Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Ο πιτσιρίκος

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
       Δειλινό. Στο βάθος η Πρώτη και στο σώμα της ένας Ύψιστος Πικάσο έβαφε με χρώματα Ωκεανίδες γυμνές ξαπλωμένες στα στιλπνά βότσαλα. Στ’  άγονο σπλάχνο του νησιού,  λευκό το εκκλησάκι της Παναγιάς χαϊδευόταν στο λευκό γένι  τ’ ουρανού, στολίδι ακριβό, μυρισμένο από ιωδιούχο αέρα της θάλασσας και υγρασία βλαστερή. Ο παράδεισός του ιαματικός, τις πληγές γιατρεύει με την ψίχα της άγιας αρμύρας του Ιονίου του ιαματικού.  Στο ερημητήριο του χορτασμένοι γύπες δε χωράνε, τα βράχια του πατούν μόνο ξεριζωμένοι φτωχοί που τη ζωή τους έφαγαν ξεσκέπαστοι και ξόδεψαν το χρόνο τους στην πιλάλα του μεροκάματου και της όχεντρας βιοπάλης. 
         Εκεί στο νησί σαν πας να ζήσεις τη βγάζεις μ’ ένα ροή λάδι,  δυο κατσίκες, λίγες κότες και έχεις για συντρόφια την προσευχή, τη νηστεία, τους γκιόνηδες και τα κοτσύφια.   Θόλοι σκιεροί σε ζώνουν, άντρα βραχώδη κι ένα σύννεφο από μικρούς ιριδισμούς υφαίνουν τους λόφους με πέπλα σκουροπράσινα. Ακούγονται λογιών - λογιών ύμνοι, ψίθυροι από ψαρόνια, κραυγές γλάρων, τραγούδια αηδόνας, κηρύγματα ευαγγελικά της σουσουράδας κάτω στην ακρογιαλιά.
 
        Η Μάραθος χαϊδεμένη γαλανή πλεξούδα τα κάλλη  της νιότης της κατεβάζει στα βράχια. Στο τραπεζάκι της καφετέριας ζευγαράκι στεφανωμένο με γιασεμί και βασιλικό, γερμένο στο δικό του αργυρόφαντο  σύννεφο, στάζει μέλι, τραγουδάει και απαγγέλλει με φωνή αγγέλου: << Βοριαδάκι του βορρά και αυγούλα του νοτιά, φύσα μες τον κήπο μας. Σκόρπισε αρώματα και με τ’  ανεμομαζώματα διώξε τα στοιχειά! >>   
        Ο ήχος φτάνει στον πιτσιρίκο μετανάστη που ψαρεύει στο μώλο. Φιλιωμένος με θορύβους της ερημιάς τους κοιτάζει. Ήταν ένα δεκάχρονο μελαψό αϊτόπουλο, γυμνασμένο με σώμα βελούδινο, μπράτσα σίδερα και στήθος ατσάλι. Φευγάτο τσόφλι από την πατρίδα του, φορτωμένο σκόνη και ιούς, ξέπεσε στο χώμα μας, να γευτεί την ευσπλαχνία των αγαθών του. Στέρφο όμως τούτο το χώμα, τι να του προσφέρει; Γρεγολεβάντες  τα αερικά του, το έκαψαν. Νηστικό τώρα ζει στην τρώγλη του, μ’ άδειο σακούλι, πώς να τραφεί; Έτσι σκυμμένο πάνω από το αγκίστρι του, το χάνο ψαρεύει, τη χαψιά του να ρίξει κάτω να σωθεί.
        Οι αφέντες στην πατρίδα του είναι μαγκιόροι χασάπηδες. Όπως και στη δική μας. Δε σκάνε γέλιο και παροχές αλλά σκάνε μύτη στις ξιφολόγχες που στάζουν αίμα, όξος και χολή. Ποιος να τους μαζέψει; Ο παμχάφτικος καπιταλισμός τους έχει δώσει αέρα και με το δικό του οπλοστάσιο  θερίζει τον πεινασμένο λαό και του  ρίχνει υδρογονοβόμβες στα σωθικά του. Φεύγει κι αυτός, παίρνει το σάκο του και το βάζει στα πόδια να γλιτώσει από τα δόντια της Σκύλας εξουσίας. Η δύση γελάει, βάζει Χάρυβδες και καταπίνουν όσους μένουν, ο πλούτος μοιράζεται στους ξένους και ντόπιους τοκογλύφους.
          Και η πατρίδα, το πνεύμα, η παιδεία, οι ελευθερίες, η οικογένεια, η υγεία, τα στομάχια; Αυτά όλα στο σάλιαγκα φορτωμένα, ρίχνονται στο σκουπιδαριό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου