Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Μια παλιά Πρωτοχρονιά

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
         Κρύα κεριά, λιωμένα οι πίσω καιροί. Μαύροι με την κλωστή τους δεμένη στην καμπούρα μας. Με χτικιασμένη τη ζωή μας, να σούρνεται πάνω στο σάλιο τους, η ελπίδα μας να μαραίνεται, χιτλερίσκοι άγριοι να μας σκοτώνουν το χαμόγελο και να μας σπρώχνουν στο χάσκον χάος του γκρεμού. 
          Αγύρτες αισχροί, έφεραν μετά το πενήντα  μια Πρωτοχρονιά, κορδωτή καουμπόισσα, που ‘κανε στάχτη και μπούρμπερη τη φτωχή χαρά μας. Ούτε κουραμπιέδες μας έφτιαξε και κείνη η γαλοπούλα στο πιάτο μας ήταν άγευστη, χωρίς κρέας και όλο κόκαλο. 
          Εμείς του αδελφάτου της γειτονιάς θέλαμε να φάμε.  Δεν μας άρεσε να τρώνε μόνο οι κλέφτες. Γι’ αυτό διώξαμε με την αυγή της Παραμονής τη σγουμπή διακονιάρα κατήφεια και με το τρίγωνο στο χέρι, πήραμε σβάρνα τους δρόμους να πούμε τα κάλαντα στην ασήκωτη φτώχεια. 

            Περπατώντας ονειρευόμουνα την Αστρούλα. Γιατί δεν ήρθε; Πάντα μ’ ένα πεθαμένο χαμόγελο, χλομή, αδύνατη, νηστική με μπουτάκια γεμάτα από καψαλήθρες, έτρωγε τη λεξούλα << καλημέρα >> σαν μου την έλεγε, πότιζε τους υάκινθους της αυλής της κι άφηνε πάνω μου ένα βλέμμα φύλακα και προστασίας μου. Ο πατέρας της κάλιασε στο βουνό, πολέμησε τους φονιάδες του Χίτλερ, ύστερα μπήκε φυλακή, η μάνα της γαζωμένη με της φτώχειας τις ριπές στου  δοσίλογου στρατηγού ξεπνοϊσμένη καθάριζε κι έπλενε.    
           << Θα φτύνει φαρμάκι η έρημη >> σκέφτηκα και πήγα στο σπίτι της. Κόλλησα το μάτι μου στην τρύπα του παραθυρόφυλλου και κοίταξα μέσα. Κοιμόταν κοντά στο παραγώνι. Ένα  κουτσουράκι ήταν το μαξιλάρι της, μια χιλιομπαλωμένη κουρελού το σκέπασμά της. Φλογίτσες με τις σκιές τους στα μαγουλά της, λέξεις ζωγράφιζαν ακατανόητες και γράμματα αιμόφυρτα σαν περιστέρια. 
         Της μίλησα: << Δε θα ‘ρθεις για τα κάλαντα; >> Κουνήθηκε, σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε με ύφος τεθλιμμένο, ψέλλισε άηχα: << Ψήνομαι στον πυρετό! Όχι! >>
          Ξεμύτισε μια Πρωτοχρονιά με σχισμένο χιτώνα, χοτζάδες να ψέλνουν στις εκκλησίες, ένα λαό Παπούα να κρύβεται στις αφάνες να μη βλέπει το φαγοπότι που έριχναν οι ντοπαρισμένοι πλούσιοι. Πήγα πάλι στο σπίτι της Αστρούλας. Της έδωσα μελομακάρονα, της έδειξα έξω ένα μπλε κομμάτι τ’ ουρανού και άρχισα: <<... Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά, ήρθαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά μες στη σιγαλιά  άνοιξ’ η αγκαλιά κι έκανε η αγάπη την καρδιά φωλιά… >> και της γέμισα τη χούφτα δραχμούλες.  << Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, ήρθ’ ο νέος με τα δώρα, ήσουν κακός χωρίς χαρά… >> τραγούδησε, τα μάτια της έβγαλαν κόκκινα δάκρυα, ο χώρος γέμισε ξερά ροδοπέταλα και έξω ακούστηκε ένα παλιό λησμονημένο τραγούδι λύπης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου