Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

 

                                 Στοχασμός. Κοραής, Σολωμός, Κάλβος

                                             [Ημερολόγιο του ‘21]


                                                 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Μέρες δόξης γνώρισε εκείνη την προεπαναστατική περίοδο  η ποίηση και η πεζογραφία.  Δεν ήταν δυνατόν οι ποιητές και οι γραφιάδες να βλέπουν  τα τεκταινόμενα έξω και να κάθονται αμέτοχοι σε αναμμένα κάρβουνα χωρίς να γράφουν τα τραγούδια τους.  Αγόγγυστα να πάσχουν με τον υπόδουλο λαό,  εξακοντίζουν αστέρες στίχους και σκέψης κάνοντας την τέχνη τους βάθρο στήριξης του αγώνα  για την ελευθερία.

         Ο ιατροφιλόσοφος Γεώργιος Σακελλάριος έγραψε βιβλία με τίτλους:  <<  Ποιήματα >>, << Τηλέμαχος και Καλυψώ >>, << Αρχαιολογία >>, << Περιήγησις του νέου Αναχάρσιδος εις την Αθήνα >>. Στη βιβλιοθήκη του, στη γενέτειρά του στην Κοζάνη,  υπάρχουν χειρόγραφα κι άλλων έργων. Ένα δείγμα γραφής του: <<  Σαν ένας  άκρως φθισιών  οπόταν κινδυνεύει / και της ζωής του η λαμπάς ν’ αποσβεσθεί κοντεύει //. Αν  κ’ η ζωή του παντελώς να είν’  απελπισμένη /  παντού βοήθειαν ζητεί, ιατρικόν προσμένει //. Ο Ιωάννης Βηλαράς  στάθηκε οδηγός του Σολωμού. Έχει τα χαρακτηριστικά της αστικής τάξης η ποίησή του και την αξιοποιεί για τη δημιουργία του νεοελληνικού λυρισμού. Αποφασιστικό στοιχείο αποτελούν και οι αγώνες του για τη δημοτική γλώσσα. Δείγμα γραφής :  ΑΝΟΙΞΗ << Η γλυκύτατη Άνοιξη με τ’  άνθη στολισμένη / ροδοστεφανωμένη τη γη γλυκοτηράει //. Κι η γη τη χλόη ντύνεται /  τα δάση της ισκιώνουν/  τα κρύα χιόνια λιώνουν / ο ουρανός γελάει //. […]  Στ’ αγκαθερό τριαντάφυλλο /  γλυκολαλάει  τ’  αηδόνι / το ξένο χελιδόνι /ταιριάζει τη φωλιά //.

    Ορόσημο η παρουσία του Κοραή στον ελληνικό διαφωτισμό. Ζώντας επί μακρόν στο Παρίσι ήταν αδύνατο να μη συναντηθεί με το καμίνι των μεγάλων ιδεών. Αστέρας πρώτου μεγέθους και στοχαστής  πέθανε με τη λέξη δημοκρατία στα χείλη του. Χτύπησε με κοφτερό λόγο τον σκοταδισμό στην Ελλάδα, δυσαρέστησε το αρχοντολόι και δεν φοβήθηκε να τα βάλει με τον Καποδίστρια για τη μονοκρατορία του. Το θέατρο επίσης στάθηκε αρωγός  του ελληνικού διαφωτισμού. Έδωσε αρκετά για τον εθνικό φρονηματισμό και τα παροικιακά θέατρα  με καλά έργα στο Βουκουρέστι και στην Οδησσό κράτησαν άγρυπνο το πνεύμα του λαού. Πολλοί φλογεροί νέοι στη Βλαχία και στην κεντρική Ευρώπη  χρησιμοποίησαν το θέατρο ως στοιχείο  του νεοελληνικού διαφωτισμού.  Και ο τύπος από κοντά ήταν άλλο ένα στήριγμα στον αγώνα των Ελλήνων.  Η  << Εφημερίδα >> στη Βιέννη κλείστηκε  γιατί υποστήριξε το έργο του Ρήγα. Στο Παρίσι   βγαίνουν  τα  περιοδικά  η  << Αθηνά >> και η << Μέλισσα >>. Στη Βιέννη  ο << Λόγιος Ερμής >>. Άνθιμος Γαζής, Α. Κοραής, Φαρμακίδης, Νικολόπουλος πέρασαν από τις σελίδες τους. Σολωμός και Κάλβος στιγματίζουν ανεξίτηλα τους χάρτες των οριζόντων της ποίησης. Με εσωτερική φλόγα που καίει άσβεστη μέσα τους φωταγωγούν με τους στίχους τους τη σκοτεινή πλευρά του κοινωνικού χάους και το κάνουν ορατό. Πατριάρχης και κορυφαίος  του ευρωπαϊκού λυρισμού ο Σολωμός, πρωτότυπος και εμπνευσμένος από τον αγώνα του ΄21 ο Κάλβος ανέβασαν στα ύψη την νεοελληνική ποίηση των αρχών του 190υ αιώνα. Καθισμένοι μαζί στο ίδιο τραπέζι με τους Γκαίτε, Σέλλευ, Φόσκολο, Μαντζόνι, Μπάιρον, Σίλλερ.  

       Η πορεία του νεοελληνικού διαφωτισμού μπορεί να θαλασσοδάρθηκε στην τρικυμία ώσπου να φτάσει στο αποκορύφωμά του στην επανάσταση, αλλά έφτασε. Επική καθαυτή η πορεία του άφησε το στίγμα της. Μετά έρχεται η κάμψη για αρκετό καιρό.  Αργότερα πολύ αργότερα στο τελευταίο τέταρτο του  19ου αιώνα το άνθος τους στοχασμού πάλι θα βλαστήσει.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr                     [Συνεχίζεται]

Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

 

    Νεοελληνικός διαφωτισμός και σκοταδισμός

                                                   [  Ημερολόγιο του ’21 ]


                                                      Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

           Τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα αρχίζει η κορυφαία στιγμή του νεοελληνικού διαφωτισμού και τελειώνει με την έναρξη της Eπανάστασης του 21. Αυτή  η μεγάλη πνευματική δύναμη  ταρακούνησε τη νηφαλιότητα του πνευματικού κόσμου και ζέστανε το κρύο αίμα στις φλέβες του λαού για το γκρέμισμα της oθωμανικής αυτοκρατορίας.  Προετοίμασε το έδαφος για την Επανάσταση και έφερε στο προσκήνιο τις αντιθέσεις προοδευτικών και αντιδραστικών δυνάμεων.

       Ιδιαζόντως ισχυρή η ιδεολογική δομή της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει  την Ελληνική. Επίγονος αυτή του γαλλικού διαφωτισμού, επίγονος και η δική μας του νεοελληνικού διαφωτισμού, που σπονδυλώθηκε από το γαλλικό. Στη Γαλλία οι κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης στηρίχτηκαν στη θέληση της ανερχόμενης αστικής τάξης και στην Ελλάδα το ίδιο, κινητήριος δύναμις όμως ήταν ο αγροτικός πληθυσμός. Το βάθρο της οικονομίας εδώ στηριζόταν στον οθωμανικό τιμαριωτισμό και το αίτημα της διανομής της γης ήταν βασική διεκδίκηση των αγροτών κολλήγων.

    Εύγλωττο σ’ αυτή την εξέγερση η μάχη θα εδίνετο από τη μια πλευρά με τις δυνάμεις της προόδου και της ανεξαρτησίας και από την άλλη με τις δυνάμεις της συντήρησης και της εθελοδουλείας. Με ταχύτητα διαδόθηκε κιόλας στους κύκλους του σκοταδισμού της Ελλάδας πως η ιδεολογία των επαναστατημένων Γάλλων σαν << κακοδαιμονία >> συντάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της μακαριότητάς των ανθρώπων της προόδου κι έκαναν το παν για να τους λιθοβολήσουν. Ο δε στιχοπλόκος και ευφάνταστος Κάλφογλου, ξιφουλκεί για τις ανησυχίες της νεολαίας που φέρει ο τρισκατάρος ελληνικός διαφωτισμός παρακινούμενος από τον ευρωπαϊκό και δη από το γαλλικό.  Γράφει: << Λέγουν έχομεν βιβλία και ρομάντζα  γαλλικά / όλα τ’  άλλα τα βιβλία είναι μελαγχολικά! // Είμεθα πεφωτισμένος φιλοσόφων μαθηταί / και οι συγγραφείς οι πρώην  ήσαν όλ΄ υποκριταί //. Και στην Πόλιν πολλοί νέοι άρχισαν να φωτισθούν / από Γάλλους αθεϊας  λίμπερα* να διδαχτούν //. Οι ρομαντολόγοι νέοι, φωτισμένοι ευγενείς / ούτε πίστιν εις τα θεία ούτε σέβας εις γονείς //. Γαλλικάς ιδέας έχουν σύστημα δογματικόν / ν’ απολαύσουν ελευθέρως ει τ’ εις νέους φυσικόν / […] Μιραμπώ, Ρουσσώ, Βολταίρο, εγκαυχώνται αν και δεν τους  εννοούσι, μαθηταί / ουδ’ ανέγνωσαν  ποτέ //. 

       Το 1793 ο Πολυζώης Κοντός  γελοιοποιεί την ιδεολογική σκέψη που δημιουργήθηκε εξαιτίας της Γαλλικής Επανάστασης, έμμετρα κι αυτός: <<Αυτοί, μουσιού, οι θαυμαστοί κήρυκες οι δικοί μας / χωρίς να μάθουν φυσικά και άλλας  επιστήμας / με δυο – τρία φραντσέζικα έλαβον  θεωρίαν / κι’ ακαδημίαν έκαμαν κάθε καφετερίαν //. Η λύσσα του σκοταδισμού όσο η ισχύ του νεοελληνικού διαφωτισμού   αυξάνεται μεγαλώνει. Η μάχη του διαφωτισμού με τον τουρκοκίνητο σκοταδισμό παίρνει άγριο χαρακτήρα σύγκρουσης και είναι από τις ενδιαφέρουσες σελίδες του προεπαναστατικού αγώνα. Από τη μια μεριά οι διανοούμενοι με τη σκέψη και τη χρυσή πένα και από την άλλη οι διώκτες του πνεύματος, ο μηχανισμός των ανώτατων ιεραρχών της εκκλησίας με τους βαστάζους του σκοταδισμού, έρχονται σε σφοδρή σύγκρουση για την επικράτηση του ενός ή του άλλου.

     Αξίζει να αναφέρουμε το Χριστόδουλο Παμπλέκη   δάσκαλο από το Ξηρομέρι Ακαρνανίας. Πολέμιος  του σκοταδισμού, πνευματικό ανάστημα τρανό,  ξεχωριστό, μυαλό από τα λίγα του 18ου αιώνα. Ότι έγραφε είναι αλύπητο μαστίγωμα του θεοκρατικού ιδεολογισμού και υποστηρικτής του φιλοσοφικού υλισμού. Το ιερατείο τρομοκρατήθηκε  με όσα έγραφε και το έπιασε πανικός. Αρχίζει την επίθεση εναντίον του με  υβριστικά φυλλάδια  συκοφαντίας. Ο ξεχωριστός Παμπλέκης το περιποιήθηκε δεόντως όπως του έπρεπε.  Όλος πια ο σκοταδισμός της εκκλησίας στράφηκε εναντίον του. Το 1793 διωγμένος και αφορισμένος, άφησε το πνεύμα του στη Λειψία.  Αλλιώτικα συμπεριφέρθηκε ο σύγχρονός του Δημήτρης Καταρτζής. Ένας ουμανιστής, γνώστης των ευρωπαϊκών γλωσσών, υπέρμαχος της λαϊκής παιδείας και εμπνευσμένος λόγιος στην αρχή, τα θαλάσσωσε προς το τέλος. Μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τα αξιώματά του, έγινε λιποτάκτης του πνεύματος, δείλιασε και έπεσε στο συντηρητισμό.

    Από τον κύκλο  του ξεπήδησε και ο Περδικάρης, ένας αδίστακτος κακός γραφιάς, που στο ανέκδοτο βιβλίο του << Κατά ψευδοφιλελλήνων >> στρέφεται εναντίον του Ρήγα εξακοντίζοντας οχετό ύβρεων.  Το φως της γνώσης ακόμη κείνη την εποχή υπηρετούν επιτυχώς και  οι λόγιοι δημοτικιστές Κωνσταντάς και Φιλιππίδης. Σύγγραμμά τους  << Γεωγραφία Νεωτερική >>.

    ellinikoxronografima.blogspot.gr                        [Συνεχίζεται]

  λίμπερα = βιβλία                                       

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

 

                                       Κλέφτες και αρματολοί

                                                [ Ημερολόγιο του ‘21]


                                                                 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

                 Η νηφαλιότητα προϋποθέτει κρύο αίμα.  Οι καταπιέσεις όμως των Τούρκων στα Βαλκάνια έκανε το αίμα των υποδουλωμένων να βράζει. Κυρίως από αγρότες το κίνημα ανταρσίας  που φούντωσε, η ένοπλη αντίσταση έκανε πάταγο στις λάκκες  και στα βουνά.  Στην Ελλάδα πήρε διαστάσεις στο τέλος του 180υ για να εκραγεί στις αρχές 190υ αιώνα με την επανάσταση και στράφηκε εναντίον της τούρκικης εξουσίας αλλά και των Ελλήνων γαιοκτημόνων κοτζαμπάσηδων. Αυτοί λοιπόν οι φύλακες και προστάτες του λαού από τον Τούρκο ονομάστηκαν κλέφτες.  Είχε συκοφαντικό χαρακτήρα στην αρχή από την εξουσία, ηρωικό στη συνέχεια όταν η κλεφτουριά έγινε  λαοφιλής. Λέει ο Κολοκοτρώνης: << Μας ονομάζουν οι άρχοντες και το γουναρικό [ οι κοτζαμπάσηδες ] κλέφτες >>.

     Ταχύτατα τα ένοπλα αυτά τμήματα, απόκτησαν ισχύ, δικό τους εθνικό και πολεμικό δίκαιο και αθεράπευτα φίλοι και υποστηρικτές του σκλαβωμένου λαού. Άρχισαν σκληρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων και δεν άφηναν μύγα να καθίσει στο σπαθί τους να το μολέψει. Οι   <<γιατάκηδες >> στα χωριά χωρίς να τους παίρνουν πρέφα οι Τούρκοι ήταν οι έμπιστοί τους. Φρόντιζαν για την τροφοδοσία, την απόκρυψη και την πληροφοριοδότηση των κλεφτών.  Το 1806 -1808 τους μυρίστηκαν οι Τούρκοι για τις υπηρεσίες τους στους κλέφτες και με επιχειρήσεις τους κατάφεραν πλήγμα και προξένησαν φοβερές ζημιές σε όλη την κλεφτουριά. Οι κλέφτες αναγκάστηκαν να μεταπηδήσουν στο απέναντι οικείο περιβάλλον των εφτανήσων.

      Η ζωή τους στα όρη και στα βουνά, σκληρή, γεμάτη κινδύνους αλλά και με στωική καρτερικότητα.  Οι κοτζαμπάσηδες εναντίον τους με τη βοήθειά τους αμέριστη να τη δίνουν στους Τούρκους για να τους κυνηγούν. Πλειστάκις οι Τούρκοι εξαγοράζοντας τους << γιατάκηδες >> με προδοσία εξολόθρευαν  τους κλέφτες και κατέστρεφαν τα κλέφτικα λημέρια τους. Πλήθος κλεφτών του Κολοκοτρώνη εξολοθρεύτηκε με το δόλο και την προδοσία. Στην  κλέφτικη ομάδα εκτός των μάχιμων, υπήρχαν και οι άνθρωποι της εργασίας. Τουφεξήδες, τεχνικοί των αρμάτων, ραφτάδες, τσαρουχάδες. Ως και ο τραγουδιστής, ο έχων το χάρισμα της ποιητικής έμπνευσης να φτιάχνει τραγούδια και να τα τραγουδάει ο ίδιος ή όλοι μαζί. Τα δημιουργήματα αυτά της λαϊκής μούσας υμνούσαν τα κατορθώματα της κλεφτουριάς, γνώριζαν στο λαό τα γεγονότα κι έδιναν θάρρος στους ραγιάδες, μιλώντας για τη δική τους ανδρεία και τη δειλία των κατακτητών.

    Το αμέριστο ενδιαφέρον γι’  αυτό που έκαναν εκδηλωνόταν με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση των μυστικών οργανώσεων του παροικιακού  ελληνισμού αλλά και από τα ευρωπαϊκά επαναστατικά καθεστώτα.  Οι Γάλλοι ενίσχυσαν με όπλα του Σουλιώτες, η Μ. Αικατερίνη τον Κατσώνη, το ίδιο και το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο του Παρισιού με όπλα τους κλέφτες. Έτσι η σφοδρότητα να πολεμάνε τον εχθρό ενισχύθηκε, βοήθησε την ενότητα του λαού  ενώ η δύναμή τους ολοένα αυξανόταν ενάντια στον αγώνα για τη λευτεριά.

    Οι αρματολοί ήταν άλλη περίπτωση.  Οι κατακτητές όπλιζαν ντόπια στρατιωτικά σώματα και τα επιφόρτιζαν  με τη διατήρηση της τάξης και της ευνομίας. Άφθονα έρρεαν τα οικονομικά ανταλλάγματα και οι πολιτικές εξουσίες για να τους καταφέρουν να τους μαντρώσουν στα σχέδιά τους. Συνήθως στο θεσμό του αρματολικιού  ο καπετάνιος ήταν πρώην κλέφτης,  αμνηστευμένος από τους Τούρκους. Με το σώμα  οπλοφόρων επέβαλε την τάξη στην περιοχή του, ενώ η συντήρησή τους γινόταν από τη φορολόγηση των αγροτών, τον περίφημο λουφέ.  Εκτός από τους δυσμάχητους   κλέφτες και τους πιστούς ανθρώπους στην τούρκικη εξουσία το αρματολίκι δινόταν και σε Αλβανούς. Στο Δερβέναγα ήταν υποχρεωμένος να υπακούει και να λογοδοτεί ο αρχηγός του αρματολικιού.  Όταν δεν ήταν πρώην αμνηστευμένος κλέφτης ο  αρχηγός, τότε θα ήταν Τούρκος ή Αλβανός. Στα διάφορα καθήκοντα των αρματολικιών  το κυριότερο ήταν η εξόντωση των κλεφτών.  Ουσιαστικά δε γινόταν αυτό γιατί  οι αρματολοί σπάνια έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις  εναντίον των κλεφτών ενώ αντιθέτως ενίσχυαν αυτούς και συνεργάζονταν μαζί τους. Ως ενιαίο πλέον σώμα στρέφονταν εναντίον των Τούρκων. Άσε που οι αρματολοί μεταπηδούσαν στην κλέφτικη ομάδα έχοντας πλέον κοινό εχθρό τον Τούρκο. Με τον καιρό οι αρματολοί αποσυντέθηκαν και διαλύθηκαν. Πολλοί σημαντικοί του 21 πέρασαν από το αρματολίκι. Εν κατακλείδι κλεφτουριά και αρματολίκι ήταν ένα πολεμικό σχολείο που βοήθησε τους σκλάβους Έλληνες να βρουν τη λευτεριά τους.

ellinikoxronografima. blogspot.gr                        [Συνεχίζεται]

 

                                      

                                                          

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

 

                       Το Σούλι, οι Σουλιώτες και ο Αλή πασάς

                                           [Ημερολόγιο του ‘21]


                                                    Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

            Λαμπρόν πεδίον δόξης για τα διακόσια χρόνια του ’21 κι εγώ δε βλέπω την ώρα και τη στιγμή να γράψω ολίγα ημερολόγια για το καριοφίλι που άστραψε και βρόντηξε  τότε και ελεύθεροι πια, είμαστε στην πρώτη γραμμή για την  << αναγέννηση της πατρίδας >>. Παύοντας να γράφω, λεπτεπίλεπτα χρονογραφήματα για μανταμίτσες οικοκυρές κι αργόσχολους θα καταπιαστώ με ημερολόγια του ΄21 που το ζήτησαν εν εξάλλω οι αναγνώστες μου και καλά έκαναν.  Έτσι αρχίζω με το ηρωικό Σούλι αποκηρύσσοντας  για λίγο τις μικρές ιστορίες μου στα παρελθόντα χρονογραφήματα.

      Λίγο πριν το ηφαίστειο του ’21 εκραγεί η κατάσταση της oθωμανικής αυτοκρατορίας πάνω κάτω είχε ως εξής:  << Με την ανάπτυξη των εμπορευματικών, χρηματιστικών σχέσεων, επιταχύνεται η αποσύνθεση του στρατιωτικού, φεουδαρχικού της συστήματος και η μετατροπή του σε τσιφλικάδικη ιδιοκτησία προσανατολισμένη στην αγορά >>. Τονώνεται δηλαδή το τσιφλικάδικο σύστημα. Ο αγρότης γίνεται κολλήγος, εξάρτημα, χωρίς γη και ογκώνεται η φορολογία. Τα στρατιωτικά αγήματα του τσιφλικά δρουν ληστρικά στους βασανισμένους της υπαίθρου ενώ οι Ρωμιοί κοτζαμπάσηδες επωφελούνται αγοράζοντες εκτάσεις γης. Μετατρέπουν την πολιτική και οικονομική τους δύναμη σε υποδούλωση της φτωχιάς μάζας  και διεγείρουν τα ορμέμφυτα του λαού σε εξέγερση εναντίον τους.

     Στην περίοδο αυτή έντονα προσυπογράφει την παρουσία του ο Αλή πασάς   Τεπελενλής  [ 1744 -1821 ].  Από << Δερβεντζής >>, αρχηγός σώματος φρουράς το 1788 κατέλαβε πραξικοπηματικά το πασαλίκι των Ιωαννίνων με σκοπό τον έλεγχο των γαιοκτημόνων Τούρκων. Με ραγδαίες  εξελίξεις στη συνέχεια εξασθένησε την κεντρική σουλτανική εξουσία. Με πλήρη διωγμό εναντίον των Τούρκων φεουδαρχών και το κυνηγητό των αρματολών η στρατιωτική δύναμη περιήλθε στα χέρια του.

     Οι ορεσίβιοι Σουλιώτες όμως για την απόλυτη εξουσία στο πασαλίκι, ήταν ένα ακόμη από τα εμπόδια.  Αυτοί οι εκχριστιανισμένοι Αλβανοί Τσάμηδες  έπρεπε πάση θυσία να φύγουν από τη μέση. Οι ανταγωνισμοί και οι έριδες στις φατρίες των Σουλιωτών τον βοήθησαν. Μεταχειρίστηκε  διπλωματικά μέσα και προδοσία και τους έκαμψε. Δυο ισχυροί Σουλιώτες, ο φύλαρχος Φώτος Τζαβέλας και ο Γιώργος Μπότσαρης έγιναν αποστάτες κι έκαναν πλάτες στον εχθρό. Ώσπου το 1803 ο Πήλιος Γούσης, πούλησε τους συμπατριώτες του, έναντι πενιχρού τιμήματος δείχνοντας στους Τουρκαλβανούς την ατραπό που τους οδήγησε στο Κακοσούλι. Μετά την Κιάφα ήρθε  η σειρά να πέσει και το Κούγκι. Εδώ ο καλόγηρος Σαμουήλ  τίναξε την πυριτιδαποθήκη, γράφοντας σχεδόν τον επίλογο της πτώσης του Σουλίου.  Στη συνθηκολόγηση σαν έπεσαν όλα τα οχυρά, οι Σουλιώτες εκπατρίζονται στα εφτάνησα, ο Αλή πασάς μόνος στο πασαλίκι και η λαϊκή μούσα να μην μπορεί να χωνέψει αυτό που έγινε και να θρηνεί τόσο για την καταστροφή αλλά και για τους προδότες, στιγματίζοντας και ρίχνοντάς τους στην καταισχύνη: << Ανάθεμά σε, Μπότσαρη / και σένα, Κουτσονίκα  / με τη δουλειά που κάματε / τούτο το καλοκαίρι ! […]

     Ο Αλή πασάς κατά τους ιστορικούς, ανήκε στους προικισμένους και στους ιδιοφυείς ανθρώπους. Ως καλός πολιτικός, λένε, σχεδίασε και την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνοαλβανικού κράτους. Ακόμη στο σχέδιο του ήταν η διάλυση του στρατιωτικού τιμαριωτισμού, μέτρα για την αγροτιά, το εμπόριο, την εκτέλεση δημοσίων έργων, την ενίσχυση της βιοτεχνίας και την επαφή με τις αγορές της Ευρώπης και της Ανατολής. Συν τοις άλλοις η  στρατιωτική του Αυλή στα Γιάννενα,  συγκαταλέγεται στις αληθινές Ακαδημίες πολέμου. Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Γρίβας, Βαλτινός, εκεί έγιναν αξιόπιστοι ξιφομάχοι. Σκέφτεται ακόμη να φτιάξει και πυρήνα δικαιοσύνης. Οι ιεροδικαστές να εξαφανιστούν και να αναλάβουν οι δικαστές την απονομή της δικαιοσύνης.  Τύγχανε ακόμη και υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, καθιστώντας την αυλή του σχολείο σκέψης και τέχνης.  Ο << φωτισμένος δεσποτισμός >> που ακολουθούσε στην πολιτική γραμμή του, τον κέντρισε για το σχεδιασμό Ακαδημίας Γραμμάτων, Τέχνης και Επιστημών.

  Τα εγκλήματά του πολλά. Κατακτητής ήταν τι περίμενε κανείς να χαϊδεύει τους ραγιάδες; Όταν οι Άγγλοι συνεννοήθηκαν  με τους Ρώσους και του πούλησαν την Πάργα οι Τούρκοι έφτασαν στην πόλη. Το τι έγινε δε λέγεται. Η λαϊκή μούσα έψαλλε ένα υπέροχο  μοιρολόι! << Ω κεραυνοί του ουρανού / και της δικαιοσύνης / κάψετε τον Αλή πασά / και τους κακούς εγγλέζους / για να ιδούν οι τύραννοι / πως ο θεός παιδεύει //.

       Έμφραγμα έπιασε την Πύλη με την ισχύ του και ανησύχησε. Οπότε τον κηρύσσει  αποστάτη και του κήρυξε τον πόλεμο. Ο ικανότατος Χουρσίτ με δόλο κατόρθωσε να τον εξοντώσει. Του πήρε το κεφάλι και το ‘στειλε στην Πόλη. Η περιουσία του αμύθητη. Η Πύλη υποπτευόμενη τον Χουρσίτ ως αποδέκτη της, διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Βγάζοντας έτσι από τη μέση την << εστία Αλή πασά >> είχε μεγαλύτερη άνεση να δράσει κατά της επανάστασης των Ελλήνων.

                                                                           [ Συνεχίζεται ]

           ellinikoxronografima.blogspot.gr    

 

      

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

 

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 


                                 Το σαραβαλάκι  

 

 

                                                   Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

                 Περιπατητής τυχαία βρέθηκα σ’ ένα δημόσιο χώρο. Στην αίθουσα η χλιδή σαν νιόνυφη λυγερή, χόρευε στο χλιούτσικο αεράκι. Κι έξω αυτοκίνητα ακριβά γυάλιζαν στη λαμπερή αστροφεγγιά. Ένας πακτωλός χρημάτων για να ικανοποιήσει την ψυχική νερώνεια βλάβη της απληστίας και την αθεράπευτη μανία του καταναλωτισμού. Τότε θυμήθηκα το δικό μου σαραβαλάκι, ένα χιουντάι κινούμενο φέρετρο, που με πάει από ΄δω κι από ΄κει, με τα λάστιχά του σχισμένα, τον προφυλακτήρα του κομματιασμένο, με τα σπασμένα του φανάρια ν’ ανάβουν όταν τους καπνίσει. Το πρωί δεν παίρνει μπροστά και του ρίχνω βλαστήμιες, ύστερα στις γούβες τρίζει, στις ανηφόρες ζορίζεται και ρετάρει, πολλές φορές δεν τις βγάζει και μ’ αφήνει στη μέση του δρόμου. Όταν βρέχει μπάζει νερά, το γκάζι και ο συμπλέκτης δε λειτουργούν καλά, το πεντάλ του φρένου γλιστρά, το κοντέρ του δείχνει εκατό κι εκείνο πάει με εξήντα. Το χειρόφρενο δεν πιάνει ποτέ, οι πόρτες του κλείνουν με γροθιές, τζάμια και καθαριστήρες πάντα προβληματικά.

                Πλημμύρα πολυτελών Ι.Χ. γύρω μου κι εγώ να λιμνάζω όταν ταξιδεύω σ’ αυτό και να πνίγομαι με την πρώτη βροχή. Κάποτε με τη συμβία μου, τα δυο μου παιδιά κι ένα φίλο εκλεκτό σε χωριό ταξιδεύαμε, στον άγιο του ν’ ανάψουμε κερί, στα όργανα ύστερα να πιούμε και να χορέψουμε. Στην τελευταία στροφή το νερό είχε σκεπάσει το πεντάλ του φρένου, εγώ το πάτησα, το φρένο δεν έπιασε, το αυτοκίνητο κόλλησε στο βράχο και εμείς μέσα στα συντρίμμια. Ευτυχώς είχαμε προστάτη άγιο, τη γλιτώσαμε και συνεχίσαμε εποχούμενοι σε αγροτικό ανελκυστήρα.  Το πούλησα σε μια χωριάτισσα, το ‘κανε ορνιθώνα και το αντικατέστησα μ’ ένα άλλο μεταχειρισμένο από μάντρα, φτηνό κι εκείνο, όλο σκουριά, βλάβες και ρεταρίσματα.

                Λιμουζίνες οι διαπλεκόμενοι  σε οικονομικά σκάνδαλα και οι αετονύχηδες της κρατικής καμαρίλας, σαραβαλάκια οι λαουτζίκοι και οι πληβείοι της φτωχολογιάς. Αραγμένα και τα πιο πολλά λόγω της οικονομικής αχρειότητας, άλλα χωρίς ασφάλεια, χωρίς σέρβις, χιλιάδες τα σκουριασμένα, αμέτρητα τα εγκαταλειμμένα.

          Τούτο το οικονομικό ξεθεμέλιωμα όμως, που ξέρεις, μπορεί και να μας βγει σε καλό. Ίσως ξαναβγάλει τα γαϊδούρια στους δρόμους, ίσως  ξανασάνουν και πάλι στα κατώγια και στα χωράφια και να έχουμε άνοιξη γαϊδουριών  που μπορεί να μας φέρει την οικονομική ανάκαμψη.  Μπορεί και την κοινωνική άνοδο, αφού ο Έλληνας << homo sapiens >> διέπεται από ψυχαναγκαστική εξάρτηση της ραστώνης και την βγάζει στον καναπέ.

             ellinikoxronografima.blogspot.gr   

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

                                           Το δικό μας γέλιο χάθηκε


 

                                                       Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

                Στην πόλη που ζω,  ο κόσμος κλαίει. Τα πρόσωπά του είναι τρομώδη, ανέκφραστα και παγωμένα.      Δηλαδή  << Γοργόνεια >> που όσοι τα βλέπουν το βάζουν στα πόδια από το φόβο τους.  Το << Γοργόνεια >> βγαίνει από το θηλυκό δαίμονα της μυθολογίας, τη Γοργώ ( Μέδουσα ) που στο κεφάλι είχε φίδια για μαλλιά και όποιος την κοίταζε γινόταν πέτρα. Τη βάφτισαν Γοργώ επειδή είχε άγρια ματιά. Άγρια ματιά έχουν και τα πρόσωπα των δυστυχούντων  Ελλήνων κι όχι αυτών των << χαμογελαστών >>.

              Άκεφος χθες είχα μια καταθλιπτική οικονομική συζήτηση με την παρέα που κατεβάζαμε τα ούζα μας. Οι γδάρτισσες τράπεζες, χωρίς να νοιάζονται για το ολέθριο χτικιό της κρίσης,   ζητούσαν  από έναν συνομιλητή μου τη δόση του στεγαστικού δανείου. Οι καμαρωτοί κοκορίσκοι της εταιρείας τον είχαν ζουρλάνει, έλεγε, στα τηλέφωνα και αντί να κρύβεται σαν αλεπούδα, αποφάσισε να βάλει τη δόση.    Ήταν 345 ευρώ και  κατέθεσε 300. Του έλειπαν τα 45. Δεν είχε τα υπόλοιπα.  << Μου ζήτησε να της πιστώσω τα 45 >>, συνέχισε. << Δεν έχω >> της είπα, << είμαι πανί με πανί. Αν θέλεις βιβλία μπορώ να σου δώσω, ένα μπαούλο, αλλά ευρώ δεν έχω ούτε σέντσι! >>   Έβαλε τα γέλια.  << Πού το πάνε δηλαδή, θέλουν να πιω κώνειο, να ξεμπερδέψω! Δε θα τους κάνω τη χάρη! >>

           Κι όταν μας τα ‘λεγε αυτά δε νομίζω  εσείς, οι τριακόσιοι τύραννοι  του ελληνικού λαού να πιστεύετε πως γελάγαμε κι εμείς που τον ακούγαμε! Εσείς γελάτε οι Νέρωνες της κοινοβουλευτικής πασαρέλας, οι κομματάρχες σας και οι διορισμένοι κηφήνες στα βιλαέτια του δημοσίου που απομυζείτε τον ελληνικό κορβανά και τεμπελιάζετε καθήμενοι.   Το δικό μας γέλιο χάθηκε!       Χορτασμένοι με αποθέματα κακουργίας και πανουργίας γελάτε, φουσκωμένοι με συναγρίδες και αστακούς,  την ευχαρίστηση περιμένετε στο ενεργητικό απευθυσμένο σας, κι ας γίνει λίμπα η πατρίς!  Ο Έλληνας δε γελάει. Αν τύχει και γελάσει θα το κάνει όταν του καθαρίσουν αυγά ή τον γαργαλίσουν! Αλλά νηστικός ποιος έχει το κουράγιο να τα κάνει αυτά! 

