Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

 

Με την πένα

 

                             Ο κλεφτοκαπετάνιος Γιάννος και η Λενιώpena-xarti-autoviografika | Εφημερίδα Πρωινή

                                           Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

            Η Άνοιξη σκόρπιζε γύρω το άρωμά της, όταν ο Τούρκος βοεβόδας για άλλη μια φορά διέταξε τους γενίτσαρους και τους άγριους σαρικοφόρους του να σφάξουν, να αιχμαλωτίσουν και να πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της ανατολής τους υποτελείς της Αρκαδιάς και της γύρω περιοχής. Άγριος, βάρβαρος, ψυχοπαθής και ανελέητος φονιάς ο εκφραστής της σουλτάνικης δουλείας, Τούρκος διοικητής, έφιππος στη συνέχεια στο φτερωτό του άτι με το σπαθί στο χέρι, έκοψε τα κεφάλια των γκιαούρηδων που συνάντησε μπροστά του, κι όσους έξω από το σαράι του ψηλά στο καλντερίμι ήταν μαζεμένοι, τους έσφαξαν με τα κοφτερά γιαταγάνια τους οι συνοδοί του, βάφοντας τα πετρολίθαρα της γης με τα αίμα τους που χύθη σαν ποτάμι.

Με τον καιρό γινόταν πιο κακός, σκότωνε άντρες, νέες, έφηβους,  γονείς που είχαν παλικάρια κλέφτες στα βουνά, έκαιγε δάση, έσκαπτε χωριά, φυλάκιζε δυστυχείς, ακρωτηρίαζε αιχμαλώτους, στα μπουντρούμια του κάστρου φυλάκιζε  μαχητές,  κρεμούσε σε πασσάλους τα κεφάλια των νεκρών Ελλήνων, τους συνοδούς του έβαζε και βίαζαν ημιθανείς γενναίες κορασίδες. Αλυσοδεμένη η πατρίδα, αλυσοδεμένη και η αποσταμένη ελπίδα για λευτεριά, αλυσοδεμένοι και οι ραγιάδες που ζούσαν τον πόνο της σκλαβιάς και θλίβονταν για όλα εκείνα που είχαν χάσει και δεν έλεγαν να ξαναρθούν. Σκληρή σκλαβιά, σκότη πηχτά, μέρες γκρίζες, νύχτες φόβου, τα όνειρα εφιάλτες, το φεγγοβόλο αστέρι της λευτεριάς άπιαστο και μακρινό.

 

                                           =  =  =

 

 

             Με ψηλές τούφες καπνού, από τους πυροβολισμούς στα πέριξ, με φωτιές στα σπαρτά που τα έκαιγαν οι Τούρκοι,  με φλόγες που ξεχώριζαν τις νύχτες στις γειτονιές, τις φωνές των αιχμαλώτων που βασανίζονταν στα μπουντρούμια του κάστρου και με κάθε κακό που έβρισκε τους σκλάβους, κυλούσε ο φλύαρος και ανηλεής χρόνος και μαζί του και η ζωή της  Λενιώς, που ζούσε στο Λάπι, αρχοντοπούλας και λυγερής,  ασύγκριτης σε κάλλη, γνώση και ομορφιά!  Ρημαγμένος ο μαχαλάς της, ρημαγμένα τα όνειρά της, έμενε στα ριζά του βουνού, κλεισμένη στο σπίτι, συντροφευμένη από τα γύρω χαλάσματα, τις φωνές  του γκιώνη και των αγριμιών. Της μάχης τον καπνό τον έβλεπε από μακριά και ο καημός της ήταν ξέμακρα να βρεθεί στις λάκκες και στα βουνά, μαζί με τα  αδέρφια της τους κλέφτες, τους Τούρκους να πολεμά. Γεροδεμένη όπως ήταν, φίλος έγινε με το τουφέκι από μικρή και σαν το άρπαζε στα χέρια το έπαιζε σαν παιχνίδι.  Έβαζε ύστερα το κοντάκι κάτω απ’ τη μασχάλη, το στήριζε στον ώμο, έστριβε την μπούκα στο μέρος του εχθρού, σημάδευε και πάταγε τη  σκανδάλη. Η ντουφεκιά δεν έπεφτε, φανταζόταν όμως  την πληγή στο στήθος του Τούρκου και ένιωθε δυνατή.

    Τώρα στα δεκαοχτώ της με τον ανθό της νιότης της δεν χωράτευε. Τ’ άρματά της όλο συγύριζε, την ώρα και τη στιγμή περίμενε να τα αδράξει στα χέρια της, με την παρδαλή μαντήλα ύστερα στην κεφαλή, ολόρθη μπροστά  στον Τούρκο να σταθεί και μπέσα για μπέσα να του δείξει με το σπαθί πως την πατρίδα της αγαπά. Ποιος ξέρει  πως, μικρή ακόμη της εσπάρθηκε η ιδέα στο μυαλό βιβλία να διαβάζει. Παλιά βιβλία τα μάζευε όπου τα έβρισκε, τα έκρυβε στο υπόγειο στο σεντούκι και τα ξεφύλλιζε στη σχόλη της. Τη σουλτάνικη σκλαβιά μέσα στις σελίδες τους ξεχνούσε κι όλο σκεφτόταν πως φωτιά θα της βάλει κάποτε και θα την κάψει. Της άρεσαν και τα δημοτικά τραγούδια, τα κλέφτικα και τα ηρωικά αλλά και της αγάπης. Όταν τραγουδούσε πάντα στο τέλος έκλεινε  με  φωνή αισθησιακή και δυνατή << σκλάβοι ποτέ μη ζήσουμε σε Λιάπηδες και Τούρκους! >>

    Έτσι όταν δεν τραγουδούσε ξεφύλλιζε με τα όμορφα δάχτυλά της σελίδες κιτρινισμένες μεν αλλά ένδοξες και σοφές, που  της θύμιζαν πόσο εφήμεροι και πεπερασμένοι είμαστε. Μια βραδιά πριν πει καληνύχτα με τη σκέψη της  στους  σκλαβωμένους ραγιάδες των Σουλιμοχωρίων ανάγνωσε από μια ξεθωριασμένη κόλλα χαρτιού, στίχους της  << Μήδειας >> του Ευριπίδη, δηλωτικούς της τραγικότητας του ζώου ανθρώπου, που ως τα έγκατά της άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους. Αν και ατελής στην ανάγνωση και στην απαγγελία επανέλαβε  πολλές φορές τους στίχους: <<Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα / οι θεοί υφαίνουν τη ζωή μας //. Εκείνα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ //. Κι αυτά που γίνονταν δεν ήταν για να γίνουν //. Πιο τραγικοί της φάνηκαν  οι δυο τελευταίοι. Αυτά που συμβαίνουν γύρω μας κανένας δεν τα περίμενε. Κι αυτή ποτέ της δεν περίμενε να βάλει το κεφάλι της στου Τούρκου το ζυγό.

            Τούτη  η ομορφονιά με τις ευχές των γονιών της θα γινόταν σε λίγο ταίρι ζηλευτό με το Γιάννο, λεβέντη από αρχοντογενιά και άξιο κλεφτοκαπετάνιο.  Κανείς δεν τον έφτανε στη λεβεντιά, στο βόλι και στη γρηγοράδα. Ζούσε στο Ρίπεσι κι όλο τ’ άρματά του συγύραγε κι όλο με το τουφέκι και το σπαθί στο χέρι τους Τούρκους πολεμούσε στις χούνες και στις ρεματιές. Μα ο Αγάς δεν το ήθελε αυτό. Ψίθυροι στ’ αυτιά του για τη Λενιώ είχαν φθάσει, πως ήταν  ξακουστή στην ομορφιά και λυγερή σαν  λαμπάδα και ήθελε να την πάρει στολίδι και καμάρι στον οντά του. Κι εκεί αφού τη γεμίσει με φλουριά να την κάνει γυναίκα του. Καλεί το Βελή τον μπιστικό του και του λέει: << Πάρε, ορέ, μπίρο μου Βελή, κάμποσους παλικαράδες και τρέξε κει στο Λάπι να φέρετε τη Λενιώ, γυναίκα όμορφη, που θέλω στο χαρέμι μου, δική μου χανούμισσα να την κάνω.  Πάρε και τούτο το φιρμάνι και κρύφτο στο σελάχι σου να μην το δει κανένας και πήγαινε στ’ αρχοντικό του Κωνσταντή Τζουμάνη και πες του, πως ο αφέντης μου τιμή μεγάλη σου κάνει να πάρει για γυναίκα του την κόρη σου, την όμορφη Λενιώ. Και φέρτην γρήγορα. Αν δεν στη δώσουνε, ορέ, πάρτην με το στανιό >>.

       Ο Βελής όμως του ‘κοψε τη φόρα, λέγοντάς του: << Ξέρεις, τι έμαθα αφέντη μου, για τη Λενιώ του γέρο – Κωνσταντή, χθες που ήμουνα στο χωριό, πως παίρνει για γυναικά του την άλλη Κυριακή ο Μπάλτας απ΄ του Ρίπεσι, ο Γιάννος. Κλεφτοκαπετάνιος, παλικάρι ξακουστό, γενναίο και τρανό ξεφτέρι. Όλοι τον αγαπάνε στα χωριά κι όλοι τον θαυμάζουν. Αν πάρουμε τη Λενιώ με το ζόρι θα είναι προσβολή βαριά και θα μας στήσει πόλεμο τρανό ο γέρο – Κωνσταντής και ο Γιάννος. Θα ‘χουμε θέλω να πω  χαλασμό μεγάλο και δεν ξέρω τι άλλο. Θυμάσαι κάποτε που του πήραμε απ’ το μαντρί εκατό και πάνω προβατίνες και όταν το μυρίστηκε μας πήρε στο κυνήγι και σκότωσε πολλά και άξια παλικάρια. Δεν έχουν μπέσα αυτοί,  σκοτώνουν με το πρώτο και τότε αναγκαστήκαμε τρεις χιλιάδες γρόσια να του δώσουμε για τη ζημιά που του κάναμε! >> Έξαλλος για τη δειλία του ο Αγάς, τον περιέλουσε με λόγια υβριστικά, απαντώντας σκληρά: << Δειλέ, παλιό κιοτή! Τι ‘ναι αυτά που λες; Γι’ αυτό, ορέ, αφού την κεφαλή του να του την πάρω δεν μπορώ, του παίρνω την καλή του! Κάνε αυτό που σου λέω, ορέ, ζουλάπι και φύγε προτού φωτίσει η αυγή και πήγαινε ψηλά στου Λάπι. Και άκουσε καλά, αν δεν μου φέρεις τη Λενιώ, πίσω μην έρθεις πάλι, γιατί αμέσως το κεφάλι θα σου πάρω >>.

        Τον  άκουσε ο Βελής, μαζεύει πενήντα διαλεχτούς οπλισμένους συνοδούς και με το ξημέρωμα στου Λάπι φτάνει. Ξεπεζεύει και μπαίνει στ’ αρχοντικό του Κωνσταντή Τζουμάνη και δείχνει το φιρμάνι που του ΄χε δώσει ο Αγάς. Ο Κωνσταντής δε στέργιεται, αντιστέκεται, ο Βελής ζώνει το σπίτι, χτυπιέται με τους σπιτικούς, και ο Κωνσταντής σκοτώνεται.  Τότε ο Βελής παίρνει την όμορφη Λενιώ δεμένη στ΄ άλογό του και δρόμο κόβει για την Αρκαδιά να την πάει στ’ αφεντικό του. Πρόλαβε όμως ο Κωνσταντής και πριν χτυπηθεί, έστειλε κρυφά μήνυμα στο Ρίπεσι στο Γιάννο. Έτσι μαθαίνει ο Γιάννος το θλιβερό μαντάτο, συνάζει είκοσι φίλους δυνατούς και τρέχοντας θέση πιάνει κάτω στη ρεματιά. Και να οι Τούρκοι φτάνουνε. Στο μονοπάτι που τους βλέπουν φωτιά τους ρίχνουν στη φωτιά και σκοτώνουν τους μισούς. Οι άλλοι παραδίδονται, τους ξαρματώνουν, τους σύρουν μαζί τους και παίρνουν τη Λενιώ. Κι αμέσως ο Γιάννος γράφει γράμμα στον Αγά και του λέει, << αλί του! Αν τους πειράξει άλλη φορά θα τόνε ξεπαστρέψουν, θα τον κρεμάσουν κι αυτόν, μαζί με το Βελή του >>.

    Μαζί πια με τη Λενιώ ρίχτηκε για τα καλά στον αγώνα για τη λευτεριά. Αυτή του έδινε θάρρος και είχε γίνει το στήριγμά του στις αποφάσεις του.  Έπιανε γλυκιά κουβέντα μαζί του, με το βλέμμα της τον θαύμαζε και χόρταινε το φθαρτό περίβλημα της ομορφιάς και της λεβεντιάς του. Ώρες- ώρες σκεφτόταν πως θεία τύχη τους έσμιξε για να γίνει χρυσό στολίδι της ζωής της, ο προστάτης της και σαν όνειρο να την συντροφεύει στις φυλλωσιές του χρόνου. Κι αυτή όλο να τον ευχαριστεί κι όλο να αλλάζει τη ζωή της για να τον κάνει ευτυχισμένο. Έτσι μετά το γάμο τους θυμήθηκε πάλι την τέχνη της να φτιάχνει σκίτσα και ζωγραφιές στο χαρτί, για να διασχίζει τις βουερές μέρες της και να ημερεύει τα άγρια βράδια όταν ο Γιάννος ήταν στο βουνό. Έφτιανε  τοπία από τη φύση με ελιές και πλατάνια, με θάλασσες ελληνικές, λείες σαν λάδι που έσχιζαν τα νερά τους καϊκια και βαρκούλες. Μάχες, προσωπογραφίες ισχυρών ανδρών, ηρώων, ευεργετών, βασιλιάδων και απλών ανθρώπων. Ακόμη ξυπόλητα παιδιά, σκοτωμένους κάτω από το φεγγάρι, μεθυσμένους να πίνουν το κρασί τους σε σκοτεινές ταβέρνες. Ερχόταν ο Γιάννος τα έβλεπε, χαιρόταν, έβαζε τα χέρια του  στους σμιλεμένους ώμους της, τη φιλούσε τρυφερά και της ψιθύριζε, << ποιος ήλιος λαμπερότατος σου ‘δωσε την ανθάδα και ποια μηλιά, γλυκομηλιά τη ροδοκοκκινάδα; >> Η Λενιώ με τα μάτια υγρά από τη χαρά και τη συγκίνηση του απαντούσε: << Γεννήθηκα μόνο γιατί μ’  αγάπησες, η άχαρη ζωή μου πληρώθηκε με χαρές, τα όνειρά μου ωραία έγιναν μαζί σου, δεν κάνω τίποτα άλλο ευτυχισμένη δίπλα  σου, παρά να τραγουδώ  που μ’ αγάπησες! >>

 

                                           = = =

 

              Έρχονταν στ’ αυτιά του Γιάννου, ψίθυροι για το νεοελληνικό διαφωτισμό που είχε αρχίσει το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα στην Ευρώπη και ζήτησε να μάθει περισσότερα γι’  αυτόν. Έτσι σιγά-  σιγά διάβαζε ότι έπεφτε στα χέρια του από τα κείμενα ή τα βιβλία του ιδεολογικού αυτού πυρετού στις ευρωπαϊκές χώρες και πλούτιζε τις γνώσεις του με τις κινητήριες δυνάμεις του. Γρήγορα έμαθε για το Ρήγα, τον Περραιβό, τον Κοραή, το Σολωμό, τον Κάλβο. Πίστεψε πως η Επανάσταση θα πετύχει αν μορφωθεί ο λαός και αντισταθεί στον σκοταδισμό, στους ύπουλους ξένους και στους ντόπιους κοτζαμπάσηδες. Του άρεσε πολύ το πολιτικό και φιλολογικό έργο του Ρήγα και τον στενοχώρησε αφάνταστα ο τραγικός του θάνατος  στα 1798 που τον εμπόδισε να  σπείρει πιο βαθιά τον σπόρο των ιδεών του και να ξεσηκώσει τα Βαλκάνια. Γι’ αυτό και η συντήρηση τον είχε επικηρύξει σαν τον υπ’ αριθ. 1 εχθρό της. Του είχε κακοφανεί επίσης και η λογοκρισία που είχαν επιβάλλει ισχυροί συντηρητικοί κύκλοι στα βιβλία του. Έτσι σε μια ομήγυρη σ’ ένα χωριό μετά από έντονη συζήτηση στα περί Φιλικής Εταιρείας και στο νεοελληνικό διαφωτισμό, έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη και δακρυσμένος, είπε: << Κοιτάτε όμως τι πόλεμο δέχονται αυτοί οι αγωνιστές >> κι άρχισε να διαβάζει το την κακογραφία με θυμό και λύπη: << Οι καταστρώσαντες τοιαύτα σχέδια είναι περισσότερον ένοχοι και αυτοί ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον. Είναι ελεεινοί εμποροϋπάλληλοι, καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες και το χρήμα των αφελών ψυχών εν ονόματι μιας πατρίδος ην αυτοί δεν έχουν. Θέλουν να σας έχουν εις την συνωμοσίαν των δια να εμπνεύσουν πίστιν εις τα επιχειρήματά των. Σας επαναλαμβάνω: φυλαχτείτε από τοιούτους άνδρας >>.

     Με το ερχομό της Επανάστασης, τέθηκε στο πλευρό της, πολέμησε σε πολλές μάχες και διακρίθηκε για τον ηρωισμό του. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Πλαπούτα, Γιαννάκη Γκρίτζαλη, Παπαφλέσσα έδειξαν στον Τούρκο τι εστί Έλληνας και τι ψυχή λιονταριού διαθέτει όταν μάχεται για τη λευτεριά του. Θαύμαζε τον Παπαφλέσσα για το θάρρος του και τον είχε πρώτο - πρώτο στο πάνθεο των ηρώων του ’21 κι αυτό για τη θέση που πήρε, στη σύναξη της Βοστίτσας εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων, που δεν ήθελαν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για τον ξεσηκωμό του έθνους χωρίς οργανωμένη στρατιωτική δύναμη και δίχως σαφείς ενδείξεις για τις ρωσικές εγγυήσεις στην Επανάσταση. Θυμόταν απέξω το διάλογο που έκανε ο Παπαφλέσσας με το δεσπότη Π. Πατρών Γερμανό και τον επαναλάμβανε όταν του το ζητούσαν οι μαχητές και οι καπεταναίοι. Μια φορά μετά από τη μάχη που έδωσαν με τους Τούρκους και ξεκουράζονταν για να διασκεδάσουν τη νίκη τους,  του ζήτησαν να επαναλάβει το διάλογο. Αυτός άρχισε εν μέσω παροτρύνσεων και χειροκροτημάτων:

   --- Έχω να κάνω έντεκα ερωτήματα! είπε ο δεσπότης.

   --- Σαν πολλά δεν είναι δεσπότη μου; τον ειρωνεύτηκε  ο Παπαφλέσσας.

 --- Μεγάλη δουλειά βάζουμε μπροστά, πολλά και τα ρωτήματα απαντάει ο Γερμανός.

--- Να σ’ ακούσω λοιπόν.

--- Σε ρωτώ: Πρώτο είναι σύμφωνο το γένος για τον αγώνα;

--- Ολόκληρο, χώρια από τους Τουρκοαγάδες! Παρακάτου!

--- Τι μας χρειάζεται για να κινήσουμε πόλεμο; Τι έχουμε;  Τι μας λείπει και ποιος θα μας τα δώσει;

---Ετούτα που ρωτάς δεν τα σούρνουν στους δρόμους, απαντά διπλωματικά ο Παπαφλέσσας. Όμως σου λέω πως όλα είναι κανονισμένα.

--- Ας είναι… Τι δύναμη έχουμε;

--- Σε τούτο πια είναι που δεν μπορώ ολότελα να σου αποκριθώ.

--- Δεν μπορείς το ένα, δεν μπορείς τ’ άλλο, πετάχτηκε νευριασμένος ο κοτζαμπάσης Χαραλάμπης, τότε τι ήρθες εδώ να κουβεντιάσουμε;

     Ο Παπαφλέσσας αγρίεψε.

--- Τι να σας πω κοτζαμπάσηδες. Θέλετε να μάθετε τη δύναμή μας; Τραβάτε στους καζάδες σας, συνάχτε τα τουφέκια σας κι απέ τα μετράτε μαθέτε πόσα είναι και να ευχαριστηθείτε!

    Κι όταν τον ρώτησαν αν η Ρωσία είναι μαζί μας και προσπάθησε να τους πείσει πως είναι, ο Π. Πατρών Γερμανός θυμωμένος, του είπε για να τον διαψεύσει:

   --- Τι μας φαφλατίζεις, μπρε ντελέ – Παπαφλέσσα και σηκώνεις το νου τούτων εδώ των αχμάκηδων; Σε ποιον τα πουλάς αυτά; Είσαι άρπαγας, απατεώνας και εξωλέστατος! 

 --- Δεσπότη μου, απάντησε ήσυχα ο Παπαφλέσσας, συγκρατώντας το θυμό του, εγώ σου μιλάω και συ με βρίζεις. Δεν θέλετε; Κάντε καλά. Εγώ φεύγω για την Αρκαδιά και τη Μάνη, συνάζω δυο χιλιάδες και σηκώνω μπαϊράκι. Τέλειωσε.

     Ο Παπαφλέσσας παρόντας που πρώτη φορά άκουγε το διάλογο απ’ τα χείλη του, σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Ύστερα  το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

 

                                             = = =

  

    Πολύ είχαν στενοχωρήσει τον κλεφτοκαπετάνιο Γιάννο και οι δύο εμφύλιοι μεταξύ των κοτζαμπάσηδων και καπεταναίων. Έβλεπε τους κοτζαμπάσηδες του Μοριά και τους Υδραίους καραβοκύρηδες να πετάνε σαν τα σκουπίδια έξω από την κυβέρνηση τους στρατιωτικούς και θλιβόταν. Ειδικά για τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών είχε χύσει μαύρο δάκρυ ενώ  το μοίρασμα της γης στους  ακτήμονες αγρότες που δεν γινόταν γιατί δεν το ήθελαν οι κοτζαμπάσηδες του είχε γίνει αγκάθι και του τρυπούσε την καρδιά. Το ζήτημα της διανομής της γης το είχε συζητήσει με τον Κολοκοτρώνη μετά τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους που του το είχε περιγράψει κάπως έτσι:  Το πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης στους ακτήμονες  αγρότες είχε φτάσει σε οξύτατο σημείο το δεύτερο χρόνο της Επανάστασης.  Στο Μοριά είχε ξεσπάσει ένα είδος αγροτικής ανταρσίας και σημειώθηκαν αλλεπάλληλες καταλήψεις εθνικών κτημάτων από τους αγρότες. Μετά τη νίκη κατά του Δράμαλη οι αγρότες του Μοριά είχαν αναθαρρήσει και άρχισαν και πάλι να κινούνται ζωηρά για την  απόκτηση γης. Στο Άστρος του είχε επισημάνει ο Κολοκοτρώνης το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε σύμφωνα με τις θελήσεις των κοτζαμπάσηδων. Έτσι  απέσπασαν ψήφισμα με το οποίο η εθνική γη θα μπορούσε να εκποιείται  << προς εξασφάλισιν των εξόδων του εθνικού αγώνος >>,  αλλά η πραγματική έννοια ήταν να μπορούν να ιδιοποιούνται οι προεστοί νομοτύπως τα πρώην τουρκικά κτήματα. Και για να ικανοποιήσουν και τους Υδραίους συνεταίρους τους, οι Μοραϊτες κοτζαμπάσηδες τους υποσχέθηκαν να τους αποζημιώσουν για τα έξοδα του στόλου με γαίες στην Αργολίδα και τη Ναυπλία.

                                                    = = =

 

       Και κυλούσε ο φλύαρος χρόνος πότε με το Γιάννο στους λόγγους και τις ρεματιές να πολεμά τον Τούρκο, πότε στο σπίτι με τη Λενιώ να πλέκουν ιστορίες και πότε να χαϊδεύει τα παιδιά τους, που του σκόρπιζαν γέλιο και χαρά. Για να ‘ρθει ο Φλεβάρης του   1825  μαζί  με  την Τουρκοαιγυπτιακή απειλή. Ο Ιμπραήμ  αποβιβάστηκε αμαχητί στη Μεθώνη και εγκατέστησε ισχυρό προγεφύρωμα στο Μοριά. Σειρά λαθών εκ μέρους της κυβέρνησης επέτρεψαν να σταθεροποιηθεί ο στρατός του Αιγύπτιου στις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου.  Ο πανικός της ηγεσίας μεγάλος, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις διαλυμένες,           Κολοκοτρώνης και άλλοι ηγέτες του επαναστατικού στρατού στη φυλακή και κάποιοι  διωκόμενοι. Ο Καραϊσκάκης παραμερισμένος. Ο Ανδρούτσος δολοφονημένος. Οι Ρουμελιώτες κατέστρεφαν το Μοριά με στρατό κατοχής και καταδίωκαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στη διάλυση αυτή ούτε ο σφετερισμός των κονδυλίων του δανείου δεν εξέλειπε. Αλλά και τα οικονομικά ήταν κι αυτά διαλυμένα.

    Μπροστά στη θανάσιμη Τουρκοαιγυπτιακή απειλή που διαγραφόταν εναντίον της Επανάστασης ολόκληρο το έθνος αισθάνεται αγωνία και αναζητεί στην κρίσιμη εκείνη  στιγμή τους φυσικούς ηγέτες, που βρίσκονταν στη φυλακή ή σε κυβερνητική δυσμένεια. Ακούγονται φωνές όλο και πιο πολλές ν’ απελευθερωθεί ο Γέρος και ν’ αναλάβει την ηγεσία του αγώνα. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης από τη φυλακή στην ‘Υδρα στέλνει μήνυμα στην κυβέρνηση και ζητά ν’ αφεθεί ελεύθερος για να πολεμήσει τον εχθρό, δηλώνοντας άμα απομακρυνθεί ο κίνδυνος θα επιστρέψει στη φυλακή κι ακόμα να περάσει από  δίκη κι αν βρεθεί ένοχος να καταδικαστεί με βαριά ποινή. Η κυβέρνηση όμως κωφεύει στην πατριωτική έκκληση του Κολοκοτρώνη και δεν ενδίδει στην αξίωση της κοινής γνώμης και των αγωνιστών, θέλοντας την τελική φυσική εξόντωση του Γέρου.

    Κι ενώ οι εμπειροπόλεμοι ηγέτες της Επανάστασης κρατούνται μακριά από τις ένοπλες δυνάμεις της, η κυβέρνηση αποφάσισε να αντιμετωπίσει το θανάσιμο κίνδυνο του Ιμπραήμ κατά τρόπο αστείο, διορίζοντας αρχιστράτηγο τον Γ. Κουντουριώτη και ηγέτη των κατά ξηράν μαχίμων δυνάμεων ένα φαιδρό και άπειρο από πόλεμο ναυτικό, τον Κυριάκο Σκούρτη. Μόλις το έμαθε ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή σχολίασε  πικρόχολα το γεγονός λέγοντας: << τώρα που διορίστηκε ο κυρ - Γιώργης  Κουντουριώτης αρχιστράτηγος και ο Σκούρτης στρατηγός δεν μένει παρά να διοριστώ κι εγώ ναύαρχος και όλοι μαζί να τσακίσουμε τον Ιμπραήμ! >>

   Ο Παπαφλέσσας τότε βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.  Αποφάσισε μια επιχείρηση σωτηρίας μαζί και αυτοκτονίας, ελπίζοντας πως κάτι θα κάνει να ανακόψει τον Ιμπραήμ και να σώσει την Επανάσταση. Συγκέντρωσε γύρω του πολεμιστές από την Αρκαδία και τη Μεσσηνία και όταν τους έφτασε μια χιλιάδα τραβάει για το Μανιάκι να φράξει το δρόμο του Τουρκοαιγύπτιου. Μαζί του στρατεύεται και ο Γιάννος. Πιάνουν ταμπούρια και στις 20 Μαϊου 1825 αντιμετωπίζουν τον Ιμπραήμ με τους πολυπληθέστερους πολεμιστές. Όταν οι ταμπουρωμένοι Έλληνες είδαν τον όγκο του στρατού του Ιμπραήμ τρομοκρατήθηκαν και οι περισσότεροι το ‘βαλαν στα πόδια. Τότε ο Γιάννος μπροστά στη διάλυση του στρατού και την επερχόμενη καταστροφή έδειξε τη λεβεντιά του. Μπήκε μπροστά στο τσούρμο που έτρεχε άταχτο και πανικοβλημένο και απλώνοντας το σπαθί του, τους φώναζε για να τους σταματήσει και να τους ενθαρρύνει: << Γυρνάτε πίσω, ορέ, η λευτεριά θέλει ανδρεία, όχι φευγιό. Τι φοβόσαστε; Μια χούφτα είναι τι θα μας κάνουν; Ορμάτε πάνω στο μπουλούκι να το φάτε! >> Αμέσως άρχισε να λέει στίχους του Τυρταίου για να τους βάλει στη φωτιά της μάχης: << Τι τιμή στο παλικάρι, όταν πρώτο στη φωτιά / σκοτωθεί για την πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά //. Πόσο λυπηρό ν’ αφήσει την πατρίδα τη γλυκιά / τα καλά του τα χωράφια και να ζει με διακονιά [… ] κι αμέσως όρμησε πρώτος εναντίον του Ιμπραήμ. Μαζί τους πια με τον Παπαφλέσσα οι τριακόσιοι πιστοί που έμειναν ρίχτηκαν με νύχια και με δόντια στη μάχη. Η σπάθα του Γιάννου ανεβοκατέβαινε και  τα  πτώματα των Τούρκων έπεφταν κάτω το ένα ύστερα από τ’ άλλο. Κι όσο  η μάχη συνεχιζόταν, μπαρουτοκαπνισμένος σκόρπιζε το θάνατο στους εχθρούς. Καταπονημένος ο Γιάννος πολεμούσε σαν λέοντας, ενθάρρυνε τους μαχητές, την ανδρεία του για παράδειγμα έδειχνε στους φοβισμένος. Η μάχη σκληρή κράτησε όλη μέρα, για να ‘ρθει το σούρουπο. Και τότε μια σπαθιά του εχθρού τον κύλησε κάτω λαβωμένο. Κι ως να σκύψουν πάνω του να δουν τη λαβωματιά οι σύντροφοί του, άφησε την πνοή του. Δίπλα του ο Παπαφλέσσας ακόμη πολεμούσε. Ώσπου  κι αυτός έπεσε νεκρός. Νεκροί μαζί τους κι όλοι οι Έλληνες. Μετά το τέλος της μάχης ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή να βρούνε το σώμα του Παπαφλέσσα. ‘Όταν το βρήκαν, το έστησαν όρθιο και ο Ιμπραήμ αφού φίλησε το νεκρό ήρωα, είπε: << Αληθινό παλικάρι ήταν αυτός ο παπάς. Αν έχει κι άλλους τέτοιους η Ελλάδα  δύσκολα τη σκλαβώνουμε >>. Λίγα μέτρα πιο πέρα νεκρός κι ο Γιάννος, είχε στραμμένο το κεφάλι προς το νεκρό Παπαφλέσσα κι έμοιαζε σαν να έλεγε στον Τουρκοαιγύπτιο: <<Πράγματι ήταν γενναίο παλικάρι ο παπάς αλλά και όλοι γύρω του  που πέσαμε για τη λευτεριά, λεβέντες ήμαστε, όλο χάρη  και παλικαριά! >>

 

                                          = = =

 

             Θρήνος έπεσε  στα Σουλιμοχώρια όταν μαθεύτηκε το μαντάτο για το θάνατο Γιάννου. Η Λενιώ συγύριζε τα άρματά της όταν το έμαθε. Συγκλονισμένη, πήρε απ’ το σεντούκι ένα σπαθί του,  το φίλησε, το ‘φερε στην καρδιά της και ορκίστηκε πως θα έπαιρνε εκδίκηση. Ύστερα κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τα  βουνά που υψώνονταν γύρω από το χωριό, άρχισε το μοιρολόι, << ο θάνατος του κλέφτη >>. << Και φέρτε μου και ταμπουρά, πικρά να τον βαρέσω / να πω τραγούδια θλιβερά, τραγούδια μοιρολόγια //. Μικρό πούναι το βάρεμα, φαρμακερό το βόλι //. Μην πείτε πως απέθανα, μην πείτε  πως μ’ εσκοτώσαν / μόνο πως επαντρεύτηκα πολύ μακριά στα ξένα //.

          Οι Ντρέδες αφού πολέμησαν τους Τούρκους στα Φιλιατρά, στην Πύλο, στη Μεθώνη, στην Τριπολιτσά, στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια, συνέχισαν ως το 1828 απόντος του Γιάννου να πολεμούν τον Ιμπραήμ σ’  όλο το Μοριά και στον ίδιο τους τον τόπο, στο Ψάρι, στο Λάπι, στον Αετό.  Τον Απρίλιο του 1827 ο Ιμπραήμ προσπαθεί να εισβάλλει στην ορεινή Τριφυλία. Οι δυνάμεις του πολλές, από πεζούς, ιππείς και πυροβολικό.  Τα έβαλε με τους Ντρέδες γιατί ήταν απειλή στα πλευρά του αλλά και διότι άρπαζαν άλογα, καμήλες και πολεμοφόδια από τα στρατόπεδά του. Στο Λάπι ήταν συγκεντρωμένες όλες οι δυνάμεις της Τριφυλίας και της Ολυμπίας στις 22 Απριλίου όταν έκανε την εισβολή. Παρούσα εκεί και η λεβέντισσα Λενιώ. Όταν άρχισε η μάχη απέναντι από το χωριό, όρμησε στο τούρκικο ασκέρι ασυγκράτητη. Οι Τουρκοαιγύπτιοι πολέμησαν σκληρά αλλά και οι Ντρέδες δεν πήγαν πίσω. Στης μάχης τη φωτιάς η Λενιώ με υψωμένο το σπαθί, ενθάρρυνε,  και φώναζε στους μαχητές: << Εμπρός, παιδιά, εκδίκηση να πάρουμε για το Γιαννιό,  μας το ζητούν τα παλικάρια στο Μανιάκι, μας το ζητά και η λευτεριά! Εμπρός! >> και σκότωνε όποιον εχθρό έβρισκε μπροστά της. Σταμάτησε να πολεμά με τη δύση του ηλίου. Αποσταμένη πια, καθισμένη κάτω από μια βελανιδιά, έβλεπε τον Ιμπραήμ να υποχωρεί με όσους του έμειναν μακριά από το χωριό και τα Σουλιμοχώρια και η καρδιά της πετάριζε από ενθουσιασμό. Περήφανη για ότι έκανε, το ξίφος δεν άφηνε πια,  Τούρκο δε συγχωρούσε, την πολυπόθητη τη λευτεριά όπου κι αν βρισκότανε με πάθος  εζητούσε.

         

 

 

 

 

 

 

 

         Με την πένα

                        Γιαννάκης Γκρίτζαλης << Αδίκως πεθαίνω αδέρφια  >>pena-xarti-autoviografika | Εφημερίδα Πρωινή

                                                     Του Παναγιώτη   Αντωνόπουλου

           Από την εποχή του Ομήρου ήρωες θεωρούνται αυτοί που πραγματοποιούν μεγάλα κατορθώματα, είναι γενναίοι, δίκαιο, τίμιοι, που   κερδίζουν φήμη και δόξα από ανδρείες πράξεις, αφιερώνουν τη ζωή τους σε ανώτερα ιδεώδη και μένουν  φωτεινά παραδείγματα μίμησης στους νεότερους. Στη διηγηματική μορφή που ακολουθεί, καταγράφω τη δράση, τα ιδανικά, τις υψιπετείς  ιδέες και τη θυσία, του αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης του ΄21,  Γιαννάκη Γκρίτζαλη από την Τριφυλία, τη στεφανωμένη με πυκνόφυλλες ελιές, τριαντάφυλλα και άλλα πορφυρά λουλούδια.  Άνδρες ηρωικοί, μορφές μείζονες του παρελθόντος, που αξίζουν το θαυμασμό μας.

 

                                               =      =     =

 

              Άνοιξη του 1834. Ο χιλίαρχος Γιαννάκης Γκρίτζαλης από το σπίτι του στο Ψάρι, αγνάντευε τα Κοντοβούνια σιωπηλός και θλιμμένος. Στο μυαλό του, ήρθε η κουβέντα που είχε πει ο Ιμπραήμ στο  Γάλλο  ναύαρχο Δεριγνύ.  << Βλέπεις πώς λιώνει το χιόνι εκεί ψηλά στα βουνά;  Έτσι θα λιώναμε  και μεις αν το Μεσολόγγι είχε τροφές και πολεμοφόδια για τρεις βδομάδες ακόμα! >>  Τώρα η πατρίς ελεύθερη έλιωνε κάτω από τη σκληρή μοναρχία του Όθωνα, με τη γη συγκεντρωμένη στα χέρια των τζακιών και των μοναστηριών, τους αγρότες σε άθλια κατάσταση, τη φτώχεια να μαστίζει το λαό,  την πειρατεία να αποτελεί τη μάστιγα των θαλασσών, την οικονομία να νοσεί επικίνδυνα, με τη βουλή ως διορισμένο σώμα του άνακτα να παίζει διακοσμητικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

      Ο χιλίαρχος ποτέ δεν υπήρξε ριψάσπιδας. Ανυποχώρητος αγωνιστής και που δεν πολέμησε. Ποτέ δεν έχασε την εθνική του συνείδηση και ούτε αλλοτριώθηκε να μεταμορφωθεί σε πειθήνιο, βολεμένο άνθρωπο της εξουσίας. Το πάθος του να δει την πατρίδα ελεύθερη, του στέρησε την ησυχία, δούλευε και πολεμούσε ήλιο με ήλιο, μέσα στη χαμένη αίγλη των συνανθρώπων του και των Ελλήνων, έβλεπε τον εαυτό του έναν ελευθερωτή για να ανακτήσουν τα δίκαιά τους.

     Μετερχόμενος τους ισχυρισμούς του πως Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας ήταν άδικα στη φυλακή, έβγαλε ένα χαρτί από τον κόρφο του κι άρχισε να διαβάζει ένα απόσπασμα από την επιστολή του Γέρου στην κυβέρνηση, που είχε στείλει τα χρόνια που περνούσε ο Ιμπραήμ από φωτιά και τσεκούρι τη Μεσσηνία και οι κοτζαμπάσηδες της βουλής και του εκτελεστικού, ανίκανοι, δεν του έστελναν βοήθεια να  πολεμήσει τους Τουρκοαιγύπτιους. <<… Κύριοι αντιπρόσωποι του λαού! Δια τον θεόν, δια την αγάπην της πατρίδας, λάβετε μέτρα σωστικά δι’ αυτήν καν τώρα εσχάτως, δεν  χρειάζεται κατά τούτο παρά η θέλησίς σας, προβλέψατέ μας φουσέκια και τροφάς, μη αμελείτε παν ότι γνωρίζετε συντελεστικόν διότι θα δώσετε λόγον εις τον θεόν και την αδέκαστον ιστορίαν, γράφω με πόνον της ψυχής μου. [… ] Αν ηξεύρετε καμίαν μηχανήν να τρέφονται τα στρατεύματα, σας παρακαλώ να μου την στείλετε.  Αν ηξεύρετε ότι είναι καμία μηχανή να κάνει το χώμα μπαρούτι  και ταις πέτραις μολύβι, στείλετέ μου τους μηχανικούς δια να τα κάμωμεν.  Επειδή και ακόμη τέτοια εφεύρεσιν δεν την έκαναν οι άνθρωποι, σας λέγω στείλετέ μου όλα αυτά… >>

