Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ:Μιχάλης Κατσαρός

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου
             
Την πνοή του ‘δωσε ο περασμένος αιώνας, λύρα αγαθή τον στεφάνωσε επαναστάτη, να γράφει όρθρους του μέλλοντος τον έταξε το αιόλιο φύσημα της ποίησης. Αποκηρυγμένος από γκεσταπίτες ανθέλληνες τους  λαμπτήρες άναβε κρυφά να φωτίσει μια πριονισμένη εποχή, το κακό που φιλούσε νεκρά σώματα να διώξει. Γκρίζος, άνυδρος ο ουρανός της πατρίδας του, τους χρησμούς του έσβηνε με υγρά φτερά, στις πέτρες που χάραζε τους στίχους του μαινόμενοι Σαδδουκαίοι έφτυναν το ανορθόδοξο χαμόγελο της ποιητικής του τρέλας.
               Η φυτεμένη δόξα μέσα του, τους αγνόησε. Τον στόλισαν τροκιστή, προδότη, ολίγιστο. Με το ξερό κλαδάκι της ελιάς στεφανωμένος, έμεινε ποιητής, τον χιτώνα ενεδύθη μιας άφθαρτης αξίας, την αρετή του αντιεξουσιαστή με την τραχιά του γλώσσα μάθαινε στους κατάπτυστους  και στους μικρονοϊκούς. 
<< Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος ανάμεσα στους οπλισμένους  Δωριείς ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους … >> έγραφε, όμως  δεν το ‘κανε αλλά παρέμεινε με τα κουρέλια του όπως τον γέννησε η Γαλλική επανάσταση, ο αγώνας των νέγρων, ο γονατισμένος λαός.   
              Κι ο ίδιος ήταν γονατισμένος. Όχι για να προσκυνάει αλλά για να σηκώνεται από την αδυσώπητη πενία του. Πενία όμως  επιβλητική, άγια, ζωογόνα. Το τριμμένο του ρούχο, το στραβοπατημένο παπούτσι, γίνονταν πορφυρός μανδύας, αυτοκρατορικό σανδάλι. Ο λόγος του ανθηρός, δηκτικός, πικρός, στομφώδης, αινιγματικός μα ποτέ κούφιος, άδειος, στείρος. Λόγος δουλεμένος στα σχολεία της επικράτειάς του, λόγος που είχε τις ρίζες του στο στενόχωρο ισόγειο στον Κηφισό που ζούσε. Τον  δούλευε στην αυλή του, συντροφιά με τον Αρμάνδο, ένα σκαντζόχοιρο, ένα ζωάκι πριγκιπάκο κοντά σ’ ένα πρίγκιπα ποιητή της Ανδαλουσίας και της Κυπαρισσίας.
             Σκοτεινός συνωμότης απέφευγε τα σαλόνια, σύχναζε σε μελαγχολικούς χώρους, περπατούσε σε μοναχικούς δρόμους, τα βλέμματά του έριχνε  στους σακάτες και στις πόρνες με τα νάυλον αδιάβροχα. Σε τραπεζάκια σάπια από το χρόνο ανασκάλευε τις μνήμες, σε κίτρινες επιγραφές γύρευε ν’ ανακαλύψει τις ανοιχτές πληγές στης κοινωνίας το μέτωπο.
             Κι έμεινε ερημίτης. Ερημίτης της ιδέας που δεν γερνά. Από το Οροπέδιο της σκήτης του, διαλαλεί: <<  όλη η εξουσία στα Σοβιέτ. Γι’ αυτό κι εσύ, αστέ Έλληνα ποιητή Λειβαδίτη θα φωνάξεις κάποια μέρα μαζί μου: Κάτω  οι τυραννίες της γης! >>
            Κι έμεινε κοσμικός. Στα μέρη όμως και στα στέκια που η γη  της επαγγελίας χρυσαφίζεται από τη σκόνη. Μαζί με τους εργάτες ν’ αδειάζει την κανάτα με το κόκκινο κρασί, μαζί τους να μοιράζεται τη διανομή της σκέψης τους.  << Οίνος κάτοπτρον νου >> όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας.   << Νος ει νους εν έννοια νια εν νόσω >> συμπλήρωνε και ο πρίγκιπας. << Άντε εβίβα! >> έψελνε η ομήγυρη και άναβε το κέφι.
           Έζησε στην εποχή με τους χαφιέδες, τους ασφαλίτες, τους προδότες να μυρίζουν το αίμα που έτρεχε από τις πληγές ενός αιμάσσοντα λαού. Κι αυτός περπατούσε, στην Ασφάλεια, στο ΕΑΤ- ΕΣΑ, έξω από τη βιασμένη πόρτα του Πολυτεχνείου.  Στα  ερείπια μαζί με την ανάπηρη ελευθερία, στους  χώρους που σκοτώναν τα ατίθασα άλογα. Εκεί που οι άνεμοι της εξουσίας στραγγαλίζουν τους κληρονόμους που διαβάζουν κίτρινες σελίδες από προδομένα θούρια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου