Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 

  Χρονογράφημα

 

                                   Τα καινούρια παπούτσια


 

                                                   Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

            Ο γεννήτοράς μου ήταν φτωχός, πένης.  Δεν τον θυμάμαι ποτέ να φόρεσε παπούτσια αλλά σχισμένες αρβύλες που σειόταν ο τόπος με την προκαδούρα στις σόλες τους.  Η δεξιά αρβύλα ήταν πιο παλιά, είχε μπαλωθεί δεκάκις και η τρύπα στο μπροστινό μέρος άφηνε να μπαινοβγαίνει ένα οσμηρό δάχτυλο σαν κεφάλι χελώνας. Τούτες οι  τελειωμένες και άκομψες αρβύλες ήταν και τα καλά του παπούτσια, μ’ αυτές πήγαινε στο χωράφι, μ’ αυτές στο παζάρι, στην εκκλησία και στις πανηγύρεις. Όταν πέζευε στην αυλή τις ξελάσπωνε με το μυστρί, τις έπλενε και τις κρέμαγε στο πάτερο να στεγνώσουν.

             Κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Είχα σιχαθεί να φοράω δυο χρόνια τις ίδιες  σολιασμένες βακέτες, να μην τις ξεκολλάω από τα πόδια μου χειμώνα καλοκαίρι, να νιώθω γελοίος, ύβρεις να εκτοξεύω και κατάρες σε όποιον ανίχνευε τα πέλματά μου. Ένα ποντικός ευτυχώς τις έφαγε, τις έκανε λουρίδες μια νύχτα και με απάλλαξε. Πριν μου τις φάει, ντρεπόμουν να τις φορέσω, στο σχολείο πήγαινα από το μπουγάζι, στην τάξη μέσα άφηνα να πέσει πάνω τους μια κόλλα της αναφοράς και να τις κρύβει. Τις είδε κομματιασμένες ο γεννήτορας, κούνησε το κεφάλι του, άφησε ένα φιλοσοφικό αναστεναγμό και μου είπε:  <<  Αύριο  στο  πανηγύρι  του  Σταυρού θα  υποδυθείς με καινούρια υποδήματα >>.   

            Το είπε και το ‘κανε. Τα φόρεσα, τα έδειξα στους φίλους, έφερα βόλτες στους δρόμους της πόλης, πέρασα κάτω από τα παράθυρα του κοριτσόκοσμου και καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Η φρεσκάδα τους δυστυχώς, κράτησε λίγο, γιατί με την πρώτη  βροχή μούσκεψαν, σκέβρωσαν, ξεχείλωσαν και φούσκωσαν σαν χαρτένια κουτιά. Οι συμμαθητές μου μαζεύονταν γύρω μου, τα κοίταζαν, γελούσαν, με κορόιδευαν και με φώναζαν << τσαρούχι >>. Δεν άντεξα τον εμπαιγμό, πήρα  το μαχαίρι  και τα ‘κανα φέτες.

                Εν τη παρόδω του χρόνου  αν και το βαλάντιό μου ισχνό, φόρεσα πολλά παπούτσια. Όταν ήρθε όμως η κολπατζού κρίση και μου  ‘βαλε το πιστόλι στον κρόταφο, έχω να φορέσω μοντελάκι παπούτσι εδώ και δέκα χρόνια. Συναλλάσσω δυο φτηνά ζευγάρια, ένα σολιασμένο για την καθημερινότητα κι ένα σεβρό για τις κοσμικές μου εξόδους, κηδείες, μνημόσυνα και πανηγύρια.  Μπροστά στην τιβί που κάθομαι και τα γυαλίζω, το κάνω επίτηδες για να βλέπω τι φοράνε οι Νέρωνες στο πολιτικό και οικονομικό γκουβέρνο, αυτοί οι γελοίοι Καλιγούλες, που τους έχω στην μπούκα! Μ’ ανοιχτές παλάμες και με μουσική υπόκριση ενός κλέφτικου, τις απλώνω σ’ όλους αυτούς τους Κίναιδους που παρελαύνουν με VERRAROS και  MORESCHI και χαίρεται η ψυχή μου! Σ’ όλους αυτούς που κοιμούνται σε κρεβάτι στολισμένο με κοραλλένιους αετούς, ήσυχοι, ευτυχείς και ασυνείδητοι που εγώ κι εσύ δε φτάνει που χάσαμε τα πάντα, περπατάμε ξυπόλυτοι.

           ellinikoxronografima.blogspot.gr  

              

 

                     ΤΟ      Χ Ρ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Φ Η Μ Α


                      Τέρμα οι παρέες, οι ταβέρνες και οι ουζοποσίες

                                  Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                   Κλειστήκαμε στα τέσσερα ντουβάρια αναγκαστικά,   λόγω οικονομικής κρίσης και αφραγκίας και χάσαμε  την κοινωνικότητα, τη συναναστροφή  και τις παρέες ως ιδιάζοντα στοιχεία της ανθρώπινης υποστάσεως.  Στα << Πολιτικά >> ο Αριστοτέλης γράφει: <<Ο δε μη δυνάμενος δι’  αυτάρκειαν ούθεν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή θεός >>.  Μεταφραζόμενο σημαίνει: << όποιος δεν είναι ικανός να συμμετάσχει  σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός>>.

                Αναγκαστικά έγκλειστοι  ξεκόψαμε από τους φίλους, τέρμα τα μπαρ και τα καφενεία, οι χειραψίες, οι ασπασμοί, οι φιλικές σφαλιάρες στην πλάτη, όλα αυτά σαν φυσικά επακόλουθα, υποκαταστάθηκαν από την ψηφιακή προσομοίωση. Λάικ, κόκκινες καρδούλες, φατσούλες γελαστές ή μη, κι άλλα ιδεογράμματα της κοινωνικής δικτύωσης έφτασαν στο φόρτε τους, έγιναν καλούπια συμπεριφοράς σε κωδικούς από του μακρόθεν.

             Η παρέα τουτέστιν  ή  παρεούλα, αντικαταστάθηκε από την κλεισούρα, σε σημείο που σαν το σκέφτεσαι, σαλτάρεις, πάει να πει. Ενδιαφέρον έχει εδώ η ετυμολογία της λέξης << παρέα >>. Ισπανοεβραϊκός ο όρος, που έρχεται από την << parea >>, Ισπανική λέξη για  το  ανδρόγυνο  από το  επίθετο <<parejo >>  που σημαίνει << όμοιος >>.  Στο συμπόσιο  ο  Πλάτων  λέει:  <<  Όμοιος ομοίω αεί πελάζει >>.

            << Πάρε την παρέα σου κι έλα >> λέμε στο φίλο, <<πρόσεχε μη σε καταστρέψουν οι παρέες >> στο παιδί, << παρεϊτσα >> και << παρεούλα >> οι δόκιμες λέξεις που ξεχειλίζουν τρυφερότητα και ακούγονται καθημερινά. Ακόμη και η πινακίδα << Γεωργίου και Σία >> έχει να πει κάτι για την << παρέα >> και τη << συντροφιά >>. Η συντροφιά βγαίνει από το << σύντροφος >> που είναι ο φίλος, ο συμπαραστάτης, αυτός που συνδέεται πολύ στενά με κάποιον: φιλικά, ερωτικά, συζυγικά, πολιτικά. Στον κομμουνισμό σύντροφος είναι αυτός που έχετε ανατραφεί μαζί κι έχετε φάει ψωμί και αλάτι. Το ετυμολογικό << συντρέφω >>, συν+τρέφω.  Καραμπινάτη λέξη της Αριστεράς, έχει σχέση με το σύντροφο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα ή συντροφικά. Δυστυχώς το μαχαίρι δεν είναι μόνο να κόβει το ψωμί αλλά και να σκοτώνει. Πολλά μαχαίρια μπήκαν σε κορμιά σε όλες τις κομματικές και πολιτικές αποχρώσεις.

       Ερήμην αφραγκίας και κρίσης, παρέα, συντροφιά, κοινωνικότητα, πήγαν περίπατο. Μόνος στο σπίτι διαβάζεις βιβλία, βλέπεις ειδήσεις, ταινίες, γκρινιάζεις με τη συμβία και τους λοιπούς, από το σαλόνι πας στο υπνοδωμάτιο με τη φόρμα, τις παντόφλες και τον καφέ στο χέρι. Συνηθισμένος από το έξω, ρίχνεις και καμιά ματιά  από το παράθυρο να δεις τις γαλάζιες λωρίδες του ουρανού και επιστρέφεις στα ίδια πέρα δώθε, μουρμουρίζοντας και προσευχόμενος  << ο θεός να βάλει το χέρι του >>.

                                                                                                           ellinikoxronografima.blogspot.gr