      Ο Νίτσε λέει:  << Άκαρποι είσαστε, γι’ αυτό δεν έχετε πίστη. Όμως όποιος θέλει να δημιουργήσει αυτός πρέπει να έχει πάντα τ’ αληθινά του όνειρα και τα προφητικά του άστρα, και να πιστεύει στην πίστη. Μισανοιγμένες πόρτες είσαστε που ενεδρεύουν νεκροθάφτες. Κι αυτή είναι η δικιά σας πραγματικότητα. Όλα να γκρεμιστούν >>.

           ellinikokoxronografima.blogspot.gr

 

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

 

Χρονογράφημα

 

 

 

 


 

                                Το ψίχουλο μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας

 

 

                                               Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

 

 

 

         Μοσχοβολούσε ο κήπος μου γαρύφαλλα και δυόσμο, η γύρη έσμιγε με το ενεργειακό πεδίο των ωαρίων, οι φυλλωσιές θρόιζαν περνώντας μέσα τους ο ήρεμος Ζέφυρος. Η ζεστή μέρα με ύπνωνε, την ελεημοσύνη της ζητούσα   να  με ‘βρει το βράδυ   αναμάρτητο, οικοδομώντας το είναι μου μακριά από το μοιχεύσεις, το φονεύσεις και το κλέψεις. Ονειρευόμουν τα παλιά, τη μασταρού Ευρώπη που μας βρίζει ραγιάδες, το άηθες  << GREXIT >> που έχει κολλήσει στη σάρκα μου, τη γυμνή πατρίδα που τρώει τις σάρκες της, τον κάθε πίθηκο της ξένης και της εγχώριας τρόικας  που μας πουλάει νερώνεια ψυχική βλάβη. Κοιτούσα τη σόλα μου την κολλημένη με UHU, το πορτοφόλι μου που σάπιζε άδειο, το ψίχουλο που μασουλίζει η ασήκωτη φτώχεια μας.

          Ώσπου ένας μαυροντυμένος καλόγερος, ασπρομάλλης, μαυροφρύδης με χέρια μακριά σαν κουπιά, σαν αστραπή πέρασε δίπλα μου και θρονιάστηκε στην καρέκλα. Ερχόταν από το Ιόνιο. Φοβήθηκα, χλόμιασα, η καρδιά μου έπαιζε βαλσάκι τρελό.       << Ειρήνη τεκνό μου! >> ψιθύρισε.  << Σε ζηλεύω!  Δε σου ‘χει σφίξει το λαιμό το λουρί της κρίσης, λάμπεις σαν πολυέλαιος κάτω από τον ίσκιο, ο κήπος σου ζούγκλα στο λάπατο, τα δέντρα σου φίσκα στο φρούτο, οι κοκόροι σου κρεατωμένοι, τα κουνέλια σου τετράπαχα,  δείχνεις καπιταλιστής κρυφούλης >>.

      << Εξόχως ωραία τα λες, άγιε δέσποτά μου >> του ανταπάντησα, αλλά κοίτα με καλά.  << Το  παπούτσι μου ξεσολιασμένο, το τζιν μου μανταρισμένο, το κοντοπόλκι μου τρύπιο, άκουρος, το γένι βρώμικο, η σκόρτσα δυο δάχτυλα στο πετσί μου. Άφραγκος, θεονήστικος, τρέφομαι στη χάση και στη φέξη με ξερό ψωμί, και ωμή λαχανίδα. Ο καταπιώνας μου ξέχασε το κρέας, η συνταξούλα μου μέρα παρά μέρα τα τινάζει, δε μου μένει σέντσι, όλα μου τα παίρνουν οι τριακόσιοι συγκλητικοί. Ζω στη μυλόπετρα, στυμμένος είμαι,  λιώμα, τελειωμένος, ένας Έλληνας λεχρίτης >>. Η συμβία ορθή στην πόρτα, φωνή λάλησε δυνατή: << Με ποιον μιλάς, άντρα μου; Λώλανες; >>  << Με τον   καλόγερο! Έλα  να  τον δεις! >>  << Καλόγερο  δε  βλέπω, αλλά έλα μου, έλα μου  και προσκύνα!  >>   Ξεδίπλωσε από το προσόψι το εικόνισμα του άγιου Καρτέριου και μου  το  ‘βαλε στα χείλη. << Προσκύνα το, φίλα το και πες: Ιησούς  Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά! Έτσι θα ράψουν οι άγγελοι την τρυπούλα του μυαλού  σου και δε   θα μπαίνουν  πια οράματα >>.

         Χρηματοδοτικό κενό μας μαστορεύουν οι φιλελεύθεροι ευρωπαίοι, με νευρωτικό παροξυσμό ξεσπάμε οι αξιολύπητοι!

          ellinikoxronografima.bmogspot.gr

           

 

 

                          

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

 

          Χρονογράφημα

                                        Λίγη κόρα ψωμί


                                       Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 

           Έτσι το  ‘φερε η οργή να γίνουμε άλλοι οδηγοί, άλλοι ταξιτζήδες και κάποιοι δάσκαλοι. Αμνοί και όχι κλέφτες, νομοταγείς χριστιανοί με το μεγαλόσταυρο στο στήθος, οσφυοκάμπτες της εξουσίας, λαλίστατοι τραγουδιστές της χουγιαγμένης μας ζωής, ελληνάρες με περικεφαλαία  που τους στραγγάλισαν γενίτσαροι πολιτικοί πριν λυθούμε ακόμη από το λουρί της μάνας μας.  Ο προπάππος μου είδε το φύτρο του να μεγαλώνει στο χωριό, ο παππούς συνέχισε το δικό του στο ρεικότοπο, ο γεννήτορας θαμμένος στην πέτρα και το γαϊδουράγκαθο να ξελογγώνει μια σποριά να την κάνει γη.  Το ψωμί δεν το χορτάσαμε, τον ύπνο μας τον τυλιγάδιασαν της φτέρης οι κρύες αγκαλιές, το μέλλον μας το τάξαμε του θανάτου και της φθοράς. Η γιαγιά Κυριακούλα μας τάιζε ριγανάδα, τραχανά και χυλοπίτες.  Κρέας, οψάριον και οκτάποδα δεν τα βλέπαμε ούτε κατ’ όναρ. Κι η μάνα νηστική, το  μερτικό της απ’ το κομμάτι της, μάς το μοίραζε να μας χορτάσει.