      Έβαλε το χαρτί πάλι στον κόρφο του κι έριξε πάλι τη ματιά του στις προσφιλείς κορυφές των βουνών. Σαν οπτασία πέρασε από τη μνήμη του η νεότητά του, με το ευθυτενές παράστημά του, τα μακριά και πυκνά μαλλιά του, το σφρίγος του κορμιού του, που με μόνες αποσκευές του, το σπαθί και το τουφέκι έδινε στις χούνες και στα φαράγγια μάχες με τα θηρία του εχθρού, για να σηκώσει η πατρίδα το ανάστημά της και να βαδίσει λεύτερη στον εθνικό της προορισμό. Η πεποίθησή του ότι η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν υπόθεση εσωτερική κι όχι των ξένων, τον έκανε να μυηθεί στη Φιλική Εταιρία από το Ι818. Ιδιαίτερη συγκίνηση ένιωσε όταν άκουσε από μυημένους πως οι ιδρυτές << αποφάσισαν  να επιχειρισθώσι την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας δια να ενεργήσωσι μόνοι των ότι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζαν από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων >>. Γι’ αυτό εντάχθηκε αμέσως σε ένοπλο τμήμα κλεφτών. Οι καταπιέσεις των Τούρκων στους αγροτικούς πληθυσμούς των γύρω χωριών, του γεννούσε μέσα του κίνημα ανταρσίας, και ο ηρωικός του χαρακτήρας, τους στήριζε, ενώ στρεφόταν ισχυρός εναντίον των μεγάλων Ελλήνων γαιοκτημόνων και των Τούρκων. Κι όσο έβλεπε πως οι Τούρκοι τους καταπίεζαν και οι άρχοντες, το γουναρικό [ οι κοτζαμπάσηδες ]  έλεγαν  << κλέφτες>> για να τους συκοφαντήσουν, όσους ανέβαιναν στα βουνά, τόσο αυτός όσο και η ομάδα του έδειχναν με τις πράξεις τους τι σημαίνει << αγωνιστής αντάρτης >>.

        Καυχιόταν που ήταν απόγονος των Ντρέδων και τον διέκρινε  η ευθύτητα και η μπέσα, αισθήματα της ράτσας του. Του ίδιου του άρεσε να λέει είμαι << Ντρες >> για να τονίσει πως ήταν << ευθύς >> και << ίσιος >>. Η ράτσα του έδωσε τα πάντα στον αγώνα της Επανάστασης, δε λογάριασε τον τύραννο, είτε Τούρκο είτε Αιγύπτιο. Εκεί στα άγρια λημέρια των Σουλιμοχωριών με το γιαταγάνι και το τουφέκι κράτησαν όρθια την περιοχή και στην Ελλάδα άνοιξαν το δρόμο για τη λευτεριά. Γι’ αυτό και η δημοτική μούσα λέει, περήφανα πως << το Ψάρι και το Σουλιμά/ τα δυο κεφαλοχώρια,/ χαράτσι δεν πληρώνουνε,/ Τούρκους δεν προσκυνάνε…// Ο αγώνας τους εναντίον των Τούρκων άρχισε νωρίς, από τα μέσα του 17ου αιώνα και κορυφώθηκε το ΄21. Η συμμετοχή τους στη Μεσσηνιακή Επανάσταση έκανε τους ιστορικούς να είναι φειδωλοί στις αναφορές τους,  σκοπό έχοντας να  υποβιβάσουν την ιστορία τους.

    Κοντά στη Γαράντζα απόκτησε δικό του χώρο για να προετοιμασθεί και να υπερασπιστεί το εθνικό και πολεμικό δίκαιο. Με απόλυτο σεβασμό στα βάσανα του λαού που ζούσε στα Σουλιμοχώρια, εκπαιδευόταν στην πολεμική τέχνη και οργάνωνε το κλέφτικο κίνημα. Η ζωή του έγινε σκληρή, γεμάτη κινδύνους, αβέβαιη. Ωστόσο αν κι έβλεπε πολλά από τα απάνθρωπα μέσα που έκαναν οι Τούρκοι στους συγχωριανούς του, παλούκωμα, ανασκολωπισμούς, κρέμασμα, ακρωτηριασμούς,  θανατικές εκτελέσεις, δεν λιποψυχούσε αλλά οπλιζόταν με αυξανόμενη δύναμη υπεράσπισης του δοκιμαζόμενου λαού. Εκεί ανάμεσα Ψάρι και Γαράντζα, γνώρισε και τη γυναίκα του τη Γιαννούλα. Ο πατέρας της Μητροπέτροβας, γενναίος και ασυμβίβαστος οπλαρχηγός της Επανάστασης, δέχτηκε στο δρόμο ενώ περπατούσε με την κόρη του, επίθεση από τρεις Τούρκους ενόπλους. Μετά από μάχη σκότωσε τον έναν ενώ οι άλλοι δυο τράπηκαν σε φυγή. Οι φωνές της σύγκρουσης και το τρίξιμο των σπαθιών, έφεραν και το Γιαννάκη εκεί, αφού παρόντας στο στρατόπεδο γύμναζε τους ένοπλους άντρες του. Παράφορα συγκινημένος  από την εικόνα που είδε, τον Τούρκο νεκρό, τον οπλαρχηγό τραυματισμένο και τη Γιαννούλα να κλαίει, καταράστηκε τον κατακτητή και μίσησε τη σκλαβιά και τους σκοτωμούς πιο πολύ. Έδρασε αποφασιστικά, τους μετέφερε στο στρατόπεδο, κι αφού τους πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες μέσα στο διαπεραστικό χρυσαφί χρώμα των βουνών συζήτησαν εγκάρδια και φιλικά.

         Η Γιαννούλα ήταν μια  όμορφη γυναίκα με πλούσιο σώμα, ωραία χαρακτηριστικά προσώπου και βαθιά φωνή. Γοήτευσε το Γιαννάκη και την ερωτεύτηκε. Το ίδιο έγινε και από την ίδια.  << Ερωτεύτηκε τον πολεμιστή και τον τραγουδιστή >> όπως έλεγε μετά το γάμο. Γιατί ο χιλίαρχος ήξερε και να πολεμά αλλά και να τραγουδά. Ήταν λίγο πριν από την Επανάσταση του ΄21 που παντρεύτηκαν. Όταν η Γιαννούλα πάτησε το πόδι της στην εκκλησία μια γενναία  Σουλιμιώτισσα  έριξε μια χούφτα νομίσματα, σύμβολο ευημερίας και ελευθερίας. Της είχε πει ακόμα τη στιγμή που θα πατούσε το πόδι του γαμπρού να μην ξεχάσει να κρατάει και το κερί ψηλά για να έχει το πάνω χέρι στο σπίτι στα σίγουρα. Το γλέντι ήταν τρικούβερτο, οι καλεσμένοι πολλοί, οι ευχές εγκάρδιες και καλές. Όταν τελείωνε το κρασί οι πότες φώναζαν εύθυμα και χαρούμενα: << Είναι πικρό, δεν πίνεται, φέρτε το άλλο! >> Από τη δίπλα αίθουσα απαντούσαν: << Πρέπει να γλυκαθεί, να ξεπικρίσει! >> Γελώντας μετά όλοι μαζί, εύχονταν στο ζεύγος βίον ανθόσπαρτον και την ευτυχία τους να την ανεβάσουν στα ύψη οι απόγονοι που θα γεννηθούν. Σε μια στιγμή  ο << κράτιστος εκ των οπλαρχηγών της Μεσσηνίας >> τραγούδησε. Το μέγα λάβαρο της χαράς και της ελευθερίας  θέλησε μ’ αυτό τον τρόπο να υψώσει. Είπε:  Στο Σουλιμά οι έμορφες,/ στο Ψάρι οι μαυρομάτες / και στον καημένο  Αετό,/ κοντούλες και γεμάτες //. Τα παλικάρια τα καλά,/ ωχ γρήγορα γερνάνε,/ μα δε γερνάνε από δουλειά,/ ούτ’ από γηρατεία,/ γερνάνε από τις έμορφες/ κι από τις μαυρομάτες / που κάθονται αντίπερα,/ ψηλά στα μπαλκονάκια,/ ψηλά στα μπαλκονάκια/και στα παραθυράκια//.

 

                                                    ***

 

      Θλιβόταν για τη διαμάχη των κοτζαμπάσηδων και των καπεταναίων. Πάσχισε για την εθνική ενότητα και το δίκαιο του λαού.  Οι εμφύλιοι τον είχαν πληγώσει και υπόφερε να βλέπει σκοτωμούς και λεηλασίες μεταξύ  ομόγλωσσων, ομόθρησκων και ομόαιμων. Πάντα ερχόταν στη σκέψη του η κουβέντα Κολοκοτρώνη και Ζαϊμη. Τότε που σε μια συνάντησή τους έκαναν τον εξής διάλογο. Του είπε ο Ζαϊμης:

 --- Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, έξι χρόνους πασχίζεις να ενώσεις τα άρματα και ειδέ σε άφησα να τα ενώσεις, ειδέ θέλει σε αφήσω!

       Και ο Γέρος αηδιασμένος από τις κοτζαμπάσικες μηχανορραφίες του απαντά:

---  Εύγε καλέ πατριώτη, οπού δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα κι αν ήταν ενωμένα δεν έκαιγε ο Ιμπραήμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον κόσμο!

      Συνεχώς επαναλάμβανε στα χρόνια πριν την επανάσταση και κατά τη διάρκεια του αγώνα:  << Σκλάβοι ποτέ μη ζήσουμε σε Λιάπηδες και Τούρκους !>> Μια ιστορία στο πολυστένακτο νησί την Ύδρα, που λεγόταν πολύ, του άρεσε και τη διηγιόταν  παντού και μια μέρα την είπε στη γυναίκα του και στους δυο γιούς του, το Δημήτρη και το Γιώργη.  Ο Χατζή Καραντάνης, μονογενής, ορφανός, ανήκων σε μεγάλη οικογένεια ναυτολογήθηκε ως επίλεκτος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και υπηρετούσε στο ναυτικό της. Επιστρέφει κάποτε όχι ως αφυπηρετήσας ναύτης αλλά ως κυβερνήτης δίκροτου, ένας σκληρός σαρικοφόρος, περαστικός στην πατρίδα του για να δει τη μητέρα του κι όλους τους συγγενείς. Το γεγονός κατέπληξε το νησί, ο κόσμος σχολίαζε, τι θα κάνει η μάνα; πώς θα τον δεχθεί;  Μια μάνα Ελληνίδα αρχόντισσα, η οποία ως κόσμημα είχε στο στήθος της ένα ελεφάντινο σταυρό. Την επισκέφθη ο γιος της και όταν από τον ίδιο έμαθε πως ήρθε στην Ύδρα ως κυβερνήτης τούρκικου δίκροτου, του ζήτησε ν’ ανεβούν στον εξώστη για να δει το πλοίο. Κι από κει τον έριξε κάτω στο λιθόστρωτο, τον σκότωσε και τον καταράστηκε μ’ όλη της την ψυχή. Στο τέλος τους τραγούδησε και το δημώδες άσμα που περίτεχνα η λαϊκή μούσα μας κληρονόμησε: Το μάθατε τι γένηκε στης Κιάφας τ’  αγροτόπι; / Του Καραντάνη το παιδί, το Καραντανοπαίδι, / το ‘ριξε η Καραντάναινα, κείνη η αντρογυναίκα,/ στο καλντερίμι απ’ τον οντά και μνήσκει ακόμη το αίμα / στα πετρολίθαρα της γης που χύθει σαν ποτάμι //. Και το ΄μαθεν η γειτονιά κι η παραπέρα ρούγα/ και το ‘δαν οι άντρες, τα παιδιά κι οι νέες και τα κορίτσια,/ μανάδες που ΄χανε παιδιά και νιες που ‘χαν αδέρφια //.

      Η σύζυγός του Γιαννούλα, τώρα που το αγροτικό ζήτημα στη Μεσσηνία είχε οξυνθεί, του συμπαραστεκότανε στην αγωνία του, να βλέπει την επαρχία να λιμοκτονεί, το λαό να υποφέρει από την εξουσία της αντιβασιλείας, ενώ οι ισχυροί άνθρωποι των τζακιών αδιάφοροι για την τύχη του, τον εκμεταλλεύονταν και τον αδικούσαν. Πάντα με τον καλό λόγο και την αγαθότητα της λαϊκής της προέλευσης, του τόνωνε την αξία του κοινωνικού αγώνα και τη συνειδητή οργάνωσή του. Μια μέρα αγανακτισμένη κι αυτή  από τα φεουδαρχικά σχέδια της αντιβασιλείας, του είπε κάτι ξεχωριστό, που ο Γιαννάκης το έκλεισε στο μυαλό του σαν διαχρονική αιώνια αξία. Και η ίδια δε θυμόταν πως αντιγράφτηκε στη μνήμη της και ούτε θυμόταν αν το είχε διαβάσει. Όμως είχε τη διαίσθηση πως κάποιου μεγάλου ποιητή ήταν τα λόγια. Του είπε λοιπόν:  Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα / οι θεοί υφαίνουν τη ζωή μας//. Εκείνα που ήταν να γίνουν δεν έγιναν ποτέ//. Κι αυτά που γίνονται/ δεν ήταν για να γίνουν //. Πιο τραγικοί της είχαν φανεί οι δυο τελευταίοι στίχοι. Αυτά που συμβαίνουν γύρω μας κανένας δεν τα περίμενε. Κι αυτή ποτέ δεν περίμενε να έχει το κεφάλι της στο ζυγό του Τούρκου και του ξένου μονάρχη.

 

                                                      ***

 

       Άνοιξη λοιπόν του 1834 και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, στο μπαλκόνι του σπιτιού του στο Ψάρι σκεφτόταν: << Αν εκτελεσθεί ο Κολοκοτρώνης η πατρίς αιώνες θα  κουβαλάει το στίγμα της ντροπής και της αχαριστίας >>. Θυμήθηκε τον Καποδίστρια. Εξαιτίας της δολοφονίας του ήρθε ο Βαυαρός βασιλιάς να κυβερνήσει το νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο.  Ο ίδιος ο Εφτανήσιος αυτός ευγενής, όταν κλήθηκε από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας να αναλάβει την αρχηγία, αρνήθηκε λέγοντας, << ότι υπουργός ων του Τσάρου δεν ηδύνατο >>. Τους βαθύτερους λόγους της άρνησής του, τους αποκάλυπτε αργότερα γραμμένους στη συνομιλία του με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη: << Οι καταστρώσαντες τοιαύτα σχέδια είναι περισσότερον ένοχοι και αυτοί ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον. Είναι ελεεινοί  εμποροϋπάλληλοι καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες και το χρήμα των αφελών ψυχών εν ονόματι μιας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν. Θέλουν να σας έχουν εις την συνωμοσίαν των δια να εμπνεύσουν πίστιν εις τα επιχειρήματά των. Σας επαναλαμβάνω: Φυλαχτείτε από τοιούτους άνδρας >>.

          Ως κυβερνήτης αναφερόμενος στις φριχτές καταστροφές της Ελλάδας είχε πει από την Αίγινα, μέσω του Γ. Τερτσέτη στα << Απόλογα για τον Καποδίστρια >>:  [… ] Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ στην Αίγινα δεν είδα το παρόμοιο ποτέ και άλλος μην το δει. << Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας! >> εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιασμένες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές.  Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς,  αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιασα, μου έτρεμαν τα γόνατα,  η ψυχή του λαού μου έσχιζε την καρδία μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν ν’ αναστήσω τους απεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και σεις με προσελάβατε να οικοδομήσω, να  θεμελιώσω κυβέρνησιν και κυβέρνησις καθώς πρέπει ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει και αποθαμένους, διατί διορθώνει την ζημίαν του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχει συνείδηση, ευσπλαχνία, μέσα σοφίας. […]Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση τύχει να συγκρουσθεί  με συμφέροντα ξένων δυνάμεων, αν πλανευτεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν και εμένα οι οφθαλμοί μου, ποιος ηξεύρει; που θα πάμε, τι θα γενούμε; ετινάξαμε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διαπλοκής έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις εννοείτε. Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβερνήτης, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχάς πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιοτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύσει εις την καρδίαν μας μόνον το αίσθημα το ελληνικό, ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης. […]

     Μόλις πήρε τα ηνία της εξουσίας, εφάρμοσε τις καισαρικές τάσεις του. Ανέστειλε το σύνταγμα της Τροιζήνας, βάζοντας στον πολιτικό κόσμο της χώρας το δίλημμα: ή παραμερίζεται το σύνταγμα ή φεύγει από την Ελλάδα. Διέλυσε τη βουλή και την αντικατάστησε με διορισμένο συμβουλευτικό σώμα,  από κοτζαμπάσηδες και μεγαλοκαραβοκύρηδες. Ιδρύει την Κεντρική Γραμματεία, είδος υπουργικού συμβουλίου, με την πολιτική γραμμή του να την ορίζει ο ίδιος. Ουσιαστικά η εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια του. Έγινε δικτάτορας γιατί νόμισε πως έτσι έπρεπε να κάνει. Οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες από τους εσωτερικούς κύκλους που επηρεάζονταν από την Αγγλική και Γαλλική επιρροή. Έτσι οι κύκλοι αυτοί υπονόμευσαν το αξιόλογο πρόγραμμά του και την ανάπτυξη της χώρας, με αποτέλεσμα να επεκτείνεται η αναρχία και η οικονομική κακοδαιμονία. Έκανε πολλά για να εμπεδώσει τη στοιχειώδη έννοια του κράτους. Αμέσως χτύπησε την πειρατεία. Έτσι απαλλάχτηκε η θάλασσα από τους πειρατές. Έβαλε στο στρατό και το  στόλο κάτω από τις οδηγίες του κράτους. Ο στόλος αποσπάστηκε από τους Υδραίους μεγαλοκαπεταναίους. Τον απασχόλησε η δημόσια διοίκηση και άρχισε να τη βελτιώνει. Ενδιαφέρθηκε και για το οικονομικό. Δανείστηκε από το εξωτερικό και έβαλε μπροστά την ανίσχυρη οικονομία. Η τάξη και η ασφάλεια μέσα στη χώρα τον άγγιξε και πήρε τα πρώτα μέτρα για να σταματήσει τη ληστοκρατία. Ίδρυσε σχολεία,  γεωργικές σχολές, οργάνωσε τη δημόσια υγεία, έφτιαξε νοσοκομεία και την ταχυδρομική υπηρεσία. Στο μεγάλο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης δεν τα κατάφερε. Η γη στα χέρια των τζακιών και των μοναστηριών ήταν δύσκολο να πάει στους ακτήμονες αγρότες. Χρειαζόταν επαναστατικά μέτρα. Τα εθνικοποιημένα τουρκικά κτήματα ήταν δεσμευμένα στους δανειστές. Διανομή γης για καλλιέργεια σε αγρότες σ’ ένα κράτος που βασίλευε το χάος ήταν αδύνατη. Η αποτυχία αυτή, σφραγίζει και τη γενική αποτυχία  πολιτικής, του κυβερνήτη. Όμως οι προσπάθειές του να προσεγγίσει σε μια δυνατή λύση στο θέμα αυτό ήταν μεγάλες και αγωνιώδεις και προσέκρουσαν στην αντίδραση. Αντίδραση μεγάλη που σχεδίασε και πέτυχε τη δολοφονία του.

      Η γυναίκα του τον διέκοψε από τις σκέψεις του, δίνοντάς του ένα γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε με αγωνία. Ήταν από το θρυλικό κλέφτη, Μητροπέτροβα και πεθερό του.  Του   ‘γραφε: <<Αντί η κυβέρνηση της αντιβασιλείας να μοιράσει την εθνική γη στους ακτήμονες αγρότες και αγωνιστές για να την καλλιεργήσουν και να  αυξηθούν οι παραγωγικές δυνάμεις και να έρθει ο πλούτος στα σπίτια τους, αντίθετα κάνει τα στραβά μάτια στη ρεμούλα των εθνικών κτημάτων από τους προεστούς, που τα αγοράζουν για ένα κομμάτι ψωμί στις δημοπρασίες και τα παίρνουν από το λαό, αφήνοντάς τα χέρσα. Σαν να μην φτάνει η ληστεία της εθνικής γης η κοτζαμπάσικη νοοτροπία μαζί με ανοχή της αντιβασιλείας φτωχαίνει το λαό με φόρους και πλουταίνει τους έχοντες γη με απαλλαγές φόρων. Γίνονται τα ίδια που ίσχυαν και στην Τουρκοκρατία. Κι εδώ στη Μεσσηνία το αίμα των αγροτών και των αγωνιστών που το έχυσαν να πάρουν γη, πήγε χαμένο. Για να μη συνεχιστεί η ίδια κατάσταση θα εξεγερθούμε. Οπλαρχηγός. Μητροπέτροβας. >>

     Αυτός που είχε πολεμήσει στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά, στα Δερβενάκια στην άλωση της Τριπολιτζάς και σε τόσες μάχες τον Τούρκο, έπρεπε να πολεμήσει τον άλλο μονάρχη κατακτητή, βασιλιά! Κι αυτό για το δίκιο του λαού. Του λαού που έχυσε το αίμα του να φέρει τη λευτεριά και τώρα πεινούσε! Ο γίγας οπλαρχηγός που φυλακίστηκε στο δεύτερο εμφύλιο το 1824 με Μητροπέτραβα, Κολοκοτρώνη στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία στην Ύδρα από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη, θα έπιανε πάλι το σπαθί για να τα βάλει με Έλληνες και  Βαυαρούς στρατιώτες. Το καλοκαίρι τέθηκαν επικεφαλής με το Μητροπέτροβα, ηγέτες στη Μεσσηνιακή Επανάσταση. Με τα αιτήματα όπως απελευθέρωση Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα, εκχώρηση συντάγματος,  θέσπιση φορολογικού και  θεσμικού πλαισίου δικαίου για το λαό, το μοίρασμα της γης, απονομή δικαιοσύνης στους αδύνατους, στήριξη των οπλαρχηγών, έδωσαν φιλολαϊκό και κοινωνικό χαρακτήρα στην Επανάσταση. Στο ένα από τα τέσσερα κινήματα που εκδηλώθηκαν, δύο στην Αρκαδία και δύο στη Μεσσηνία, τέθηκε ο ίδιος επικεφαλής και με 200 πολεμιστές μπήκε μεσάνυχτα στην Κυπαρισσία. Κατέλυσε όλες τις αρχές και εξήγησε στο λαό της πόλης τους επαναστατικούς σκοπούς του. Στόχος του ήταν η  κατάργηση της Αντιβασιλείας, ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα, στήριξη του αγροτικού πληθυσμού, μείωση της βαριάς φορολογίας, απαλλαγή από τις ληστρικές μέθοδες είσπραξης των φόρων από τους ενοικιαστές γαιοκτήμονες εκ των οποίων οι πλείστοι ήταν ευνοούμενοι της κυβέρνησης.

     Οι Βαυαροί όμως δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Έστειλαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του. Μετά από πολλές συγκρούσεις, στο χωριό Σούλου κοντά στη Μεγαλόπολη, οι κυβερνητικές δυνάμεις επικράτησαν. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν και υποχώρησαν. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης εξακολουθούσε τον αγώνα, καταδιωκόμενος από τόπο σε τόπο.  Τελικά παραδόθηκε, η επανάσταση είχε κατασταλεί, οι δίκες  των αρχηγών της στάσης άρχιζαν. Το έκτακτο στρατοδικείο συνεδρίασε στην Κυπαρισσία και καταδίκασε το γενναίο Γιαννάκη Γκρίτζαλη σε θάνατο. Χωρίς μισθό, τιμές και διακρίσεις, στήθηκε μπροστά στο απόσπασμα για να φωνάξει πριν πέσει νεκρός: << Άδικα πεθαίνω, αδέρφια, αγωνίστηκα για την Ελλάδα! >>

     Και τότε στα Σουλιμοχώρια, στη Μεσσηνία και σε όλη τη  Ελλάδα όταν η πνοή του πετούσε για τις επουράνιες μονές, τα θερισμένα στάρια, τα βάτα και τα αγριόχορτα που είχαν κιτρινίσει από τη ζέστη και φαίνονταν μισοξεραμένα, μόλις τα έλουσε  η δροσιά της γενναίας του ψυχής  και τα χάδεψε, ξαναζωντάνεψαν για να ανθίσουν και πάλι. Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Σεπτέμβρη του 1834.