οι μικρές βίδες ή οι μεγάλες βίδες;  Και πάλι απαντώ. Οι μεγάλες βίδες! Επομένως ποιος είναι ο ρόλος ημών; Δεν είναι να ροκανάμε το παξιμάδι και να τρώμε το κουκί; Τι μου λέτε τώρα…

             --- Εσύ παίρνεις σύνταξη! Το ‘χεις γεμάτο το ροϊ σου!

             --- Μου δίνεις εμένα το γερό πόδι μου και στη χαρίζω τη σύνταξη!

             --- Να πας να το πάρεις από εκεί που τ’  άφησες!

             --- Από πού; Απ’ το Σαγγάριο της Μικρασίας; Δεν πας εσύ που ΄χεις δυο πόδια, πώς θα πάω εγώ;

            Τον κερνούσαν κρασί, έβρισκε άσπρο πάτο και περίμενε. 

            --- Πλάτων!

            --- Παρών! Ακούω!

            --- Για τον κεραυνοβόλο έρωτα δε θα μας πεις τίποτα;

            Ανέβαινε όρθιος στην καρέκλα και αρχινούσε:

            --- Κατ’ αρχάς αυτός ο έρωτας, πως τον λέτε, είναι μπαρούφα, δεν υπάρχει. Εγώ δηλαδή δεν τον πιστεύω. Κι αν τον πίστευα και πάλι θα τον μούντζωνα με χέρια και με πόδια.

            Ακούστε ‘δω. Ποιος σιάζει την ιστορία; Ποιος άλλος ο άνθρωπος. Θεωρία, ιστορία, μύθος, παραμύθι είναι και ο… απαυτός, πως τον είπατε, κεραυνοβόλος έρωτας! Καπνός, αέρας, σκόνη, σύννεφο…φου… φου… φου… και τίποτα άλλο!

            Κι εγώ τον έχω φάει στη μάπα αυτόν τον κεραυνοβόλο έρωτα, που λέτε πως υπάρχει, και ακόμη δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου! Με τέτοιο έρωτα με παντρεύτηκε η αγαπητικιά μου και ορκισμένη σ’ αυτόν χαρακώνοντας το μπράτσο της με το μαχαίρι, μου’ βαλε την κουλούρα! Κι ένα βράδυ γκαστρώθηκε μ’ έναν φαντάρο και έφυγε! Να τι εστί κεραυνοβόλος έρωτας! Τώρα τι μου λέτε εσείς τ’ ακώ βερεσέ εγώ…

            Δρόσιζε τα χείλη του με μισό ποτήρι κρασί και πρόσθετε:

            --- Ακούστε και το τελευταίο και παύω. Δώστε βάση στα λόγια μου. Η γυναίκα είναι δαίμονας. Αυτό βάλτε το καλά στο μυαλό σας. Δέστε το καλύτερα! Αυτή λοιπόν κανονίζει ποιον θα βάλει στο κρεβάτι της και όχι ο κεραυνοβόλος έρωτας! Δικό της το χωράφι, δικός της και ο ζευγολάτης. Όποιον θέλει εκείνη βάζει μέσα και της το οργώνει! Είναι νόμος σας λέω, νόμος!

 

 

                                                  = = =

            

 

        Κάποιος από τους ισχυρούς προύχοντες του χωριού που ‘μενε μετεξεταστέος στα συζυγικά του καθήκοντα, τον λυπήθηκε και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Έτσι είπε στον παπά, μετά το τρισάγιο στο κοιμητήριο: << Πρέπει να το βοηθήσουμε το παιδί! Κάπου να το βολέψουμε να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Η  ντροπή σκιάζει το χωριό, το κρίμα δε μας αφήνει ήσυχους. Είναι παλικάρι, έχει δύναμη, νεύρο και μπράτσα γερά. Έχει και ψήφο! Το ξεχνάς αυτό αντιπρόσωπε του Θεού; Λίγη δουλίτσα κι ένα πιάτο φαϊ θα πιάσει τόπο! Πολύ τόπο! >>

               Στο χωριό ζούσε και ο Γιάννης Πετρόχειλος. Επιχειρηματίας, μπράβος της χούντας, καλοζωισμένος, κυνικός, τέρας, κυνηγός των γυναικών και άντρας ισχυρός που έλυνε κι έδενε. Ξεκίνησε μ’ ένα τσαπί κι ένα καρότσι κι έγινε Κροίσος. Ίσιωνε λάκκους, βούλωνε γράνες, έκλεινε χαντάκια, άνοιγε τάφους όταν ένα χαρτί από το υπουργείο των Εσωτερικών τον διόρισε πρόεδρο! Αμέσως γέμισε << πουλιά του Παπαδόπουλου >> τους δρόμους, φακέλωσε τους πατριώτες του, η τζίφρα του φαρδιά πλατιά σε έγγραφα και αναφορές έστελνε στη φυλακή τους << κόκκινους >>, με το όπλο του συνέτιζε κάθε αντιφρονούν μίασμα που έστηνε οδοφράγματα  στο << εθνικό έργο της επαναστατικής κυβέρνησης >>. Με δάνειο αγόρασε φορτηγά, εκσκαφείς, κομπρεσέρ, μπουλντόζες, έγινε  κατασκευαστής έργων κι όλες οι χωματουργικές δουλειές περνούσαν από την εταιρεία του. Πλούτισε, γέμισε λεφτά, έκανε προσλήψεις εν μια νυκτί, στην ανεργία έστελνε αριστερούς, στα γραφεία τους δεξιούς, τις ψήφους των νηστικών αιχμαλώτιζε με τρίμηνες συμβάσεις στην καθαριότητα και στην αποχέτευση.

            Σ’ αυτό λοιπόν το χουντικό κάθαρμα ήρθε ο αναμάρτητος ιερέας   να βρει δουλειά του Παντελή. << Δουλεύει το κομπρεσέρ καλά, ξέρει και το κουμαντάρει >> είπε στον Πετρόχειλο, << πάρ’ τον να χορτάσει ψωμί να δώσει και μια μπουκιά στη μάνα του και την αρραβωνιαστικιά >>. Έγνεψε << ναι >> σφίγγοντας τα χείλη του ο εργολάβος, χαμογέλασε σαρκαστικά και χώρισαν.  Το πρωί ο Παντελής έπιασε δουλειά. Προσλήφθηκε με σύμβαση αόριστου χρόνου κι έσπαζε βράχους οχτώ ώρες την ημέρα με ένα τέταρτο διάλειμμα το μεσημέρι για κολατσιό.

           Η κοπέλα του η Μαριάνθη χάρηκε πολύ σαν το πουλάκι της μήνυσε πως ο δικός της έπιασε δουλειά. Αποφάσισε να του ανοίγει περισσότερες φορές τον κόρφο της και να του χαρίζει πιο απλόχερα τα κάλλη της. Η αγάπη της δυνάμωσε, στα όνειρά της έμπαινε συνεχώς και τραγουδούσε στο παράθυρο περιμένοντας να τον δει όταν σκόλαγε από τη δουλειά: << Διώξε τα σύννεφα απ’ την καρδιά σου και με το κλάμα μη ξαγρυπνάς τι κι αν δε  βρίσκεται στην αγκαλιά σου, θα ‘ρθει μια μέρα μην το ξεχνάς >> 

           Την έβλεπε η μάνα της να τον χαιρετά, της έβαζε τις φωνές, της έλεγε έχοντας στο μυαλό της κρυμμένο το είδωλο του ανιψιού Πετρόχειλου: << Έμπα μέσα μωρή πεινασμένη και πάρε τα μάτια σου από πάνω του, γιατί έχει βουίξει η γειτονιά με το ειδύλλιό σας κι ένας Θεός ξέρει τι σας σούρνουν.  Τι ζηλεύεις από δαύτον; Ξέχασες πως είναι γεμάτος λάδια και γράσα και σου φέρνει αναγούλα σαν τον κοιτάς; Ήθελα να ‘ξερα τι του βρίσκεις και σου πέφτουν τα σάλια! Εσύ λιώνεις βλέποντάς τον κι εγώ απορώ και εξίσταμαι, γιατί σου συμβαίνει! Χάθηκαν  οι γραφιάδες και οι μορφωμένοι;  Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει! Αλλά και οι πλούσιοι! Μ’ αυτούς θα ‘χεις χρήμα ως τον τάφο…

            Πειραγμένη η Μαριάνθη, την περιφρονούσε κι έμπαινε μέσα. Εκείνη ωστόσο συνέχιζε τη μουρμούρα της.

 

 

 

                                              = = =

 

 

 

          Και ο ανιψιός του Πετρόχειλου που δεν κρατιόταν και την έβλεπε σαν νόστιμο και ζουμερό φρούτο και το ήξερε η μάνα της Μαριάνθης, δεν άργησε να στείλει προξενητή. Έστειλε το θείο μετά το σκόλασμα της εκκλησιάς στο σπίτι και τη ζήτησε εν απουσία της.  << Το κορίτσι θα κάνει ό,τι του πω εγώ! >> διαβεβαίωσε με το λόγο της τιμής της το Γιάννη Πετρόχειλο η μάνα και ορίσανε και το γάμο! Πιεσμένη πια η Μαριάνθη είπε το << ναι >> και ανήμερα τ’ Αϊ- Λιος, αφού ο γαμπρός είχε τ΄ όνομα του Προφήτη όφειλαν κατά το ιερό κείμενο  να εφαρμόσουν το << έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν >>.

 

 

                                            = = = 

 

 

 

              Την ημέρα του γάμου ο Παντελής δούλευε και δεν πήγε στο μυστήριο. Έπιασε το κομπρεσέρ στα δυο του χέρια και έσπαζε βράχους, χωμένος σ΄ ένα σύννεφο σκόνης. Πριν δύση ο ήλιος, έριξε μια ματιά στο ξωκλήσι του Αϊ- Λια να δει τα τεκταινόμενα. Σαν πήρε το μάτι του τον κόσμο να μπαίνει στην εκκλησία, τη Μαριάνθη στην αγκαλιά του νεαρού Πετρόχειλου, ένιωσε τον εαυτό μου ένα κουρέλι πεταμένο στον απόπατο και δεν άντεξε.  Έχασε τον κόσμο από μπροστά του, το κομπρεσέρ του ‘φυγε απ’ τα χέρια  και καρφώθηκαν μαζί στα βράχια.

               Η Βάγια η τσιγγάνα, περαστική από εκεί τον είδε πεσμένο να βογκάει. Απ’ το μέτωπό του έρεε ένας πορφυρός πίδακας και στο δεξί του χέρι, ψηλά στο γυμνασμένο μπράτσο μια βαθουλή ουλή αιμορραγούσε ασταμάτητη. Το ‘βαλε στα πόδια και φωνάζοντας: << τρεχάτε χριστιανοί! τρεχάτε χριστιανοί! κακό μεγάλο μας βρήκε! >> μπήκε στην εκκλησία  Ο παπάς έσερνε τους νεόνυμφους και έψελνε τον << Ησαϊα >> όταν σκιαχτά αλλά δυνατά του είπε στ’ αυτί:  << Τρυπήθηκε μωρέ ο Παντελής, τον πέταξε το κομπρεσέρ στα βράχια και κολυμπάει στο αίμα! Γλιτώνει δε γλιτώνει! Παρατάτε το γάμο και τρέξτε να τον κουβαλήσετε, σπίτι! >>

              Όσοι πήγαν τον βρήκαν να έχει τις αισθήσεις του χαμένες. Όταν τον σήκωσαν, έκανε ένα σπασμό, έβγαλε απ’ το στόμα φλέματα αιματηρά και πέθανε. Του ‘κλεισαν τα μάτια και του σκέπασαν το πρόσωπο γιατί είχε παραμορφωθεί.  Η τσιγγάνα είπε πως τα τελευταία του λόγια που άκουσε από τα χείλη του όταν τον είδε κάτω, ήταν: << Μαριάνθη σ’ αγαπώ δε σε μισώ. Εκείνη τη Λερναία Ύδρα  μισώ την αστική τάξη  που σε πήρε μέσα από τα χέρια μου! Φεύγω άγουρος! Γεια σου Παντελής >>.

             ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

 

 

 

 

            

 

 

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

 

Χρονογράφημα

 

                                   Έλληνες μην ξεχνάτεΤι θα συμβεί εάν βρεθούν περισσότερα ψηφοδέλτια στην κάλπη ...

