ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Παν. Αντωνόπουλου
Η ώρα ήταν τρεις πρωινή κι ο άντρας στο μπαρ διασκέδαζε για τα καλά. Αν και νωρίτερα πλήττοντας είχε παραιτηθεί από τη φλύαρη κουβέντα της παρέας, τώρα έβρισκε χαρά κι ευχαρίστηση, πίνοντας κι ακούγοντας μουσική απ’ το ηχηρό στερεοφωνικό που με κάποια θρασύτητα επέβαλε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, το δικό του υπεροπτικό και καταραμένο ρυθμό.
<< Τι αξιοπρεπή δειλία, έδειχναν όλοι εκείνοι της παρέας >> σκέφτηκε κι άδειασε το ποτήρι. << Όλο για τις άθλιες δουλειές τους μιλούσαν και φλυαρούσαν ακατάσχετα, λέγοντας κουταμάρες χωρίς ίχνος ντροπής. Καλά που χτύπησαν τα κινητά τους και έφυγαν οι ξεδιάντροποι! Αλλιώς; Ποιος ξέρει, θα στριφογύριζα ακόμη εκνευρισμένος στην καρέκλα μου και δυστυχώς δε θα ‘νιωθα άνετα >>.
Έτσι αφού σκέφτηκε αυτό και ηρέμησε, έγειρε πίσω και ακούμπησε τη ράχη του στην πλάτη της δερμάτινης πολυθρόνας, έτοιμος να κοιμηθεί. Αλλά ευτυχώς, αυτό δεν έγινε, γιατί η γυναίκα που μπήκε εκείνη τη στιγμή μέσα κι έδειχνε υγιής, ωραία και σοβαρή, φορώντας ένα ανοιχτό μαύρο φόρεμα με δαντέλες στο στήθος και μια ακριβή διαμαντένια καρφίτσα στο κούμπωμα του λαιμού, τον ξάφνιασε και τον έκανε να τρελαθεί από τη χαρά του.