Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Διονύσης Πιτταράς

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ 
Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου
             Είδε το ανέσπερο φως σε εποχή λεκιασμένη από φωτιά και λάσπη. Έζησε έφηβος τη λύσσα της φτωχής ζωής. Μορφώθηκε σε ανάπηρα κρατικά σχολεία και πετρωμένα χερσοχώραφα, μελετώντας του ανέμου την ορμή. Κραταιός άνδρας στο Γράμμο με το άστρο στην επωμίδα εν νεφέλαις καπνού και πυρός ένιωσε το βόλι του οργισμένου μπαζούκας. Απομακρυσμένος από την Αχερουσία την ιλύ των πιράνχας έκανε λόγο ποιητικό, στίχο μαγείας, έξαρση του ιλίγγου.
              Αντλεί και γράφει απ’ ευθείας απ’ το πάθος του. Με οδυνηρές κραυγές στηλιτεύει τις αναθυμιάσεις της σήψης. Με την επισημότητα του τόνου του εκπέμπει προφητικούς οραματισμούς. Τα ανθρώπινα πάθη ψάλλει με τρόπο οικείο και πειστικό.

              Τον συγκινούν τα χαμηλά πατώματα. Αποφεύγει όντα με βέβηλο ύφος, γελοιοποιεί συγκλητικούς, χαμερπείς αυλοκόλακες και μυστικούς χωροφύλακες. Αποστρέφεται παν το νεκρό, το θολό και το άνευρο. Ότι το περιβάλλει με έξαρση το διατηρεί σαν σταλαχτίτη στο ψυχικό του σπήλαιο.   Με τα άνθη του στίχου του ραίνει τη δόξα του σκαφτιά, του ακρίτα, του σκυφτού ψαρά, του έγκλειστου στο κάτεργο, του νηστικού, του σκοτωμένου που το αίμα του αυλακώνει το χώμα.
            Η ζωή του είναι ζυμωμένη με φως και σκότος. Φως από τον ουρανό της πατρίδας του και της ιόνιες θαλασσίδες νύμφες. Σκότος από τις Σκύλες και τις Χάρυβδες της στέρησης, της κατοχής, του εμφυλίου, το άγγιγμα του λεηλατημένου κορμιού και της ψυχής του από το θάνατο, την αψιά αλμύρα της μετέπειτα σκληρής  ζωής.
           Καλλιτέχνης και μάγος, κατατοπίζει και μορφώνει. Λέει όχι στη μετριότητα, ναι στ’ ανώτερα ιδανικά. Συγκινείται στις κραυγές του πονεμένου, δείχνει μελαγχολικός στην πτώση του σώφρονα.
          Τώρα που η Αστάρτη πόλη του τον τίμησε, αιωνία η μνήμη του, ξεπάγωσε τη νύχτια λήθη μου. Και στης αστραπής τη λάμψη τον βλέπω να ταχτοποιεί στον ίσκιο της μουριάς του τα καλοκαιρινά του λάφυρα, κοχύλια, βότσαλα, αστερίες, χρωματιστά πετραδάκια και να τα αραδιάζει
με ψυχή ανέμη στην ψάθινη καρέκλα.
        Στο τραπέζι εφημερίδες, φύλλα χαρτιού, οι αγωνίες του σαν ανεμόμυλοι σκορπισμένες και στο βορρά ψίθυροι, δικοί του ψίθυροι, σύμφωνα θεόπνευστων ωδών να πετάνε σαν σμάρια πουλιών προς την κυματούσα θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου