Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Κανάγιες!

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
            Στη μικρή γραφίδα μου λίγο φως ζητάω την απέραντη νύχτα μου να φωτίσω. Στις λέξεις μέσα να σφραγίσω το σώμα μιας άλλης εποχής που φορτωμένο το κουπί και τη σχεδία αναποδογυρισμένη στην πλάτη στη μέση του Ωκεανού, πάλευε από την τρίαινα του άγριου Ποσειδώνα να γλιτώσει.
         Εποχή τσίτσιδη με χέρσες αναβόλες, ουλές στα χείλη από του μπάτσου την άθλια γροθιά. 
         Σπούδαζα την πνευματική μου γενναιότητα ν’ αυξήσω, τους νευρώνες μου από γαϊδουράγκαθα, φύτρα γνώσης θαλερής να μεταλλάξω. Το δωμάτιο στάβλος, η πόρτα βουλωμένη με τσουβάλι να διώχνει το κρύο, στους τοίχους φυτρωμένα βρύα. Η σκουριά έτρεχε από το ταβάνι, τα θολά νερά σαν ρύακες μου λέρωναν σώμα και ψυχή. 

        Ο χειμών κακιωμένος, ερχόταν φτεροπόδαρος από το Μαίναλο, με κατάψυχε και με κορόιδευε κλείνοντας το αετίσιο μάτι του. Το κρύο του μου χάραζε το κόκαλο, φέτες έκανε το τρυφερό κορμί μου. Ζεσταινόμουν με μια σόμπα γερασμένη, που ‘χε τα μπουριά λιωμένα και το καύσιμο λίγο. Η καύση ατελής, ο καπνός ντουμάνι, μ’ έπνιγε στις οσμώσεις  που ξεχύνονταν σαν φτερωτά χταπόδια από τις ανοιχτές οπές. 
         Όταν το κρύο δε δαμαζόταν, δούλευε ολημερίς, βούιζε, έτριζε και χοροπήδαγε, έτοιμη να εκραγεί σαν διάττοντας αστέρας στην επιφάνεια της γης. Ο διακόπτης ροής πάντα χαλασμένος, οι φλόγες κεφαλές όφεων, η κοιλιά της ένα τσουκάλι που έβραζε μείγμα φωτιάς και αερίων.
          Περνούσε ο καιρός, οι μέρες ισχνές και πεινασμένες. Εγώ εκεί, πάνω κατά πάνω, γύρω από τη φλεγόμενη μολότοφ, έσκυβα στο βιβλίο, ακονούσα το πνεύμα μου, τη γονιμότητα του πνευματικού μου χωραφιού λιπάριζα με καρπούχα φωσφορούχα. 
          Αποχωρούντος του χειμώνος άλλο κακό με βρήκε.  Το χαρτί απορίας δε μου αποστελλόταν κι έμεινα απέξω από το εστιατόριο της Σχολής να βλέπω νηστικός τις κατσαρόλες. Το φαγητό μου πια λιτό, λίγοι γίγαντες και μια μπουκίτσα,  που το ‘τρωγα  σ΄ ένα υπόγειο τεκέ να μη με βλέπει ο κόσμος. 
         Επιζών από τέτοιες κακουχίες, αυτά τώρα σκέπτομαι και βλέπω πως είμαι στα ίδια. Μετά από τόσα περάσματα σε ρέματα να βγάλω τον επιούσιο, τσακισμένος από τις ανηφόρες, με το βάκιλο της αρρώστιας στο σώμα μου από χωριό σε χωριό, φαγωμένος από το κρύο,  ασίτιστος και άπλυτος δεν είδα πρόοδο καμιά!
         Ξυπνάω και βλέπω χολές, κοιμάμαι και ονειρεύομαι πικράδες! Και πριν τον καφέ μου πιω,  μια Χάρυβδη εφορεία μου ρουφάει το λάδι, το αίμα από τις φλέβες, το νερό μου πίνει, μου παίρνει ό,τι έχω και δεν έχω. Και τα ευρώ μου κι αυτά μου τα ρουφάει και μ’ αφήνει χωρίς ψώνιο, χωρίς  χάπι, χωρίς τρίμμα παξιμάδι. Κανάγιες! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου