Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

 

                               Κυπαρισσιώτικες ιστορίες

                              Η κυρία Β.Οι εκκλησίες της άνω πόλης Κυπαρισσίας μέσα από τους αιώνες | FILIATRANEWS

                                                       Παναγιώτη Αντωνόπουλου

          Η κυρία Β.  στις εννέα  κάθε πρωί βγαίνει στο μπαλκόνι.  Εγώ την κιαλάρω από τη δική μου βεράντα, παύω να γράφω και αποτυπώνω ανεξίτηλα τη χαρούμενη εικόνα της. Εξηντάρα, με τη φθορά  της υλικής ένδειας στο σώμα της, λόγω του δυνάστη χρόνου, πίνει τον καφέ της, σπουδάζει τον κόσμο με το βλέμμα, και, δείχνει απαιτητική, να θέλει να τον χορτάσει με τις επίμονες προσπάθειες που κάνει να τον παρατηρεί.

       Στην αρχή στέκεται και κοιτάζει, τη λιμνοθάλασσα της αρμονίας του κόλπου. Δείχνει να της αρέσει το γαλάζιο που ντύνεται και το επιβεβαιώνει μ’ ένα  σιγανό ποίημα: << Πέλαγο, η κάθε ελπίδα μου εκινήθη/ στης γαλανής σου παρουσίας το πλαίσιο/ και το είδωλό της πήρε το θεσπέσιο/ γλαρά να κοιμηθεί στ’ αγνά του βύθη //. Συνεχίζει να κοιτάζει το Ιόνιο, ερωτοτροπεί με τον ορίζοντα, το λαμπερό της χαμόγελο στέλνει σ’ αυτό και στο νησί του Κάλβου και του Σολωμού. Περιφέρει το βλέμμα ύστερα,  δεξιά, αριστερά, στα ύψη το ανεβάζει, και αναρριχάται σε υψηλούς θώκους ομορφιάς. Καθηλωμένη για λίγο από τις πινελιές του δημιουργού, το βλέμμα επιστρέφει στα κοντινά έδρανα, εκεί πλέον αρχίζει να ψαύει τα πέριξ,  επίμονα και σχολαστικά.

    Το δρομολογεί σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη. Το κάστρο ορθώνεται βράχος πελώριος μπροστά της και το σταματά πάνω του. Ξέρει την ιστορία του, τη δίοδό του στα έγκατά του που οδηγεί στη θάλασσα,  τις ντάπιες με τις φωλιές των πουλιών, θυμάται τις εκδρομές που πήγαινε μαθήτρια, τις φωνές των συμμαθητριών της, τα τρεξίματα στα στενά του περάσματα. Εκεί κάτω από ένα πεύκο, ποιος ξέρει, ίσως αθώα έφηβη, ένα Ρωμαίο της να είχε αγαπήσει. Έτσι ακουμπισμένη πάνω στα κάγκελα, συχνά την ακούω με τη γλυκιά φωνή της να ψιθυρίζει, τα γύρω της μέσα από τη μνήμη να ζεσταίνει και να προσπαθεί να τα θυμηθεί: << Επάνω στα μαλλιά σου/ θροϊζω το μελτέμι,/  γλιστράει στο λαιμό σου/ και φτάνει ως το φιλί//. Το φως μες τη ματιά σου/ φεγγοβολά και τρέμει,/ κεχριμπαρένια λάμψη απ’ την ανατολή//.

   Μεγαλοπρεπής μετά, ούσα στην προνομιούχο θέση της φροντίδας του σπιτιού, ποτίζει τις γλάστρες με τους βασιλικούς, περιποιείται το καναρίνι της, χαϊδεύει τη γάτα της, τακτοποιεί το φλιτζάνι του καφέ, φορά το   καουμπόικο καπέλο της, αιθέρια και καραμπινάτη ανεμίζει στο χώρο, βαδίζοντας πέρα δώθε σαν ένστολη λοκατζού. Δείχνει πάντα χαρούμενη και ωραία, αρνούμενη να υποκύψει στον πειρασμό της  απραξίας. Όσο εγώ την πλάθω με το γούστο  της φαντασία μου, αυτή κάθεται, ανοίγει ένα βιβλίο κι αρχίζει το διάβασμα. Ενίοτε έχει το κεφάλι της κάτω, ενίοτε το σηκώνει και κοιτάζει τη θάλασσα, έχοντας εγώ την αίσθηση πως επινοεί έξυπνες εικόνες φυγής,  ρότες ταξιδιών, απόμακρα και τρυφερά φλερτάκια. Όταν χορταίνει το γαλάζιο, ακαριαία επιστρέφει στο διάβασμα, και, συνεχίζει να κοιτάζει μία τη θάλασσα, μία τις σελίδες.

       Δείχνει να διασκεδάζει σκυμμένη στο βιβλίο αλλά και νιώθει ηττημένη να μην ξεκολλά απ’ αυτό και ν’ απολαμβάνει τις γύρω της ομορφιές. Γι’ αυτό το αφήνει. Πρέπει  να θεωρεί εαυτόν έξοχο παρατηρητή γιατί στέκεται πολύ ώρα να κοιτάζει τα πέριξ. Το βλέμμα στρέφει τότε στα σοκάκια με τις πικροδάφνες, στα φιδωτά καλντερίμια, στο ένδοξο ηρώο, στις αυλές με τις πορτοκαλιές, στο κοιμητήρι του Αι  Δημήτρη, στις φυλακές του Μαντά, στις ανηφοριές της Γελουδά, στον πλάτανο του κάστρου που τον στολίζει το ασημένιο φύλλο, πλασμένο από ιστορίες και θρύλους. Η κυρία Β. ακτινοβολεί ανθρωπιά, χάρη και ομορφιά. Το μπαλκόνι της είτε άδειο είτε μ’ αυτή είναι μια παρέα στον άνθρωπο. Είναι μια όαση στα μάτια των γειτόνων.

     ellinikoxronografima.blogspot.gr        panant1947@gmail.com

 

 

 

 

 

 

    αίολος                Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                                  Ποιητές της ΤριφυλίαςΑρχαίο φτερό Φωτογραφίες Αρχείου, Royalty Free Αρχαίο φτερό Εικόνες |  Depositphotos

                                                   

               Τιμά μια χρονογραφική στήλη να μην ξεχνά ντόπιους, παλιούς και σύγχρονους μάστορες της ποίησης. Άκρως συμβολικά αντιγράφω δείγματα γραφής τους, αν μη τι άλλο, και, για να τους θυμηθούμε αλλά και να καταστήσουμε εαυτούς έτι επιμελέστερους.  

           Μιχάλης Κατσαρός. ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.   Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος / δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω//.  Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου / ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες //. Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος / χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες //. Πίσω από το χάρτινο κήπο σας /πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας / εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη / ο άνεμος δικός μου / μάταιοι φόβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες / μάταιοι λόγοι //. Μην αμελήσετε//. Πάρτε μαζί σας νερό//. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία //.

       Πάνος Σπάλας.  ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ.   Μια πολυκατοικία με πολλά πατώματα / με πλήθος παράθυρα, πόρτες, δωμάτια //. Το σχήμα της τεράστιο και επιβλητικό / μ’ ένα ρυθμό μοντέρνο όλο  κυβιστικό //. Μια πολυκατοικία μ’ άπειρους εισόδους / κι εξόδους, φυσικά, προς όλες τις παρόδους //. Π ‘ ολόγυρα τη ζώνουν, την ορθογωνίζουν /κι από τις γύρω χαμοκέλες τη χωρίζουν //. Τα φώτα της πολύχρωμα, ως βραδιάζει/  μοιάζουν ρουμπίνια, που σ’ ένα χαλί  τ’  αδειάζει//.  Ξέχειλη κούπα ολόχρυση, παραμυθένια / που την κρατούν χέρια κομψά, κερένια //.   [ … ]  Μια απέραντη ζωή κει μέσα καθρεφτίζεται / κι απόνα διακόπτη όλη φωτίζεται //. Καθώς τα βράδια απλώνονται ιδρωμένα/ από την σκόνη και την κάπνα λερωμένα //. Φορές- φορές, γέλια, τραγούδια, ξεφαντώματα/  απ’ τ’  ανοιχτά πετιούνται παραθύρια και τα δώματα //. Άλλες φορές ακούγονται και κλάματα/  ανάμειχτα με γέλια κι αθώα πειράγματα //. Κι όλα τόσο γλυκά και τόσο ωραία καθώς βγαίνουν/ απ΄  τ΄ ανοιχτά παράθυρα και ξεμακραίνουν //. Ώστε να λέγω: << Θαν’ ευτυχισμένη πολιτεία / η αντικρυνή μου η πολιτεία //.

       Διονύσης Πιτταράς.  Από τη συλλογή: Την πόλη μου τη σήκωσαν οι άγιοι καιροί.   [ . . . ]  Την πόλη μου τη ρήμαξαν οι ανάξιοι άρχοντες,/ … και πέτρα ορθή δεν άφησαν στην πόλη / να μαρτυράει γι’ αυτούς που λείαναν τα καλντερίμια, γενεές επί γενεές / αυτοί με τα αρπακτικά δάχτυλα / με τα μάτια σπίθες της κόλασης / οι θορυβοποιοί και οι συνωμότες της ακόλαστης μέρας //. { … ] Μεγαλώσαμε στη μικρή μας πόλη μαζί / ταπεινοί και δούλοι κι αφέντες / απ’ τον καιρό του μύθου / και για τριάντα αιώνες / η ζωή δεν είχε αλλάξει σε τίποτα //. […] Ο παράδεισός μου είχε  απ’ όλα τα καλά / και δικό μου τίποτα κι όλα δικά μου //. Δική μου η μέρα  κι ο ουρανός/ κι η θάλασσα κι ο ήλιος και το λιόγερμα //. Κότσια και βώλοι και γουρνίτσες / και ζντρόλια ή μπίκοι ή κλεφτοπόλεμοι κι αμάδες / μέσα στην πλάση του Θεού, εμείς μικρούλια και ξυπόλητα / παιδιά ενός ξυπόλητου Θεού //. [ …] Ξεθεμελιωμένοι ναοί κι εστίες και τάφοι / κανείς δεν ξέρει τι μέλλεται συμβεί μετά τον ορυμαγδό / κανείς δε ρωτάει για τίποτα //. Πού καταχώνιασαν τους μύθους σου,/ τους θρύλους σου, την παράδοση, τη γλώσσα, τη φωνή σου,/ και δεν είσαι η πόλη μου Εκείνη; //

 

        Κώστας Κατσαρός. ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ.  Μανιάζει στην κοιλάδα το αγιοκέρι / μα η σκέψη μου στον τόπο μου γυρνά / όπως του Νώε το πρώτο περιστέρι / στην κιβωτό που γύρισε ξανά //. Σαν κείνο να απαγκιάσει πουθενά δεν βρήκε / και μια στράτα να τη φέρει / σε μιας καινούργιας πίστης τα Άγια μέρη /δεν  είδε  ούτε στης  γνώσης τα βουνά //. Και πάει  για να λουστεί τούτην αυγή / στων παιδικών ονείρων την πηγή / σε χώρα, που τα λιόδεντρα καρπίζουν  //. Εκεί γελούν τα πέλαγα γλαυκά / κι είναι τόσο τα χινόπωρα γλυκά / που ξεγελούν τις λεμονιές κι ανθίζουν //.

      Αλέκος Μαρύλας. ΓΑΛΑΤΟΒΑ.  Γυρίζω σε σένα όπως το πουλί με τις λαβωμένες φτερούγες / γράφει ανάριους κύκλους πάνω στο δέντρο πριν σταθεί, / κι ας ξέρει πως στις ρίζες του ο κυνηγός με σηκωμένο τ’ όπλο περιμένει //. Κρατώ από σένα μια μνήμη από τεφρό άνεμο και  γκρίζα ασημόφυλλα / κι ένα λειψό φεγγάρι, λουσμένο μόλις στα νερά της Αγίας Κυριακής, / καθώς αιμάτινο ροβόλαγε για να κρυφτεί στους κέδρους των Στροφάδων //.    Στ΄ αγνάντια σου ταξίδεψα σε ράχες δελφινιών,/  Βελλερεφόντης έφηβος στον ελαιώνα σου ωρίμασα κυνηγώντας χίμαιρες,/ κι έσκαψα με τα νύχια μου πηγές κρουνούς εντός μου, / ενάντια στον καιρό που χύνεται και πάει φλύαρος,/ ενάντια και στο θάνατο που τρέφεται με το χαμένο μας καιρό //.    Τ’ απολιθωμένα όστρακά σου, απομεινάρια μιας θάλασσας χαμηλωμένης,/ αντικαθρεφτίζουν, σμήνος πολύβουα, τα όνειρά μου,/ που ταξιδεύουν ασταμάτητα στα τρυφερά πλοκάμια του Ιονίου, / που χρόνια τώρα ταξιδεύουν, όλο ταξιδεύουν προς τη δύση,/ παίζοντας μια τυφλή τυφλόμυγα μαζί μου//. { … ]  Όραμα και καταφυγή,/ ... καθώς γυρίζω σε σένα Γαλάτοβα, ω Γαλάτοβα,/ νιότη μου βυθισμένη στον ύπνο των νερών! //

     Κώστας Καπελούζος.  ΕΛΕΥΣΙΝΑ…SOS!      Σαν βγεις για το Θριάσιο πεδίο/ μην περιμένεις ν’ ανταμώσεις/ τη Δήμητρα και την Περσεφόνη,/μήτε τους λουλουδιασμένους κάμπους//. Σκόνη μονάχα πλούσια κι αιθαλομίχλη/ θα δουν τα μάτια σου, τέτοια/ που στον ορίζοντα,/ ούτε του Ξέρξη οι στρατιές οι πεζοπόρες/ δε σήκωσαν στον ουρανό της Ελευσίνας//. Χτικιάρικους θα δεις πολεμιστές μονάχα/ που για το μεροκάματο του τρόμου,/  παλεύουν μια ζωή δίχως ανάσα//. Κι αν σου περάσει από το νου/των παιδικών σου χρόνων κάποια εικόνα/ για Μύστες και για Σίβυλλες,/ έχεις μεγάλο λάθος καμωμένο//. Κι ο Ίακχος έχει πεθάνει προ πολλού/ αν θες να φωνάξεις για βοήθεια//. […] Η Ελευσίνα αλώθηκε από το γένος των Ελλήνων/ κι όμοια δεν είδε συμφορά/ και  θάνατου σημάδι,/ άλλος κανένας τόπος//. Σα βγεις για το Θριάσιο  πεδίο,/ να καταριέσαι τη στιγμή/ που τόλμησες να φτάσεις//. Θάλασσα, γη και ουρανός, καίγονται σα λαμπάδα/ κι όλα τριγύρω αγκομαχούν/ και τη στερνή βογκάει η γης/ να βγάλει ανάσα//. Σα βγεις για το Θριάσιο πεδίο να κλαίς για την κατάντια μας//. […]

  ellinikoxronogragima.blogspot.gr               panant1947@gamil.com

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

         αιολος            Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                                      Ποιητικά  ανθολογήματαΣε δημοπρασία αδημοσίευτο χειρόγραφο του Ναπολέοντα για τη μάχη του  Άουστερλιτς | LiFO

           Την αθυμία της ζάλης μου με ποιητικά ανθολογήματα, σήμερα θα διασκεδάσω. Κι αμέσως εκ του Ελύτειου έργου, των παθών μου τον τάραχο θα προσπαθήσω να κατευνάσω. << Τώρα με ψάθα γυριστή/  και με σαντάλια κόκκινα,/ μ’ ένα σουγιά στο χέρι,/ πάει το ναυτάκι του περιβολιού,/ κόβει τα κίτρινα σκοινιά,/ λασκάρει τ’ άσπρα σύννεφα… >>

