Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

 

Με την πένα           

                     Κυπαρισσία. Το τρένο σαπίζει στο σταθμό επι-δεξιος (ψάλτης): Πρωινός καφές στο Σταθμό του τραίνου στην Κυπαρισσία!!!

                                     Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

              << Το τρένο φεύγει στις οχτώ, ταξίδι για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει, να μη θυμάσαι στις οχτώ… Το τρένο φεύγει στις οχτώ, μα εσύ μονάχος έχεις μείνει, σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη μεσ’  στην ομίχλη πέντε οχτώ… >>

           Στην Κυπαρισσία το εθνοσωτήριο γκουβέρνο της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν λέει να το κινήσει. Το ‘χει παρατήσει πάνω στις ράγες  να σαπίζει από το αβάσταχτο βάρος της χρεοκοπίας  κι από την αδιαφορία λοιμογόνων αρχόντων που χαίρονται να ψοφολογάνε οι δόλιοι πολίτες, στερούντες τους  τ’  αγαθά και να τους στέλνουν να επιπλέουν στον αφαλό της αβύσσου σαν φελλοί.

          Βγαλμένοι εμείς της παλιάς εποχής, απ’ τα πανηγύρια της ζωής, ξέρουμε τι εστί μουντζούρης. Θυμόμαστε τη γοητεία του, όταν με το εισιτήριο στο χέρι μπαίναμε μέσα και νιώθαμε << ηγεμόνες>> κι όχι αχρείοι χωριάτες ικανοί να ζυμώνουμε μόνο τρίκιλα καρβέλια.

          Η εικόνα που δείχνει ο σταθμός, άσε, είναι για κλάματα. Μια πληγή στο όμορφο σώμα της πόλης. Ράγες κρυμμένες στα χόρτα, έτοιμες να φυτρώσουν, η παρατημένη μηχανή θυμίζει βαρέλι ξαπλωμένο, το κτήριο υψηλού αισθητικού επιπέδου στα χρόνια του, έγινε φωλιά σήμερα για τη διανυκτέρευση του γκιώνη και της κουκουβάγιας.

        Στη δεκαετία του εξήντα που είχαμε απέναντί μας το αποκρουστικό πρόσωπο του αυταρχικού κράτους,  εδώ περνούσαμε λίγες  ώρες μπέικα, περιμένοντας την οτομοτρίς των πέντε να μας φέρει την << ΑΘΛΗΤΙΚΗ >>.  Από το χέρι του περιπτερά ύστερα στον καφενέ του σταθμού, με μισή γκαζόζα έκαστος, το ρίχναμε στην ανάγνωση.  Ρομάντζο για γέρους ο << Οιδίποδας Τύραννος >> μπροστά στις ντρίμπλες του Νεστορίδη, τους κεραυνούς τους Παπαεμμανουήλ, τις αποκρούσεις του αίλουρου γάτου Θεοδωρίδη.

      Τι λένε αυτοί που έπιασαν θέσεις στα έδρανα του δήμου Τριφυλίας. Θα συγκινηθούν από τη φωνή του πόπολου που θέλει πάλι το τρένο; Έχουν χρόνο να ρετουσάρουν τις ελλείψεις της πόλης με έργα; Να δούμε πως είναι όχι μόνο αξεπέραστοι μάστορες στο ψέμα αλλά και στα έργα! 

      ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

        Με την πένα  

 

                                 Νίκος   ΔημογκότσηςΗΛΙΔΑ Κάμπος News - “Η Ανδραβίδα το 1821” – Μια φωτεινή προσπάθεια από τον  Ηλείο Περικλή Καπετανόπουλο

 

                                                            Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

       Εραστής  των μακρινών ταξιδιών που γίνονται με τους στίχους, ο μείζων ποιητής, Νίκος Δημογκότσης, πολύ με συγκίνησε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του, << ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΤΑΓΟΝΑ >> και με έβαλε στην κανονικότητα, με τα << έσχες >> της γραφής του, ξεχνώντας τα << πόθεν >> της ανούσιας καθημερινότητας. Κάνοντας ζάπινγκ  στα ποιήματά του, βαριεστημένος από τα πέριξ, πέφτω με το πρώτο του κιόλας ποίημα σε έγχρωμο πλάνο ποιητικής φωταγωγίας, σε στίχους που πλαταίνουν τον ορίζοντα του χαρτιού, και, στιγματίζουν ανεξίτηλα τους χάρτες με τα οράματα του ανθρώπου.

     Η δυνατή ποίησή του, ταρακουνάει τα ατάραχα ύδατα του εφησυχασμού, τιμωρεί την υποκρισία,  ανοίγει διαχρονικούς δρόμους σε παράδεισους, μαγεύει με την αφήγησή του τον αναγνώστη, ένα όμορφο κουβεντολόι στήνει με τη φαντασία του, κάνοντας τη σκέψη ν’ αγκαλιασθεί με το ωραίο χωρίς να ματώσει η ψυχή.

   Επίκεντρο των στίχων του, ο άνθρωπος, η πείνα, η φτώχεια, η αδικία, το κολαστήριο της εξόντωσης, η αγάπη, ο έρωτας. Ωραίος άνθρωπος και καινοτόμος ο Νίκος Δημογκότσης ιχνογραφεί γεμάτος φως τους στίχους του και σμιλεύει τη δημιουργία του άριστα. Σταχυολογώ για του λόγου το αληθές, δείγματα γραφής του:

    Η ΠΕΙΝΑ: Κρατείστε  σφιχτά το Σήμερα/  στο χέρι ενός παιδιού/ που αργοπεθαίνει από πείνα//. Και υψώστε το και δείξτε το/ στον τραπεζίτη και στο νέο αυτοκράτορα/ και δείξτε το στο βουλευτή και στο βιομήχανο/ και  δείξτε το στον αρχιερέα και στον αρεοπαγίτη//. Κι ύστερα δείξτε το στην Άνοιξη της ψυχής σας/ για ν’ ανθίσει η Επανάσταση//. Ότι η πείνα και δικό μας έργο είναι,/ έτσι που μαλθακοί και πάντα υποχωρούντες,/ επιτρέψαμε η κόκκινη σταγόνα/ να βγει από τη φλέβα της ζωής / και το αχ! ν’ ακουστεί στα χείλη της ζωής//. 

   Η ΧΑΡΑ: Περπατάει γυμνή και το βλέμμα της/ Άνοιξη στάζει//. Στη φωνή της  φωλιά έχει κτίσει/ κρυφά έν’ αηδόνι/ και στα σπλάχνα της φως  έχει ρίξ΄ ο θεός,/ ποτέ να μη νυχτώνει//. Στα δε  στήθια της  πάνω/ ζωγραφιές του Βαν Γκογκ και γραφές του Τολστόι,/ και οι κινήσεις των  λευκών  της  χεριών/  παραστάσεις  μπαλέτων   Μπολσόι //. Είμ’ εγώ, της αγάπης παιδί,/ τ’ όνομά μου Χαρά και θεά μη με λέτε!//  Η μητέρα στη γη, μ’ έχει δώσει αγνή, / το γέλιο  να δίνω, / αν εκείνη, στις καρδιές σας,/ σαν άστρο λάμπει και κρίνο!//

  ΕΤΟΥΤΗ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ: Δεν έχω τίποτα στη γη ετούτη ν’ αφήσω,/ εκτός από το σώμα μου και τη στερνή πνοή//. Ανέστιος και πένητας ηθέλησα να ζήσω,/ σαν τα πουλιά που έχουνε τα φύλλα για σκεπή//.  Και δυο τρία γράμματα που έσωσε να μάθω,/ μου άφησαν στη γεύση μου μια λύπη ηδονής,/ που μου ‘δωσε την αίσθηση πως της χαράς το άνθος,/ αλέτρι ‘ναι που  όργωνε το χώμα της ψυχής//.  Να σπέρνω με τα χέρια μου υάκινθους και δυόσμους/ βασιλικούς και δίκταμα και σπόρους προσευχής//. Να ‘χουν ειρήνη τα παιδιά  στους ψεύτικούς τους κόσμους,/ να παίζουν τα παιχνίδια τους στου ήλιου την αυλή//. Ετούτη η διαθήκη μου, πόλεμος στους πολέμους/ της φτώχειας και του άδικου, και τ’ όπλου την ισχύ//. Αυτό λοιπόν το ελάχιστο αφήνω στους ανέμους/ σα γύρη να το δώσουνε στους  κήπους της ζωής//.

 

 

  κ

 

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

 

Με την πένα

                                Κυπαρισσία, το τρένο δε σφυρίζει πιαεπι-δεξιος (ψάλτης): Πρωινός καφές στο Σταθμό του τραίνου στην Κυπαρισσία!!!

                                                    Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            Εγείρουν ρεπορτάζ και ρεπορτάζ οι εμφιλοχωρούσες  εφηβικές μνήμες. Ενίοτε μερικές είναι ενοχλητικές, ενίοτε θεραπευτικές.  Ουκ ολίγες παρεπιδημούν  και ακμάζουν εις το μέρος του εγκεφάλου που εστιάζεται η μνήμη όπου σε ισχυρή παροικία συνωστισμένες οι αναμνήσεις ζητούν να ελευθερωθούν και να γίνουν επίκαιρες.

          Εγκαρδιότητα και ανεμελιά λυτρωτική επικρατούσε στα πέτρινα χρόνια της εφηβείας μου, όπου έποικος στην Πάνω Πόλη Κυπαρισσίας, ξερογλειφόμουν οσμίζοντας το θεϊκό στιφάδο της σπιτονοικοκυράς Όλγας. Πολλάκις αρκετές μερίδες τις γευόμουν, αναπολώντας τες σήμερα στην έκλαμψη της ψεύτικης ευημερίας,  τις κρίνω ως τις καλύτερες μπουκιές που ταξίδεψαν ποτέ από τον οισοφάγο ως την γαστέρα μου. Θυμάμαι όταν έπαιζε  ΑΕΚ - Ολυμπιακός και οι ερυθρόλευκοι μας φιλοδωρούσαν με τριάρα, παιχνίδι που ακουστικώς απολάμβανα από το τρανζίστορ της δεσποινίδας Όλγας, οι μπουκιές κάθονταν στο λαιμό μου εξαιτίας της πίεσης που δεχόταν το νευρικό μου σύστημα, λόγω του διασυρμού της ήττας. Δυσκολευόμουν ακόμη να ακούσω  τους ξαφνικούς τριγμούς και το σφύριγμα του τρένου που έμπαινε και διέσχιζε από τη βόρεια μεριά του κάμπου το σταθμό πότε ήρεμα και πότε με πάταγο.  Δυσκολεύομαι να εξοικειωθώ με την πάροδο των ετών, με τις εικόνες που η αμαξοστοιχία ή η οτομοτρίς  αποτύπωναν στον πυκνόφυτο ελαιώνα του Καρτελά και προειδοποιούσαν διαρκώς με σφυρίγματα τους διαβάτες ν’ απομακρυνθούν από τις ράγες προς αποφυγήν  ατυχημάτων.

      Στη μεταμεσονύχτια ραστώνη ξεχώριζα το σφύριγμα του τρένου, όπως  και το πρωί. Τα καλοκαίρια δε  από το χωριό μου, υψομετρικό και εγγύτατα από την πόλη, άκουγα το σφύριγμα του τρένου, κοιμώμενος στη βεράντα ή στην αυλή. Αν τα δρομολόγια του ΟΣΕ για άλλους διερχόμενα μέσα από τις συνοικίες προκαλούν οχλήσεις, για μένα και για τους φιλήσυχους συμπολίτες μου τότε, ήταν κορυφαία διεκδικητικά προτάγματα ύπαρξης, Η απουσία τους μας κατέλειπε  αφόρητη επιβάρυνση του κυκλοφοριακού μας και η μέρα  χωρίς τη διέλευσή του τρένου μάς γινόταν αβίωτη, αν δεν το βλέπαμε να διολισθαίνει πάνω στις ράγες.

      Ενώ η διέλευση των συρμών τότε ως μαθητών μας άρεσε δεν γινόταν το ίδιο και με το αποκρουστικό πρόσωπο των καθηγητών μας, που για να τους αποφεύγουμε και να μην τους συναντάμε στις οδούς και στις ρίμες της πόλης, μονάζανε στον πευκόφυτο οικισμό του σταθμού όπου οργανώναμε επινίκιες φιέστες παιχνιδιών, ερωτικές συναντήσεις καλλίγραμμων συμμαθητριών ή επίμαχες συζητήσεις επί παντός επιστητού. Το αυταρχικό κράτος, σύνηθες εκείνη την εποχή, μας είχε  << γραμμένους >> ως ανυπότακτους και φαύλους νέους. Έχοντάς το κι εμείς << γραμμένο >>, σύσσωμη η μαθητική ομάδα το σούρουπο που χαμήλωναν τα φώτα εκεί στο σταθμό, μέσα από την ηχορρύπανση του λόγου μας, αποκαλύπταμε  << πως ουδεμία παραχώρηση >> θα κάναμε προς αυτό και πως ποτέ δε θα το βλέπαμε << ως φίλο και αρωγό >>.

       Επιπροσθέτως τις Δευτέρες, ώρα πέντε και κάτι απογευματινή, περνούσαμε μπέικα στην κοσμοχαλασιά του σταθμού, περιμένοντας το τρένο να φέρει την << ΑΘΛΗΤΙΚΗ >>. Στον καφενέ μετά, πίνοντας μισή γκαζόζα, διαβάζαμε για τις ντρίμπλες του Νεστορίδη, τους κεραυνούς του Παπαεμμανουήλ και τις αποκρούσεις στο << γάμα >> του αίλουρου γάτου Θεοδωρίδη. 

       Στις μέρες μας, κράτος, δήμος, ΟΣΕ απεμπολούν τα δικαιώματά μας και το τρένο σιγεί και δεν κινείται. Ο ορίζοντας γκρίζος και το μέλλον της επαναφοράς του αόρατο. Αλλά ούτε και διεκδίκηση επαναλειτουργίας  του εξυφαίνεται. Από τη στήλη αυτή πάγια η αίτηση του λαού της πόλης το τρένο να σφυρίξει και πάλι.

ellinikoxronogragima.blogspot.gr

 

Με την πένα        Στυλό πένα Φωτογραφίες Αρχείου, Royalty Free Στυλό πένα Εικόνες |  Depositphotos®

 

 

 

                                    Κώστας    Καπελούζος    

 

 

 