 

                                                     Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

             Τρελάθηκε το πολιτικό βουλευταριό! Ως και κόκκινο χαλί  στρώνει σε μια πεινούσα και  αιμορραγούσα Ελλάδα, για να περπατήσουν και να επιδείξουν τους σπερματοδόχους αδένες τους όσοι μικρονοϊκοί ισχυροί εταίροι έρχονται ως αδερφοί ναζιστές του καροτσάκια  Σόιμπλε να ελέγξουν τα οικονομικά μας.  Την ίδια ώρα που όλο το κατακάθι το πολιτικό τους προσκυνάει, ο ελληνικός λαός, στενάζει κάτω από τη Γερμανική μπότα, πένης, νηστικός, άνεργος, κουρελής και χρεωμένος.  Φιοριτσούρες στημένες  με μωρία και εξωφρενικές αυθαιρεσίες που κάνουν το λειψό καφεδάκι του Έλληνα να γίνεται δηλητήριο που όταν το ρίχνει κάτω  τον πεθαίνει.  Γιατί κανείς από τούτους τους μικρονοϊκούς  Νέρωνες επισκέπτες δεν τον θυμάται, ούτε ένα λόγο παρηγορητικό δε του λέει να του συμπαρασταθεί στα δεινά του.  Και ο ραγιάς με στομάχι άδειο κάτω  από την απονιά του ουρανού και στο δικό του άγριο τόπο, θυμάται κι όλο θυμάται.

          Μετά την καταστροφή, πόσα παλάτια χάθηκαν, πόσα ωραία σπίτια φτώχυναν, πόσες αριστοκρατικές επαύλεις πουλήθηκαν, πόσα νοικοκυριά  διαλύθηκαν,  τι  δουλευτάδες έγιναν υπηρέτες,  τι αφεντάδες κρεμάστηκαν, τι κυρίες είδαν το μάγειρά τους να χάνεται, τι επιφανείς οικογένειες έμπασαν τους αρουραίους στα αρχοντικά τους, πόσες περιουσίες περιωπής χάθηκαν, πόσοι γενναίοι άντρες λιποψύχησαν, πόσες ωραίες γυναίκες δυστύχησαν, πόσοι χαριτωμένοι  νεαροί στης καφετέριας τη τέντα τη βρίσκουν, πόσες χυμώδεις καλλονές έσκισαν το πιστοποιητικό της ρωμαλέας υγείας τους και κλείστηκαν σε μοναστήρια και τρελάδικα.

          Γίνανε τα σπίτια μας << μπάτε, σκύλοι, αλέστε >> και χάσαμε ακόμη και τις συνήθειες τιμής για τους νεκρούς. Πεθαίνουν πολλοί λόγω ανυπαρξίας υγειονομικής περίθαλψης και η ευλάβεια γι’ αυτούς έχει ατονήσει. Συνήθισε ο κόσμος τις κηδείες, δεν τον ενδιαφέρει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, το ξόδι το συνοδεύουν είκοσι τριάντα, με τους  πεθαμενατζήδες να αδράχνουν όπως - όπως το φέρετρο, να το μεταφέρουν τρέχοντας και πριν ο παπάς τελειώσει το τροπάρι της νεκρώσιμης ακολουθίας το κατεβάζουν στα γρήγορα στον τάφο. Πολλές φορές και στον πρώτο άδειο τάφο ή σ’ άλλο νεκροταφείο. Οι φτωχοί τους θάβουν πάνω σε σανίδες, ακόμη και δυο-δυο μπαίνουν στον ίδιο λάκκο.

          Στα νοσοκομεία να δεις μηχανισμό περίθαλψης! Μια κωλονοσκόπηση γίνεται μετά από τρεις μήνες, η αξονική στο εξάμηνο, η κυτταρολογική ανάλυση σε μισό χρόνο. Στα κέντρα υγείας δεν έχει ειδικευμένο γιατρό, DEPON ούτε για δείγμα. Ο καρδιογράφος χαλασμένος, με το τσόκαρο της νοσοκόμας παίρνει μπροστά αφού φάει δυο τρεις σκουντιές. Και μετά απ΄ όλα  αυτά ο κόκκινος Αρμαγεδδών θέλει να συνεχίσει να δειπνίζει στο Μαξίμου,  ο Κούλης να κυβερνήσει τρομάρα του και το παιδί της αμύνης  να μαλώνει τους άλλους μπέμπηδες των κομμάτων να καθίσουν στ’  αυγά τους.

            Με τέτοιο κατακάθι πολιτικό, μέρισμά μας η επιβολή του μηδενισμού! Τι άλλο;

            ellinikoxrsonografima.blogspot.gr    panant1947@gmai.com