           Η ανακλώμενη εικόνα των στίχων, μεσιτεύει να φτάσω σε γραφή  με ιριδισμούς και λάμψεις του Λάμπρου Πορφύρα: << Ω! τι με νοιάζει κι αν πάμε, ως εκεί;/ Τι με νοιάζει;/ Γελάει όλ’ η γλυκιά συντροφιά μου,/ γελά η θλιμμένη ζωή,/ στ’ άπειρο μέσα κυλάμε/ κι η Αννούλα τρελά τραγουδάει:/ Όπου να ‘ναι/ μακριά θα φανεί της Χαράς το νησί… >>

           Ριζωμένος στη στιγμή, τη φθορά μου ρίχνω στη λήθη, στη διάρκεια προσεύχομαι: << Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,/ πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου//. Κάπου στα νερά του port pegassu/  βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή… >>

           Κι έπειτα η κυήσασα τον εύσπλαχνο στίχο Πολυδούρη, την ελαύνουσα χαρά μου φέρνει και σε ξάστερους ουρανούς λαμπυρίζει το φθαρτό μου σαρκίο: << Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι//. Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως//. Σ’ του νου μας τη χρυσόβεργη ανέμη/ ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός >>. Στίχοι που ακούγονται σαν αλληλούια.

          Ύστερα ο εν βίω αμαρτήσας, τη λύτρωσή μου ζητώ, τω αγίω στίχω του Σολωμού: <<Λευκό βουνάκι πρόβατα/ κινούμενο βελάζει/ και μες στη θάλασσα βαθιά/ ξαναπετιέται πάλι/ κι ολόλευκο εσύσμιξε/ με τ’  ουρανού τα κάλλη//. Και μες στης λίμνης τα νερά,/ όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,/ έπαιξε με τον ίσκιο της/ γαλάζια πεταλούδα…/ Μάγεμα η φύσις κι όνειρο/ στην ομορφιά και χάρη … >>

         Κι εμένω στη μετάληψη των ποιητικών αγιασμάτων. Κι αυτό για να σωθώ ο ανάξιος; Η πασκαλιά τους όσο βαστά, ζω, όσο απολείπει πεθαίνω. Κι επιμένω πιωμένος λεβέντης την κόκκινη κορδέλα του στίχου να κρεμώ… <<Τα χείλη σου είναι ζάχαρη,/ τα μάγουλά σου μήλο,/ τα στήθη σου παράδεισος/ και το κορμί σου κρίνο//. Να φίλουνα τη ζάχαρη,/ να δάγκανα το μήλο,/ ν’ άνοιγε ο παράδεισος,/ ν’ αγκάλιαζα το κρίνο >>.

          Τρεχάτοι οι χρόνοι φεύγουνε. Το μαύρο άτι δείλιασε και μ’ απαρατά. Η καρδιά  μέσα χτυπά. Αντρειεύεται και τραγουδά: <<  Πιε σ’ του γιαλού/ τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,/ σε μι’ άκρη τώρα/ π’ αρχίσαν ξανά τα πρωτοβρόχια,/ πιε το με ναύτες/ και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,/  μ’ ανθρώπους  που  βασάνισε/  κι  η θάλασσα  κι  η  φτώχεια >>. Πιε το μην αμελείς όσο ζεις! Πιέ το!

                                               

      ellinikoxronografima.blogspot.gr         panant1947@gmailcom

                                 

 

 

 

               

 

 

 

 

 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

 

     αίολος                                    Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                               Ποίηση και ΠρωτοχρονιάΠένα Μελάνι Γραφέας - Δωρεάν φωτογραφία στο Pixabay

              Σκέφτηκα μέρες γιορτινές που ‘ναι να συναθροίσω στίχους Ελλήνων ποιητών που μιλούν για την Πρωτοχρονιά, ανεκτίμητα διαμάντια λόγου και συγκίνησης. Είμαι σίγουρος πως κάποιο εσωτερικό κραδασμό θα αφήσουν στον αναγνώστη, βέβαιος πως στα μεταλλεία της ψυχής του ένας ρόδινος ανθός θ’  ανθίσει.

      Κική Δημουλά. [Το κοριτσάκι με τα σπίρτα]  Απόγευμα Πρωτοχρονιάς/ψυχή στους δρόμους //. Μονάχα κάτι γκρίζο παλιό / καινούργιου χρόνου //. Τρέμουν από το κρύο τα σταυροδρόμια και οι γωνίες / σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν / επάνω σε αλλότριας πατρίδας / πλανόδιους ανθοπώλες //. Μπουκέτα φασκιωμένα /με αγριωπό χαρτί / και η φτηνή ποιότητα /  με τρύπες διανθισμένες γύρω -γύρω / από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες //. Όπως κι εμείς όταν παιδιά για σχέδια πεινασμένα / σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα / μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε / κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί /τι χαρούμενα, τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά / παραθυράκια διάπλατα μας άνοιγε το μέλλον //. Απόγευμα Πρωτοχρονιάς / ψυχή στους δρόμους /μόνο μεγάλα γκρίζα παράθυρα / κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι //.

    Κώστα Βάρναλης. [Πρωτοχρονιάτικο]  Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες / σκεμπέδες,  σταβροθόλωτοι και βρώμιες  ποδαρούκλες / ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι /  ντυμένοι στα μαλάματα κ’ επίσημοι  κι ωραίοι //. Σαράντα λύκοι με προβιά [ γι’ αυτούς βαριά η καμπάνα ] /καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα! /  Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι, / κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι //. Όξω ο κόσμος φώναζε:  << Πεινάμε τέτοιες μέρες >>/  γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες  / κ’ οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυραίοι/ άνοιξαν τα παράθυρα και κράξαν: << Είστε αθέοι >>.

    Κωστής Παλαμάς. [Ρήγισσα Πρωτοχρονιά]  [… ]  καρποί που μαραγκιάσατε και σεις βλαστοί δροσάτοι,/φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή //. Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι, /  διάπλατα σας ανοίγεται και πλούσιοι και φτωχοί //. Ρήγας κι εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα ορίζω / το θησαυρό που δίνεται και δε θε να στερέψει //. – Ξένε , δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου,/ σας χαρίζω  τη λυρική μου σκέψη! //

   Δημήτρης Μανθόπουλος.       [Πρωτοχρονιάτικο] Βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Έξω  κρύο και  χιονιάς και βοριάς σφυρίζει.//  Στο τραπέζι το στρωτό, τ’  αναμμένο θυμιατό ευωδιές σκορπίζει //.  Μ’ αγωνία τα παιδιά κι ανυπόφορη καρδιά, κάποιον καρτερούνε //.  Ασπρομάλλη. Γελαστό, μ’ ένα σάκο γεμιστό, που θα μοιραστούμε //.Το ρολόι μας γυρνά κι ο βοριάς λυσσομανά. Τι κακοκαιρία! // Θε μου, κάνε να βιαστεί μην τυχόν κι αποκλειστεί μες στην Καισαρεία! //

  Πρωτοχρονιά.  [ Κ. Καλλοναίου ]  --- Αρχιμηνιά! Καληχρονιά! Καλώς τον άρχοντά μας / πόχει την τύχη αδερφή  και την καρδιά του  πλούτος! /     - Βάνω το πόδι το δεξί κι όλα δεξά να πάνε! /  - Σπάσε το ρόδι τ’  άλικο στη μαλλιαρή την πέτρα / πιες απ’ τ’ αμίλητο νερό της κρυσταλλένιας βρύσης / σκόρπια τα  φύλλα  της  ελιάς, πες  της  καρδιάς  τραγούδια!/  - Ωσάν   την πέτρα με ριζά η αγάπη να ριζώσει/ ξόρκι τ’ αμίλητο νερό ναν’ στο κακό το μάτι/ και σαν το ρόδι μ ‘  αγαθά το σπίτι να γιορτάσει!

 

    Τάσος Λειβαδίτης.[ Ένας καινούργιος χρόνος] Τι  μας περιμένει; Τι θα μας φέρει; Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα. Κι ω  φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.

   ellinikoxronografima.blogspot.gr                  panant@gmail.com