                                            Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Τα τσούζουμε συχνά με τον ποιητή. Του αρέσει στο μέσα μέρος της ταβέρνας, εκεί στον απάγκιο γιατί η ψυχή του σπάει τις αλυσίδες της σιωπής και παίζει με μαεστρία την άρπα των στίχων.  Στο δεύτερο ποτήρι μπαίνει στο γελαστό λαγκάδι της ποίησής του: << Είχε  φωτίσει για καλά εκεί στο μόλο, είχανε δέσει οι ψαρόβαρκες και ξεψαρίζαν. Καλή ψαριά, μα τα γλαρόνια   κλαψουρίζαν, φέρνοντας  βόλτες στον   ουράνιο  θόλο… >>  Με σταθερή    φωνή, μελωδική, συνεχίζει: << Έγραφα από έφηβος. Η εφηβική ψυχή μου σαλεύτηκε όταν είδα το κοράκι της ανέχειας πάνω από τους σκυφτούς εργάτες, τους ναύτες και τους γυμνούς ψαράδες, εκεί στο ταβερνάκι του Αγριλιού να πίνουν το κρασί τους μ’ ανθρώπους που βασάνιζε η στέρηση και η φτώχεια. Εκεί είδα και την αδικία. Μια χήρα Θανάσαινα, ήταν το δεξί χέρι του γαιοκτήμονα Ραγκαβή.  Ζούσε σε χαμόσπιτο, χωμένη μες στη λάσπη, έρημη και νηστική. Με  τέσσερα παιδιά, τον φρόντιζε, δούλα ανυποχώρητη τον υπηρετούσε. Το λαμόγιο ο τσιφλικάς, όταν του ‘πλενε το ρούχο, είχε το βλέμμα άγριο, το μούτρο του ξινισμένο.  Κλωτσιές της έριχνε στον πισινό, αδιάντροπα τη στόλιζε με μούντζες και γαμοσταυρούς.  Τούτη η εικόνα μ’ έχει τσακίσει, δάκρυα μου φέρνει ακόμη αστείρευτα στα μάτια.  Έτσι σκέφτηκα ν’ αφήσω στο μαβί προσκεφάλι τούτης της μάνας λίγους στίχους σαν μια λαμπίτσα να της χλωμοθωράει την ψυχή! Και το έκανα! Μετά είδα  πως  η Πλουτώνια μας ζωή, θέλει φτερά να πετάξει σε παράδεισους, οραματίστηκα μια θέση με Παλλάδας ομορφιά για τους ανθρώπους  και πειραματίστηκα γι’ αυτό με τους στίχους μου: << Ζητά η καρδιά μου ένα ψωμί να θρέψει πεινασμένους, να δώσει στις φτωχιές ψυχές προίκα της την αγάπη… >>

       Μια μικρή σιγή και απλώνει πάλι τα φτερά του λόγου του: << Μ’ αρέσει και το ωραίο!  Πώς λέει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη:  Έρως ανίκατε μάχαν…  Αυτή η παντοδυναμία του Έρωτα και τι δεν κάνει! Ο Αίμονας κρεμάστηκε από το λαιμό με θηλιά που έφτιαξε κόβοντας λουρίδες το πέπλο της νεκρής Αντιγόνης! >>

           Έξω  στο δρόμο τα νερά της βροχής τρέχουν και μοιάζουν να μοιρολογούν. Στρέφει το κεφάλι, κοιτάζει, αφουγκράζεται και λέει: <<Θα σου πω λίγους στίχους  από  τη  συλλογή μου  << Ύμνος  Ερωτικός >>.   Οι  θείοι ανθοί τους, σίγουρα  θα σκεπάσουν  τα μοιρολόγια του νερού! Απαγγέλλει:  <<  Ουρανούλα μου! Τα χείλη μου θα γεύονται το άρωμα των χειλιών σου, τη μυρωδιά του σώματός σου, που θα υψώνεται όπως το άρωμα των κέδρων με τους αντίλαλους της καρδιάς μου ως τα άστρα!  Θάλασσά μου   πρωινή, καλπάζουμε δρομώντας ως τα σύννεφα… >>

         Η ώρα μηδενίζεται μέσα στο φλογερό του λόγο. Φτάνει το τέλος, πρέπει να φύγουμε, να χωρίσουμε, στα γήινα να βρεθούμε. Στην πόρτα σκύβει, γαλήνιο το λόγο του μου ψιθυρίζει στ’ αυτί: << Έρχομαι από δρόμο έρημο και σκοτεινό, συμπάθα με αν είπα και τίποτα σκληρό και παγωμένο >>.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr