Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

 

 Δ Ι Η Γ Η Μ Α ΤΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ

 

 

 

                         Οι  τερατογεννήσεις του δόκτορα Γουόλς   Έναστρη Νύχτα - Η ιστορία πίσω από τον πιο εμβληματικό πίνακα του Vincent  Van Gogh - Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών

 

 

                                                                             Παν. Αντωνόπουλου

 

 

 

 

          Τρεις μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνομπίλ οι φήμες οργίαζαν και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Μιλούσαν για τέρατα και σημεία που γίνονταν στο σπίτι του δόκτορα Γουόλς, εξόριστου τώρα και υπεύθυνου όσο λειτουργούσε το πυρηνικό εργοστάσιο, στο τμήμα μετάλλαξης των ζωντανών οργανισμών εξαιτίας της προσβολής τους από τη ραδιενέργεια. Λίγες μέρες μετά το ατύχημα ένας τηλεοπτικός σταθμός ανέφερε πως ο δόκτορας μην μπορώντας να αντέξει τόσους θανάτους, αυτοκτόνησε, δείχνοντας κιόλας στο ρεπορτάζ το δόκτορα νεκρό και αιμόφυρτο στο κρεβάτι του με κομμένη την καρωτίδα. Μια εφημερίδα πάλι έγραψε πως προσβλήθηκε από ραδιενέργεια και πέθανε από λευχαιμία μέσα σε μια βδομάδα ύστερα από φριχτούς πόνους και ακατάσχετη αιμορραγία στο ήπαρ και στους πνεύμονες.

          Αλλά όμως αυτά αποδείχτηκαν ψέματα αφού ζούσε και βασίλευε όπως το ήθελαν οι καινούριες φήμες στο εργαστήριό του στην <<Κοιλάδα του θανάτου>> και πειραματιζόταν στη μετάλλαξη ζώων σε νέες ανθρώπινες μορφές που τις ήθελε απαλλαγμένες από τα άγρια ένστιχτά τους και προσαρμοσμένες σε μια και μόνο κυρίαρχη συμπεριφορά, αυτή του πειθήνιου και άβουλου οργάνου. Στα πειράματα που έκανε, με ποντίκια  όσο ακόμη ήταν στο Τσερνομπίλ, που είχαν προσβληθεί από ραδιενέργεια, διαπίστωσε με τρόμο και φρίκη μια καινούρια μεταλλαγμένη ζωή που ο ίδιος την είχε βαπτίσει << μεταλλακτική τερατογέννηση ανθρώπινης μορφής >>.

          Από τότε που ο δόκτορας Γουόλς πάτησε το πόδι του στο σπίτι του στην <<Κοιλάδα του θανάτου>> και οι φήμες τον ήθελαν << δημιουργό ανθρωπίνων τεράτων >> η πόλη είχε αναστατωθεί και ο φόβος με την αγωνία κυρίεψαν τους κατοίκους της, που, απεγνωσμένα ζητούσαν να μάθουν πιο πολλά για το μυστηριώδη επισκέπτη που τους χάλασε τη ζωή και τους έκανε να ζουν μαζί με εφιάλτες. Κι εκεί που η σύγχυση γύρω από τις δραστηριότητες του δόκτορα  μεγάλωνε, μια πληροφορία που ήρθε από το Εργαστήριο του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας του νοσοκομείου της πόλης, σκόρπισε νέο πανικό στους κατοίκους της κάνοντας πια τη ζωή τους πραγματική Κόλαση. Η     πληροφορία αυτή έλεγε πως εκεί εργαζόταν μια νέα γυναίκα, φίλη και συνεργάτιδα του δόκτορα  που συζούσαν και την είχε φέρει από τη μακρινή Ουκρανία. Την χαρακτήριζε ενδοστρέφεια, έλλειψη επικοινωνίας και ιδιόρρυθμη συμπεριφορά. Τελευταία δε, αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας αφού ένα κόκκινο έκζεμα που είχε πετάξει στο αριστερό της μάγουλο την ταλαιπωρούσε αφάνταστα κι όλα έδειχναν πως έτσι που είχε αφορμίσει τόσο επικίνδυνα γρήγορα θα της απλωνόταν σε όλο το μάγουλο. Η ίδια απόφευγε να μιλά για τη ζωή της και σε κανέναν δεν είχε αναφέρει τη σχέση της με το δόκτορα Γουόλς. Μια σχέση χαλαρή από τότε που διαφώνησε μαζί του για τις μεταλλάξεις του, βλέποντας με δέος και φρίκη τα ανθρωποειδή του. Γι’ αυτό τώρα πειραματιζόταν σ’ ένα μεταλλαγμένο σκίουρο προσπαθώντας να τον επαναφέρει στη φυσική του μορφή. Είχε βρει το κατάλληλο ένζυμο, το είχε δοκιμάσει στο δύστυχο ζώο και περίμενε τα αποτελέσματά του. Ο σκίουρος εφτά μέρες από τότε που ο δόκτορας  έβαλε στο αίμα του το ένζυμο της μετάλλαξης, άρχισε να μεταμορφώνεται παράξενα, αργά μεν αλλά σταθερά, δείχνοντας έτσι πως η πλήρη μετάλλαξη θα ολοκληρωνόταν σύντομα αν κάποιος ισχυρός παράγοντας που θα δρούσε σαν αντίδοτο δεν τη σταματούσε. Έτσι το ανθρωποειδές που θα εμφανιζόταν δε θα ήταν τίποτα άλλο παρά ένας τερατογεννημένος οργανισμός που θα σκόρπιζε χωρίς αμφιβολίες τον τρόμο και τη φρίκη.

          Η μετάλλαξη είχε αρχίσει να διακρίνεται πρώτα στο κεφάλι και το πρόσωπο. Το κεφάλι διογκωνόταν από μέρα σε μέρα, ενώ το τρίχωμά του που παράλληλα έπεφτε, αντικαθίστατο  από ένα άλλο πυκνό και ακανθώδες  που μύριζε άσχημα κι έδειχνε λιπαρό και υγρό.  Η μουσούδα του χανόταν σιγά -σιγά  αφήνοντας να ξεχωρίζουν αδρά αλλά φανερά τα άγρια κι ακατέργαστα ανθρώπινα χαρακτηριστικά  που η θέα τους προξενούσε δυσάρεστα κι επώδυνα συναισθήματα.  Ύστερα ερχόταν το κίτρινο χρώμα στο πληγιασμένο πρόσωπο να το κάνει πιο απαίσιο και φριχτό. Κι αν πρόσθετες και τα δυο του πυρακτωμένα μάτια που φάνταζαν σαν ιοβόλες εστίες βυθισμένες στις κόγχες τους, συμπέραινες εύκολα τον  τρόμο που επαγγελόταν  η μεταλλακτική μέθοδος του δόκτορα Ζιρώ.

          Βλέποντας όλη αυτή την αδίστακτη κι εγκληματική συναίνεση στην τερατογενή  εξέλιξη των ειδών του δόκτορα, η γυναίκα αυτή, αναρωτιόταν για το μέγεθος της απειλής που απειλούσε την ανθρωπότητα, ενώ δεν παρέβλεπε και την πλήρη απορύθμιση που  θα εσυντελείτο στις σχέσεις και τη λειτουργία των έμβιων όντων.  Γι’ αυτό ανήσυχη, έκανε ότι μπορούσε για να σταματήσει αυτόν τον εφιάλτη της μετάλλαξης κι επέμενε στο πιο  κρίσιμο σημείο της μεταλλαγής  να τη σταματήσει, δίνοντας έτσι κι ένα δυνατό ράπισμα  στην αλλόφρονη σκέψη   του δόκτορα Γουόλς, εκτοπίζοντάς τον ανεπιτρεπτί από το κακόγουστο εγχείρημά του, με τη δική της υγιή θέληση και δύναμη.

          Ένα βράδυ παράτεινε την εργασία της κι έμεινε ως αργά στο εργαστήριό της να συνεχίσει την έρευνά της πάνω στη διακοπή της μεταλλακτικής δραστηριότητας.  Κι εκεί που σκυμμένη είχε απορροφηθεί

στις μελέτες και στα αποτελέσματα ενός πειράματος, μια σκιά που πέρασε μπρος από το παράθυρο την έκανε να τρομάξει και να δείξει ανήσυχη. Φοβισμένη άφησε τη δουλειά της και σηκώθηκε, πλησιάζοντας με βήμα αργό στο παράθυρο. Τράβηξε  την άκρη της κουρτίνας και με κάθε επιφύλαξη, κοίταξε έξω. Το πυκνό χειμωνιάτικο σκοτάδι σκέπαζε ανελέητα τα διάσπαρτα μικρά θεραπευτήρια που πολλά απ’ αυτά τα πιο μακρινά  με το λιγοστό φως της ηλεκτροδότησης που τα φώτιζε, έπαιρναν πότε κωμικές και πότε τραγικές μεταμορφώσεις. Τα λιγοστά γυμνά δέντρα στις άκρες των κτιρίων, δαρμένα λυσσαλέα  από τη μανία της καταστροφής του αέρα, έμοιαζαν θα ‘λεγε κανείς με πιστά αντίγραφα από δυστυχισμένες ανθρώπινες φιγούρες. Τότε η γυναίκα με μια γρήγορη κίνηση δυσφορίας για ότι έβλεπε, έδιωξε τα μάτια της από τον έξω κόσμο και τα ‘στρεψε στη φωλιά του σκίουρου. Το καημένο το ζώο, λες και συναισθάνθηκε το φόβο της, σύρθηκε λίγο προς το μέρος της, θεωρώντας το πολύ σημαντικό φαίνεται να δείξει εκείνη τη δύσκολη στιγμή που περνούσε η ευεργέτης του τη συμπαράστασή του. Κι καθώς η γυναίκα το κοίταζε με αγάπη και στοργή, ένιωσε πάλι την παρουσία τής σκιάς να περνά έξω από το παράθυρο.

          Στράφηκε τότε και κοιτάζοντας με έντονη την προσοχή της όσο της επέτρεπε κιόλας το σκοτάδι, μπόρεσε και διέκρινε μια ανθρώπινη μορφή λίγα μέτρα μόνο από το εργαστήριό της.  Κόλλησε τότε το πρόσωπό της στο τζάμι και κοίταξε με περισσότερο ενδιαφέρον το νυχτερινό επισκέπτη αλλά και με μεγάλη περιέργεια και επιμονή. Σαν την πρόσεξε κι εκείνος, σήκωσε το ραβδί του και της έκανε νεύμα ν’ ανοίξει το παράθυρο. Δε δίστασε κι εκείνη να υπακούσει κι αμέσως σύροντας το σύρτη το άνοιξε και βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Τότε κατάλαβε η γυναίκα από την κομψή κι εντυπωσιακή εμφάνιση του άντρα πως επρόκειτο για σημαίνον πρόσωπο κι αναρωτήθηκε αν το είχε ξαναδεί. Πριν προλάβει όμως να βασανίσει κι άλλο τη σκέψη της, ακούστηκε η βραχνή φωνή του επισκέπτη που της είπε με τόνο συγκαταβατικό : << Είμαι ο δήμαρχος της πόλης και θέλω κάτι σημαντικό να κουβεντιάσουμε ! >>  Τον κοίταξε για λίγο με δυσπιστία η γυναίκα και του αποκρίθηκε με φωνή  που ‘δειχνε ταραχή : << Δε σε ξέρω και μου λες να σου ανοίξω ! Να φύγεις, γρήγορα ! >> Έκανε ένα βήμα ο δήμαρχος και πλησίασε. Ένα αδρό χαμόγελο φύτρωσε στα παχιά του χείλη και της ψιθύρισε : <<  Η ταυτότητά μου που σου αποκάλυψα σου εγγυάται πως δεν ήρθα να σε βλάψω !  Οι φήμες για όσα κακά κάνει στην<< κοιλάδα του θανάτου>> ο δόκτορας Γουόλς, μ’ έφεραν ως εδώ! Σαν μου δώσεις τις πληροφορίες που θέλω, θα φύγω ! >> Έδειξε να ξαφνιάζεται η γυναίκα και τον ρώτησε με έντονη ζωηρότητα : << Και τι σχέση έχω εγώ με το δόκτορα ; Αν θέλεις αυτόν όπως λες, γιατί δεν πας στο σπίτι του, στην<< κοιλάδα του θανάτου>> να τον συναντήσεις; >>  << Πρέπει να μου εμπιστευθείς κάποια πράγματα πρώτα και μετά θα τον επισκεφτώ. Η πόλη ξέρεις έχει φθάσει στα πρόθυρα της τρέλας για όσα ακούγονται πως κάνει ο δόκτορας κι οφείλω να πάρω μέτρα για να προστατέψω τους πολίτες της!  Κι απ’ ότι ξέρω κι εσύ βλέπεις με καχυποψία τις μεταλλάξεις του ! >>

          Αργά και με δισταγμό τότε η γυναίκα πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. Τον άφησε με ευγένεια να περάσει μέσα και του ‘δειξε μια μαύρη σιδερένια καρέκλα να καθίσει. Η ίδια τότε στάθηκε όρθια κοντά στο παράθυρο κι αφού τράβηξε την κουρτίνα να νιώσουν ασφαλείς, τον ρώτησε με χαμηλό τόνο στη φωνή της : << Ώστε οι φήμες μιλούν για τα τέρατα που φτιάχνει ο δόκτορας Γουόλς ; >> Ο άρχοντας της πόλης δεν της απάντησε γιατί απορροφημένος όπως ήταν να κοιτάζει το χώρο του εργαστηρίου που τον έβρισκε κακόγουστο, φάνηκε πως δεν  την άκουσε.

          Η προσοχή του εστιάστηκε πρώτα στο απέναντι μέρος από εκεί που καθόταν όπου πλήθος από γυάλινα και σιδερένια όργανα χημείας και μικροβιολογίας κατάσπαρτα ή ταχτοποιημένα στα ράφια και στα τραπέζια, έδειχναν πως κάποιο πολύπλοκο πείραμα ήταν σε εξέλιξη. Κι    αυτό φαινόταν να το επιβεβαιώνει και η βιτρίνα στα δεξιά που είχε φορτωμένα στα ράφια της διάφορα ταριχευμένα ζώα, όλα μεταλλαγμένα που η θέα τους τρόμαζε και τον πιο ψύχραιμο θεατή. Αηδιασμένος απ’ αυτό το θέαμα ο δήμαρχος  έστρεψε τα μάτια του προς στα αριστερά μήπως δει κάτι πιο συμβατικό κι ανάλαφρο. Αλλά κι εδώ τα ίδια και χειρότερα !   Μέσα  σ’ ένα  σιδερένιο κλουβί ο μεταλλαγμένος σκίουρος, καταφοβισμένος έτρεμε ολόκληρος. Και τότε το μάτι του επισκέπτη αποτραβήχτηκε μ’ ένα έντονο τακτ από το αποτρόπαιο αυτό θέαμα για να πέσει με τρυφερότητα πάνω στην όρθια γυναίκα. Αυτή συναισθανόμενη το φόβο και την ανησυχία του επισκέπτη της, και, για να τον απαλλάξει από τα άσχημα συναισθήματά του, τον ξαναρώτησε με φιλική διάθεση : << Ώστε οι φήμες για τα τέρατα του δόκτορα Γουόλς,  σ’  έφεραν εδώ, δήμαρχε ; >>  << Όπως σου είπα, ναι ! >> της αποκρίθηκε ζωηρά και με φιλική διάθεση εκείνος  και  την  κοίταξε  με συμπάθεια.  << Κι αν ξέρω κάτι>> συνέχισε η γυναίκα,<< δε νομίζεις πως έχω ηθική υποχρέωση να μη το πω ; >> << Ηθική υποχρέωση έχεις να το πεις, και να μιλήσεις>> επέμενε και ο δήμαρχος <<γιατί ο δόκτορας κάνει επώδυνες μεταλλάξεις και πρέπει να τον σταματήσουμε! Το μέγεθος του κακού που κυοφορεί όλη του η πειραματική μέθοδος της μετάλλαξης, το ξέρεις θαρρώ εσύ πολύ καλύτερα, από μένα ! >>

          Πλησίασε τότε η γυναίκα στο πάγκο του εργαστηρίου, πήρε ένα νυστέρι από μια μεταλλική θήκη και το κράτησε σφιχτά από τη λαβή του με αρκετή κυνικότητα και δεξιοτεχνία, στρέφοντας με αρκετή προκλητικότητα την κοφτερή του κόψη προς το μέρος του επισκέπτη. Εκείνος έδειξε να φοβήθηκε, αλλά γρήγορα η γυναίκα τον καθησύχασε, ψιθυρίζοντάς του με αυτοπεποίθηση : << Μπορούμε να τον απειλήσουμε οι δυο μας, αν το θες ! >>

          Η ένταση και το πάθος για εκδίκηση που έδειχνε η φωνή της, επέδρασαν άσχημα στην ψυχή του και το ‘δειξε με μια δυσφορία που απλώθηκε στα μάτια του. Συνηθισμένος όμως να ξεπερνά εύκολα τέτοιες δυσάρεστες στιγμές και ξαναβρίσκοντας τη διάθεσή του σαν της αναγνώρισε κάτι καλό στην  πρόθεση που έκρυβαν τα λόγια της, της είπε με οίκτο και δείχνοντας την ανησυχία του : << Η απειλή θα φέρει όμως την απειλεί ! Και ποιος μπορεί να προβλέψει τα αποτελέσματά της ; >>

          Έκανε τότε ένα βήμα προς το μέρος του η γυναίκα και σαν σταμάτησε, πάτησε γερά στα δυο της πόδια, πλησίασε ύστερα το κοφτερό νυστέρι στο δείχτη του αριστερού της χεριού και χάραξε μια μικρή πληγή. Οι δυο σταγόνες αίμα που έτρεξαν κι έβαψαν κόκκινο το δάχτυλό της, φάνηκαν να φόβισαν τον επισκέπτη της που έδειξε μ’ ένα του αδρό χαμόγελο την πλήρη υποταγή του στη γυναίκα αυτή. Και πριν καλά –καλά της το ανακοινώσει, άκουσε τη μεταλλική φωνή της να του λέει : << Φεύγω για  την << Κοιλάδα  του  θανάτου>> θες να  με ακολουθήσεις ; >>  Αποφασισμένος πια να την ακολουθήσει ο επισκέπτης, σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο, κοιτάζοντας με κάποια επιφύλαξη έξω το πηχτό σκοτάδι. Ύστερα από μια μικρή σιωπή κι ενώ η γυναίκα πήγαινε προς το ξύλινο τραπέζι, της ψιθύρισε χαριτολογώντας :    <<  Μεσάνυχτα ; Δε  φοβάσαι ; >>  << Τι να φοβηθώ ; >> του αποκρίθηκε με αποφασιστικότητα εκείνη. << Ίσα- ίσα που θα απολαύσω μια βραδινή ομορφιά μυστηρίου ! >>

          Χαμογέλασε μ’ ένα ύφος υπεροχής και άρχισε να βάζει και να γεμίζει το σακίδιό της με τα προσωπικά της είδη. Έτσι αφού έσυρε το φερμουάρ και τα ασφάλισε, έριξε το σακίδιο στον ώμο της και τραβώντας προς την πόρτα, παρακάλεσε τον επισκέπτη της να την ακολουθήσει, λέγοντάς του σιγά –σιγά και αργά : << Έλα, πάμε ! Δε σε τρώει η περιέργεια να δεις τα τέρατα του δόκτορα Ζιρώ ; >>

         

 

                                                * * *       

 

 

          Περπατούσαν  δίπλα – δίπλα, τυλιγμένοι στο πηχτό σκοτάδι, γρήγορα κι αμίλητοι. Το τσουχτερό κρύο τους ήταν ανυπόφορο και η υγρασία τους δυσκόλευε την όραση και την αναπνοή. Η σιωπή που απλωνόταν παντού, τους μεγάλωνε το φόβο, ανεβάζοντας το συναίσθημα ανασφάλειας που ένιωθαν κατακόρυφα. Κι εκεί που φύλλο δε σάλευε, τα ξαφνικά και δυνατά ουρλιαχτά των λύκων που ξεσπούσαν ανελέητα μέσα από τα θεόρατα δέντρα, έκαναν τις καρδιές τους να χοροπηδούν και να χτυπούν σαν τρελές από το φόβο τους. Σε λίγο όμως τα βάσανά τους θα έπαιρναν τέλος αφού κοντοζύγωναν στο σπίτι του δόκτορα, έχοντας όμως να περάσουν πρώτα το γεφύρι του αφιλόξενου ποταμού που κυλούσε ορμητικά τα νερά του στις άγριες όχθες του και που εθεωρείτο ένοχος για πολλούς και μυστηριώδεις πνιγμούς και θανάτους. Έτσι σαν άφησαν πίσω τους το ποτάμι φάνηκε το σπίτι μπρος τους με τη βαριά του σιδερόπορτα κλειστή να τους περιμένει. Η γυναίκα τότε αφού την πλησίασε, πληκτρολόγησε τον κωδικό εισόδου στο μέρος της κλειδαριάς κι αφού την άνοιξε, πέρασαν και οι δυο μέσα, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς.

          Μπήκαν σ΄ ένα μεγάλο και φαρδύ διάδρομο διακοσμημένο με νωπογραφίες που παρίσταναν άγρια σαρκοβόρα ζώα και δηλητηριώδη φίδια. Τον πέρασαν γρήγορα για να φτάσουν σ’ ένα μικρό καθιστικό με παλιές πολυθρόνες και μαύρες κουρτίνες κρεμασμένες στους τοίχους του. Αριστερά της εισόδου και στη μέση του τοίχου μια τετράγωνη οθόνη έδειχνε το δόκτορα Γουόλς, καθισμένο στην πολυθρόνα του να κρατά στα χέρια του ένα καταπράσινο φίδι και με πρωτοφανή βία να προσπαθεί να του ανοίξει το στόμα.

          Απόρησε ο δήμαρχος με τις μεσονύκτιες  << φιλοζωικές  δραστηριότητες >> του δόκτορα και ρώτησε τη γυναίκα που έδειχνε νευρικότητα και ανησυχία : << Έτσι φέρεται στα ζώα του ο δόκτορας ; Πως      τον ανέχονται και δεν τον κομμάτιασαν ακόμη ;>> Πλησίασε κοντά στην οθόνη η γυναίκα κι αφού έδειξε με το χέρι της το Ζιρώ, του είπε, έξαλλη : << Με είχε στο χέρι του το τέρας !  Με εκβίασε και υπέγραψα τη συνεργασία μαζί του ! Τώρα δε μου απομένει παρά να τον εκδικηθώ ! >>

          Η εικόνα εκείνη τη στιγμή στην οθόνη άλλαξε, δείχνοντας μια ψεύτικη συμφιλίωση του δόκτορα με τα μεταλλαγμένα ζώα του. Κάτω από το βάρος του χρόνου και με εμφανή τα σημάδια της φθοράς του στο άσχημο πρόσωπό του, καθισμένος στην ίδια δερμάτινη πολυθρόνα του, πειραματιζόταν τώρα με τα ανθρωποειδή του!  Όλα με φανερά τα συμπτώματα της μετάλλαξης στα σώματά τους, παραμορφωμένα και πληγιασμένα, χοροπηδούσαν γύρω του σαν τρελές μαζορέτες καθώς ο ήχος που εξέπεμπε ένας πομπός και τον χειριζόταν ο δόκτορας τους ερέθιζε τ’ αυτιά.

          Απορροφημένος  να κοιτάζει τον παρανοικό Γουόλς  και τα πειθήνια ανθρωποειδή του, ο δήμαρχος δεν αντιλήφθηκε την απομάκρυνση της γυναίκας και συνέχισε για αρκετή ώρα μόνος του να βλέπει τα κακόγουστα πειραματόζωα. Κι εκεί που μύριες σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του, αντιλαμβάνεται έντρομος την εικόνα ν’ αλλαζει και να διαδραματίζεται ένα θρίλερ άνευ προηγουμένου. Ένα θρίλερ που πρωταγωνιστούσε η γυναίκα και είχε σαν θύμα το δόκτορα Γουόλς. Αφήνοντας τα άγρια ένστιχτά της να εκδηλωθούν τον έπνιγε με τα δυο της χέρια  και αποζητούσε πάση θυσία το θάνατό του που ήταν ζήτημα λεπτών. Η αντίσταση του δόκτορα όσο περνούσε η ώρα γινόταν λυσσαλαία, αλλά κάτω από την σκληρή κυνικότητα  και αγριότητα που έδειχνε η γυναίκα υπέκυψε μέσα σε ξέφρενες κραυγές υστερίας και πόνου! Και τότε όλα τα ανθρωποειδή του με ένα παραλήρημα παραλογισμού έπεσαν πάνω στο κουφάρι κι αφού το ξέσκισαν με νύχια και με δόντια σκόρπισαν ύστερα τις σάρκες του γύρω τους με πρωτοφανή αγριότητα.

          Και σαν ο θάνατος βρήκε το δόκτορα και ολοκληρώθηκε ο τεμαχισμός του, αποτραβήχτηκαν όλα από το ματωμένο πεδίο του καννιβαλισμού και αποχαυνωμένα από ένα αίσθημα ικανοποίησης, περιτριγύρισαν τη φοβισμένη γυναίκα που τα αγκάλιασε και τα κοιτούσε με οίκτο και ενοχή μαζί.

 

            Χριστουγεννιάτικο  διήγημα

                                    Ερμελίντα      197 χριστούγεννα Στοκ Φωτογραφίες - Δωρεάν και δωρεάν Στοκ Φωτογραφίες από  το Dreamstime

                                             Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

 

         --- Τέσσερις μήνες δάσκαλος! και δεν τ’ αντέχεις το  χωριό, λες λεβέντη μου. Αμ ρώτα κι εμάς που θα μείνουμε εδώ ώσπου να μπούμε στο λάκκο μας!

          Είπε αυτά ο Θανάσης ο κινητός εμποράκος  και γέλασε μ’ ένα σπαρταριστό γέλιο.

          --- Άσ’ το παιδί, Νάσο, μίλα του πιο γκαρδιακά γιατ’ έχει δίκιο. Δε βαστιέται άλλο αυτή η ζωή εδώ! Καλά το λέει! είπε τώρα ο Αλέκος ο ψάλτης και τεντώθηκε στην καρέκλα του σαν ανώτατος δικαστικός.

         Η Κούλα η καφετζού χαμογέλασε. Ο νους της άναψε για  κουβέντα.

Άφησε τον πάγκο και κάθισε στο τραπέζι. Τα κατακόκκινα μάγουλά της είχαν λαμπαδιάσει γιατί τα ‘χε τσούξει. Ήταν όμορφη και νέα. Θαμμένη όμως πίσω από το παράθυρο να τραβάει το μπερντεδάκι, ήξερε τι εστί ζωή σε χωριό άψυχο σαν γρανίτης. Και είπε σιγαλά και με στοχασμό:

        --- Είναι νέος, γραμματισμένος με κουρδισμένη καρδιά από αόρατη δύναμη να δείχνει τη σοφία στα παιδιά και να τους μαθαίνει να θαυμάζουν τον Αυγερινό και να σιχαίνονται την Άβυσσο. Όμως εδώ που ήρθε χαντακώθηκε, η νιότη του λαβώνεται και η σοφία του μαραίνεται. Τόπος είναι αυτός για ένα τέτοιο πριγκιπόπουλο που το βλέμμα του σταλάζει ανάλαφρη την αφτέρουγη Νίκη! Κι αν αγαπάει; Τι τον κρατάει εδώ!

       Καυτή η ανάσα της έπεσε πάνω μου. Θάρρεψα και είπα:

       --- Δε λέω… καλό το χωριό, αλλά να, τρεις μέρες τώρα κάνει κατακλυσμό, ο ουρανός και η γη έσμιξαν, ο φουσκωμένος χείμαρρος γκρέμισε το γεφύρι, ο δρόμος έκλεισε και αύριο είναι παραμονή Χριστουγέννων. Πώς θα πάω σπίτι μου;

       Είχε σουρουπώσει. Η Κούλα σηκώθηκε ν’ ανάψει το φως και οι τρεις μας τραβηχτήκαμε κοντά στο παράθυρο να δούμε τη βροχή.  Αυτή αγρίεψε λες και ήθελε να βουλιάξει τον κόσμο. Τότε ο ψαλτάκος του χωριού αναστέναξε και είπε με βροντηχτή φωνή:

     ---  Πού να πάει με τέτοιο τρόμο ο δάσκαλος! Δίκιο έχει! Θάνατος είναι το χωριό μας και εδώ που ήρθε κακώς ήρθε! Στο μέρος μας ούτε ο διάβολος δε ζυγώνει!

     Ο εμποράκος άπλωσε το δεξί του πόδι στο σκαμνί και κοιτώντας για λίγο την Κούλα που ερχόταν χορεύοντας, μου είπε με τη φωνή του βραχνή:

     --- Περνάς δυσκολίες, δάσκαλε! Αλλά και το ψωμί δε βγαίνει έτσι! Δεν είσαι γιος προύχοντα, υπομονή.

    Ήρθε η Κούλα σιγοτραγουδώντας << στου παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας … >>  και με το κατρούτσο γεμάτο κρασί. Κάθισε. Έξω η φύση κολυμπούσε σαν γοργόνα μέσα στο νερό.

    --- Κακόμοιρο παιδί! μου ψιθύρισε.  Σε καταλαβαίνω. Φουρτούνα η καρδιά σου τσακίζει καράβια! Μπορεί να φτιαχτεί το γεφύρι και να φύγεις!

    Οι άλλοι γέλασαν με γέλιο σκληρό.

    --- Αδύνατον! ψέλλισε ο ψάλτης.

   --- Όταν γκρεμίζεται αργεί να στερεώσει, συμπλήρωσε ο εμποράκος.

   --- Τότε σαν δε φύγει ο δάσκαλος να κανονίσουμε τα Χριστούγεννα να τον πάρουμε στο σπίτι του κάποιος. Είναι αμαρτία να τον βρει μαγκούφη η γέννηση του θείου βρέφους.

  Οι άλλοι δύο δεν απάντησαν. Κοίταζαν έξω. Έδειχναν να θρηνούν θυμωμένοι την καταστροφική νεροποντή. Μετά από λίγο σηκώθηκαν και αφού καληνύχτισαν, διπλώθηκαν στα χοντρά τους πανωφόρια κι έφυγαν.

    Η καφετζού με είδε που με αφήσανε μόνο και τράβηξε την καρέκλα της κοντά μου. Είπα θα με έπαιρνε στην αγκαλιά της.

    --- Κάνε υπομονή, δάσκαλε! Σε τούτο το χωριό και οι πιο δυνατοί αντρακλάδες λυγίζουνε. Βγες αύριο μια βόλτα στις αυλές να δεις τις γυναίκες να ξεφουρνίζουν τις χριστοκουλούρες να γιατρευτείς από τη μοναξιά σου!  Τι άλλο να σου πω. Για τα Χριστούγεννα δε σου λέω. Έχει ο παππούς μου τα μάτια του κλειστά μέρες τώρα και τον περιμένουμε. Μπορεί να ‘χουμε κηδεία τη μέρα της Γέννησης.

    Έκανε το σταυρό της, ζέστανε τις παλάμες της κοντά στο στόμα της και μ’ άφησε πηγαίνοντας στον πάγκο της.

    Κοίταξα έξω. Ίσκιοι μετεωρίζονταν στον αέρα, κύματα νερού σαν κουρελιασμένες άσπρες σημαίες έπεφταν στη γη. Δυνατά μπουμπουνητά τράνταζαν τον ουρανό, αστραπές σε σχήματα φιδιών φώτιζαν το σκοτεινό ορίζοντα. Μέσα μου μια αγιοσύνη πάλευε να με ημερέψει και να με στείλει καβαλάρη σαν τον Αι- Γιώργη να σκοτώσω το δράκο που παραμόνευε στους τέσσερις τοίχους του σχολείου, που ήταν και το κατάλυμά μου.

 

                                                      = = =

       Τα Χριστούγεννα χιόνιζε. Το ‘χε στρώσει και ψιλό- ψιλό χιονόνερο έπεφτε στους δρόμους, στις στέγες και στα φύλλα των δέντρων. Ένα ανάλαφρο αεράκι που φυσούσε κυνηγούσε τις νιφάδες και τις έκανε να χορεύουν τρελά σαν κρόσσια λευκά. Πίσω από το παράθυρο εγώ κοιτούσα και επούλωνα τις πληγές μου. Που και που  περνούσε και κάποιο πουλί, κοράκι ή περιστέρι και γινόμουν ένα μαζί τους. Ένιωθα τη ζεστασιά της  κοιλιάς τους κι άκουγα το ανάδεμα των φτερών τους.

     Καμπάνα δεν ακούστηκε. Ο παπα Βαγγέλης δεν ήρθε. Οι χωρικοί δε θα πήγαιναν στην εκκλησιά να προσκυνήσουν το θείο βρέφος. Πάλι τα μαχαίρια θα ‘βγαιναν στους δρόμους να καρφώσουν τη σιωπή.

     Πήγα κοντά στο χάρτη, άπλωσα το δεξί μου χέρι, πήρα σβάρνα τα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου, τη βόρεια, την κεντρική και τη νότια Ελλάδα και είπα μέσα μου: << Εδώ γεννιέται σήμερα ο Χριστός. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ τω νεογέννητω Χριστώ τω  Βασιλεί και Θεώ ημών! >> και έκανα το σταυρό μου. Ύστερα πλησίασα τη φάτνη στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και έπιασα το τροπάριο: << Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών… >>

       Κάτι άνθισε μέσα μου σαν τελείωσα κι όλα γύρω μου, μου φάνηκαν πως τα αγκάλιασε ένα μουράγιο. Μια αναπνοή ήρθε από το μέρος της χάρτινης φάτνης κι έσμιξε με τη δική μου. Μαζί της  ένα τρυφερό χάδι μου χάιδεψε το μάγουλο. Κ’ ύστερα κάτι σαν φωτεινός άγγελος να στάθηκε στο παράθυρο.

      Κάθισα στην ξεγοφιασμένη καρέκλα. Έξω η ιστορία της ζωής που ζούσε τη δική της ζούγκλα συνεχιζόταν. Και μέσα η δική μου. Η φτωχή δασκαλική. Κι εγώ ο ήρωάς της ένας ηθικός και αιδήμων! Άμεμπτος και υπηρεσιακός! Ο παραλυμένος της ερήμου!  Μόνος μ΄ ένα σχισμένο κατοστάρικο και το κίτρινο γράμμα του φίλου στην τσέπη.

     Το πόμολο της πόρτας με ξάφνιασε.

      --- Ποιος είναι; φώναξα.   

      Άνοιξα. Δειλή και ταπεινωμένη η μορφή που στάθηκε εμπρός μου.

      --- Ερμελίντα! Εσύ είσαι αστροφεγγιά μου! ψέλλισα τρέμοντας και την αγκάλιασα με τη βελουδένια μου ματιά. Έλα πέρασε…

     --- Όχι! Ήρθα να σου πω χρόνια πολλά και να σου φέρω γαλοπούλα ψητή  και κρασί. Τι θα πει το χωριό αν μπω μέσα!

    Είδα τους χωρικούς κρεμασμένους στα παράθυρα να τεντώνουν τα αυτιά τους ν’ ακούσουν και να γουρλώνουν τα μάτια τους να δουν. Γέλασα και την κοίταξα αναπνέοντας τη ζεστή μυρωδιά του κορμιού της.

     --- Έχεις δίκιο! Δεν είναι εδώ πολιτεία που κρύβει τις ντροπές. Εδώ είναι το τέρας με πλήθος μαστούς και πλήθος κεφάλια.

     Ζύγωσε ν’ ακουμπήσει τα πεσκέσια της στο πρεβάζι του παραθυριού κι εγώ νόμισα πως έσκυψε να με φιλήσει. Το μπράτσο της ακούμπησε στο δικό μου, ο λαιμός της έλαμψε ολόλευκος, το πρόσωπό της διέγραψε τροχιά σαν ήλιος πρωινός. Όταν σηκώθηκε στάθηκε μπροστά μου αμίλητη σαν φλεγόμενη λαμπαδίτσα. Έτρεμε λίγο και δάγκωνε τα ροδαλά της χείλια με μια μεσούρανη χαρά.

     --- Ο τόπος μας είναι ανήμερο θεριό που τρώει! Τρώει ό,τι βρει. Το ξέρεις!

    --- Το ξέρω, Ερμελίντα! Αλλά τι τρώει;

    --- Την αγάπη και τη νιότη! Τι άλλο να φάει!

    Από το βορρά χίμηξαν κύματα σαν ομηρικά άλογα οι τούφες με τις χιονονιφάδες. Της σκέπασαν τα ξανθά της τα μαλλιά και την έκαναν όμοια θεά. Σήκωσε τους ωραίους της ώμους έτοιμη να φύγει. Η φωνή της ακόμη τιτίβιζε στο νοτισμένο αέρα.

     --- Τα λόγια σου ακούστηκαν σαν κόρδες δοξαριού και τόσο αληθινά!  Άμα θες έλα μέσα να πούμε για το αόρατο ανήλεο χέρι που μας σπρώχνει εμάς τους νέους στην άβυσσο τη φριχτή.

    --- Δεν μπορώ! Είμαι λαβωμένη κι εγώ και η περηφάνια μου! είπε και το πρόσωπό της πήρε την όψη μαραμένου λουλουδιού.

    Δυο κοράκια πέταξαν από πάνω. Τα πήρα για καλό σημάδι και της είπα, ενώ έκανε το πρώτο βήμα να φύγει:

    --- Είναι γούρι, έλα!

    --- Όχι! Δεν μπορώ να το κάνω! Να ξέρεις όμως …πως… είπε κι έκοψε τη φράση της στεγνά. Και μ’ ένα αργό λικνιστό βάδισμα βγήκε έξω από την αυλή.

    --- Σ’ ευχαριστώ! της φώναξα και κοιτούσα τη γραμμή που άφηναν τα χορευτικά πηδηματάκια της.

     Κι  εκείνο το σώμα πως χανόταν! Με τα στήθη εύσαρκης Αφροδίτης, με τις φευγαλέες καμπύλες των μεριών του!   << Αχ >> ψιθύρισα << γιατί δεν κάθισε να της παίξω το τραγούδι της φωτιάς με τη φυσαρμόνικα της αγάπης! >>

     Μπήκα μέσα. Έπεσα στο κρεβάτι και την καλούσα:  << Ερμελίντα! Ερμελίντα! >> Μου  κόπηκε η ανάσα, η καρδιά μου σφίχτηκε, ένας αβάσταχτος πόνος  μου γύρισε τα σωθικά. Έρημος καυτή με πλάκωσε. Τα αστέρια του Σταυρού του Νότου τρίφτηκαν. Είχα την αίσθηση πως τα κανάλια των σκληρυμένων  μου φλεβών έσταζαν σταγόνες αίμα.

                                                    

                                                      = = =

 

         Η κλεψύδρα του χρόνου μ’ έφερε στην πόλη. Πήρα την πρώτη τάξη με παιδιά που ξεχείλιζαν φως! Και ως ακούμπησα το βλέμμα μου πάνω στο πρώτο θρανίο ένα κοριτσάκι, γιασεμί ολόλευκο, με ματάκια δυο γαλάζιες χαντρούλες, σκλάβωσε το είναι μου. Ταράχτηκα κι όσο τα φωτεινά του μάτια με κοιτούσαν, το ρώτησα:

              --- Πώς σε λένε;

              --- Αγάθη!

              --- Τη μάνα σου;

              --- Ερμελίντα!

              --- Πες της να έρθει αύριο στο σχολείο! Τη θέλω! 

              Ήρθε. Σταμάτησε μπροστά μου αμίλητη και πήρε μια όψη αγάλματος. Όταν στα ρόδινα χείλη της χάραξε ένα πικρό γέλιο  με ρώτησε:

             --- Εσύ εδώ;

             --- Ναι. Έτσι το θέλει η ζωή!

             Το ποδοβολητό του χρόνου ακούστηκε για λίγο και μετά σταμάτησε.

            --- Έπρεπε τότε να μπω μέσα, θυμάσαι;  Για εκείνα τα Χριστούγεννα μιλάω…

            --- Δεν το έκανες όμως…

            --- Φοβήθηκα! Έπρεπε όμως!

            --- Τώρα το λες! Τότε δεν μπορούσες να το κάνεις!

            --- Γιατί δεν μπορούσα;

            --- Γιατί  είχες πει πως το χωριό είναι θεριό και τρώει! Και να που μας έφαγε και τους δυο!

            --- Ναι, το είχα πει.

            Έβγαλε από την τσάντα της ένα μπιλιετάκι λευκό ποτισμένο με δυο σταξιές δάκρυ και μου το  ‘δωσε.

            --- Διάβασ’ το! Δεν σ’ το ‘δωσα τότε!  

            Ξέσπασε σε λυγμούς και σε τρανταχτά αναφιλητά κι εγώ διάβαζα: << Σε σένα που έφερες την Ανατολή στη ζωή μου. Σε  σένα που άγγιξες τα ενδόμυχα της ψυχής μου. Σε σένα που μ’ έλουσες με το φως της αιώνιας αγάπης!  Με αγάπη. Ερμελίντα >>.

           --- Μ’ αγαπούσες;

           Σκούπισε τα μάτια της και μ’ αγκάλιασε με το μπλε των ματιών της, χωρίς να πει << ναι >>. Ύστερα με ρώτησε:

          --- Εσύ τι κάνεις;

          --- Ρίχνω βάλσαμο στα πάθη της παιδείας.

          --- Δε ρωτώ αυτό.

          --- Αλλά τι;

          --- Πώς τα περνάς; Αν έκανες οικογένεια;

          --- Όχι ακόμη!

          --- Πώς κι έτσι;

          --- Όποια φλογίτσα ανάβω αφήνει στάχτη, πολύ στάχτη.

          --- Τα δικά μου τα ξέρεις: άντρας, παιδί και σε λίγο κι άλλο παιδί,  και τύλιξε με τα χέρια στην κοιλιά της το αγέννητο σπλάχνο της.

          Έπεσε σιωπή. Και ύστερα δυο μάτια, τα δικά της μάτια που κολυμπούσα μέσα τους κι έμοιαζαν σαν δυο μικρές λιμνούλες απομακρύνθηκαν. Κι αμέσως ένα αεράκι ομορφιάς που φύσηξε στα λυμένα της μαλλιά άρχισε να μαστιγώνει τη ζωή μου ανελέητα.

 

       ellinikoxronografima,blogspot.gr     panant1947@gmail.com

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

 

       Χρονογράφημα

                               Πού να γράψουν, με ποιον να μιλήσουν; Ποίηση Εικόνες, Φωτογραφίες και Ζωγραφιές με Ποίηση

                                                  Παναγιώτη Αντωνόπουλου

         << Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους, δε βγαίνουν, φοβούνται, δεν παραδίδουν τίποτα. Με ποιον, με ποιον να μιλήσω; >> [Μιχάλης Κατσαρός]. Το ίδιο και οι λογοτέχνες. Σκοτεινοί περιφέρονται στους δρόμους, ούτε τη χορδή μιας σειράς δεν χτυπάνε, ούτε ένα θρήνο ανθρώπου σε μια σελίδα δεν θυμίζουν πως συμβαίνει. Τα περιοδικά έγιναν κλειστά κλαμπ, τα μέλη μικρές φατρίες, προτιμούνται να γράφουν οι ημέτεροι Σαδδουκαίοι, απέξω μένουν οι μάχιμοι ειρηνιστές που δεν τους θέλουν  και σε υπόγεια με πυρσούς σβηστούς τους έχουν φυλακίσει.

      Σήμερα από τα παλιά καλά περιοδικά έχουν μείνει μόνο τ’ απολιθώματά τους. Ενάντια στον καιρό που έφυγε φλύαρος έγραφαν σ’ αυτά, ποιητές και λογοτέχνες, χίμαιρες κυνηγούσαν με το πολύβουο σμήνος της γραφής τους, στα τρυφερά πλοκάμια μιας όμορφης ζωής σε ταξίδευαν. Στις μέρες μας πού να γράψουν, με ποιον να μιλήσουν; Έτσι η ποιητική τους δημιουργία μένει ακίνητη, το πολύβουο σμήνος της γραφής τους δε φτάνει πουθενά, οι αναγνώστες έπαψαν να γεύονται τα φανταστικά όμορφα ταξίδια της ζωής μέσα από τις σελίδες τους. Έτσι η ποιητική δημιουργία με την απελευθερωτική της δύναμη δεν έχει χώρο στις σελίδες τους για να  γράφουν: << Μυρωμένο χορτάρι του στήθους μου, φύλλα από σένα κορφολογώ, τα γράφω για να διαβαστούν καλύτερα μετέπειτα. Φύλλα του τάφου, φύλλα του κορμιού που φυτρώνετε πάνω από μένα και πάνω από το θάνατο … >> [ Γουίτμαν ].

     Ο τύπος χαλαρός αλλά αγωνιστικός, βλέπει τους ποιητές και λογοτέχνες να τριγυρνούν  σ’ άγνωστους δρόμους, κραυγάζοντας και ζητούντες χώρους να γράψουν, τους δίνουν, αλλά δεν είναι επαρκείς. Στερείται όμως το αναγνωστικό κοινό, την κομψότητα, την αμεσότητα και την ευθυβολία της σκέψης τους και μένει πτωχό στο πνεύμα.

    Με ποιον, με ποιον να μιλήσουν άδοξοι ποιητές και ένδοξοι ξεχασμένοι συγγραφείς, όταν <<από θεούς και ανθρώπους μισημένοι, σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλέν, τους απομένει πλούτος η ρίμα, πλούσια  και  αργυρή. Οι  Ουγκώ  με << Τιμωρίες >> την τρομερή των ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια  λυπητερή  μπαλάντα  στους  ποιητές  άδοξοι  που ‘ναι… >> [ Καρυωτάκης ].

    Τούτοι οι φύλακες του πνεύματος, που διαφυλάττουν την ελευθερία του ανθρώπου, μέσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και εχθρικές λεγεώνες, με τα πουλιά άλμπατρος μοιάζουν. Ο άνεμος δικός τους ας αφήσουμε όμως τον Μπωντλέρ να  τους  τραγουδήσει:          << Συχνά για να διασκεδάζουν, οι άντρες του πληρώματος/ πιάνουν μερικούς άλμπατρος, πελώρια πτηνά των θαλασσών/ που ακολουθούν, νωχελικοί ταξιδιωτικοί σύντροφοι/ το πλοίο που ολισθαίνει επάνω στα πικρά χάσματα//. Ευθύς μόλις τους τοποθετήσουν πάνω στο σανίδωμα/ αυτοί οι βασιλιάδες του γαλάζιου, αδέξιοι και συνεσταλμένοι/  αφήνουν αξιολύπητα τις μεγάλες φτερούγες τους/ να σύρονται δίπλα τους σαν κουπιά//. Αυτός ο  φτερωτός ταξιδευτής πόσο αδέξιος και άνευρος είναι! //  Αυτός, ο προ ολίγου όμορφος, πόσο κωμικός και άσχημος είναι!// Ένας ενοχλεί το ράμφος του με μία πήλινη καπνοσύριγγα//. Άλλος μιμείται, σαν χωλός, τον ανάπηρο που πετούσε!// Ο ποιητής είναι όμοιος προς τον άρχοντα των νεφών / που στοιχειώνει την θύελλα και περιγελά τον τοξότη//. Εξορισμένος επάνω στη γη, εν μέσω εμπαιγμών/ με  τα  γιγάντια  φτερά του να  τον  εμποδίζουν να βαδίσει //.

        ellinikoxronografima.blogspot.gr               pananr1947Qgmail.com

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

 

        Χρονογράφημα

                      Ο Χειμώνας, η σόμπα και οι φλόγες πετρελαίουα δ ι ά β α σ τ ο ι: Το σχολείο όπως ήταν στην εποχή των παππούδων μας...

                              Παναγιώτη Αντωνόπουλου

          Ασκητής από τα τριάντα μου. Το πρώτο ασκηταριό μου ένα χωριό πάνω σε σουβλερoύς βράχους σαν καρφιά και γύρω – γύρω λασπότοπος που στις ξέρες του φύτρωναν γαϊδουράγκαθα. Ασυντρόφευτος, μίλαγα με τα μονοκόμματα λιθάρια, τις κρυμμένες κίσσες στα πουρνάρια, μάζευα το σκόρπιο κοπάδι του τσοπάνου, όταν δεν είχα μάθημα κι έτρεχα με τα αρνάκια στις χέρσες αναβόλες.  Το σχολείο ερείπιο, οι σκισμές στους τοίχους χάσκουσες πληγές, οι πόρτες και τα παράθυρα σάπια ανέμιζαν σαν φαντάσματα στο δόντι του βοριά. Η κουζίνα φτωχή, μ’ ένα καμινέτο φαγωμένο από τη σκουριά, το τηγάνι κολοβό, το γυάλινο ποτηράκι με ραγισμένες ουλές στα χείλη του, το πιάτο πλαστικό να αντέχει στο χρόνο.  Με το κολοκοτρωναίικο σουγιαδάκι έκοβα φετούλες το ξερό ψωμί μου, μ’ ένα κουταλάκι από λαμαρίνα ανακάτωνα το βραστό μακαρόνι. Τη μισή βδομάδα όσπριο, αβγό και κονσέρβα, την υπόλοιπη, ότι με φίλευε ένας φτεροπόδαρος ορεσίβιος του βουνού.

                 Ο Χειμών έφθανε κακιωμένος μ’ όλο το πολικό του ψύχος σφυρηλατημένο σε σουγλιά που μου τρυπούσαν το κόκαλο. Η σόμπα γερασμένη, το μπουρί λιωμένο, το καύσιμο λίγο,  που να βρει ισχύ να δουλέψει με ρέγουλο. Η ατελής καύση την έκανε Αίτνα, ο χώρος ντουμάνιαζε οσμώσεις πετρελαίου και καπνού, το τοξικό νέφος ξεχυνόταν σαν πολυπλόκαμο τέρας στα κεφάλια των μαθητών.  << Δάσκαλε, κουνάβια πιάνεις! >>  με ενέπαιζαν οι χωρικοί και έσκυβαν να δουν απ’ το παράθυρο αν  παιδιά και δάσκαλος είμαστε ψητοί ή ζωντανοί.  

                  Ώσπου το ριζικό μου μ’ έριξε σε βάσανο μεγάλο. Το κρύο ανήμερο θηρίο δε δαμαζόταν τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, η σόμπα κλάταρε, ο διακόπτης που ρύθμιζε το καύσιμο λάσκαρε και οι φλόγες υψώθηκαν στο ταβάνι. Οι μαθητές πετάχτηκαν έξω σαν ποντικοί κι εγώ διπλώθηκα πάνω στη φλεγόμενη μολότωφ σαν μηχανουργός να τη διορθώσω. Ένα μπουφ και μια άξαφνη αστραψιά με κόλλησε στον τοίχο. Μου κόπηκε η αναπνοή, τη συντέλεια είδα τη δική μου και του σχολείου. <<Ο δάσκαλος καίγεται!>> ξεσύρθηκε στ’ αυτιά μου η φωνή της παπαδιάς που μπήκε μέσα. << Ελάτε να τον γλιτώσουμε! Κάρβουνο θα  γίνει με το συμπράγκαλο που του ‘δωσε το κράτος να ζεσταθεί!>> συμπλήρωσε  και πέφτοντας πάνω στη σόμπα την έσβηνε με τα φουστάνια της. 

            Μπρος μου σε λίγο στάθηκαν οι χωρικοί με τις μαγούλες τους καπνισμένες και τα χείλη τους αφρισμένα. Με είχαν σώσει και ο λάκκος μου δε σκάφτηκε. Φεύγοντας  ο  πρόεδρος  μου ‘πε με χιούμορ πικρό:  << Δάσκαλε το γράμμα  ξέρεις να το δουλεύεις αλλά τούτο το μηχάνημα όχι! Για μάθε το γιατί θα γίνεις ψητός με τον καιρό! >> Δεν ψήθηκα αλλά με λύπη μου συνεχίζω να ζω στη χώρα των γελώτων! Κρυώνω και τουρτουρίζω πάλι! Και είναι η σόμπα χάρβαλο, σάπια τα μπουριά, άδεια η τσέπη και το πετρέλαιο ακριβό!

        ellinikoxronografima.blogspot.gr   panant1947@gmail.com