               Τη σωτηρία της δουλειάς δεόμενοι, τριάντα πέντε συναπτά έτη στον εργοδότη θυσιαστήκαμε, χάσαμε σώμα και ψυχή και φύγαμε κουρελιασμένοι. Η σύνταξη γλίσχρα και κουτσή δε φτάνει ούτε το κώνειό μας ν’  αγοράσουμε.  Βάζω και σκέφτομαι με τα ελίκια του μυαλού μου να βρω τι έφταιξε και δεν έχουμε λίγη κόρα ψωμί. Που γίναμε άγνωρα ζούδια και τρέχουμε στις αναβόλες και στις πλαγιές να μαζέψουμε το ζοχό για να τυλωθούμε. Δύσκολο πολύ δεν είναι να το βρω, απλά σαν θυμηθώ πόσους αμνούς έφαγαν και τρώνε οι  πορφυρογέννητοι σωτήρες μας, οι κομματάρχες, τα καραγκιοζάκια οι κοινοτάρχες, οι δήμαρχοι με νοημοσύνη κολοκυθιού, οι άρπαγες γυπαετοί πολιτικοί  που μας ξέκαναν και μας έκαναν από νοικοκυραίους ζήτουλες και ψιχουλοχάφτες.

            Και μείναμε χωρίς χιτώνα, γυρνάμε με μπουφανάκι εποχής Ούντρας, φορούμε το ίδιο τριμμένο μπλου- τζην παντελόνι, στο πιάτο μας η ψημένη πατάτα, χρεωμένοι μέχρι τα μπούνια στην εφορεία κυλάμε σαν την πέτρα και μαζεύουμε μούχλα. Να ‘ταν και η υγεία καλή θα λέγαμε ας πάει στα κομμάτια. Μας ζορίζουν τα σπονδύλια και το φάρμακο λείπει, η δυσκοιλιότητα  δεν ξεφράζει με το ψύλλιο, η πίεση πάει στα ύψη και το χάπι να τη ρίξει εμποδίζεται από το μπόγια υπουργό.

             Και περιμένουμε. Πότε ο μνησιπήμων πόνος θα φύγει από τις αποσκευές μας; Πότε;

        ellinikoxronografima.blogspot.gr       panant1947@gmail.com

 

 

                               αίολος             *Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

                  Οίνος κεχριμπάρι, ο φίλος και η εικαστικός


               Μ’ ένα καρτούτσο οίνο βαρελίσιο, κεχριμπάρι, ξεκινήσαμε με το Λευτέρη, αδελφικό φίλο, συμμαθητή και άριστο νομικό για να πιάσουμε ψιλό λακριντί από την εφηβική σχολική ηλικία μας ως σήμερα. Πες, πες η κουβέντα παρεκτράπηκε από τους ανέμους, εξόκειλε σε ύδατα λιμνάζοντα και μη, περιστράφηκε γύρω από τη δουλειά, την οικογένεια, την ακρίβεια και εστιάστηκε σε ιστορίες αποτυπωμένες ανεξίτηλα στο μυαλό μας.

              << Αφού συνεχίζεις το γράψιμο και είσαι συγγραφέας>> μου είπε με άκρως φιλική, πνευματική και  συναισθηματική διάθεση, <<άκουσε και μια ιστορία σφυρηλατημένη στην εποχή τη δική μας, της υλικής ένδειας και της πλήρους διάλυσης που ίσως σε συγκινήσει και την αποτυπώσεις με τη γραφίδα σου σε μυθιστόρημα. Την άκουσα πολλές φορές από επιστήθιες φίλες μεγαλύτερες με παντοτινές λιμνοθάλασσες αρμονίας στην ψυχή τους και εξόχως ρομαντικές και ποιητικές σε συναισθήματα έρωτα και αγάπης>>. Κοίταξε απέναντι το στενό δρομάκι  το τριώροφο αρχοντικό που υπομονετικά βίωνε την εγκατάλειψη και συμπλήρωσε: << Γι’ αυτό θα σου πω όσα ασυνήθιστα έγιναν στα πλατύχωρα  δώματά του και τις πέριξ βεράντες του, στα χρόνια μας ή και νωρίτερα. Στον προθάλαμό του, στο σαλόνι του, και στα ορθάνοιχτα παράθυρά του τότε που μπαινόβγαινε ο έρωτας μεταξύ της ενοίκου μιας ζωγράφου καλλονής κι ενός μαθητή που οι φλογίτσες της αγάπης τους πυρπόλησαν αμφότερους μέχρι πλήρους πυρακτώσεως. Κάποιοι κακεντρεχείς κουτσομπόληδες διέδωσαν πως καίγονταν ακόμη πολυθρόνες και καναπέδες και πως  βαρύγδουπα ερωτικά γεγονότα, έμπλεα πάθους και ζήλειας, συνέβησαν ανάμεσα στη χυμώδη ιέρεια της τέχνης και στο φιλάρεσκο Δον Ζουάν μαθητή>>.

         << Εδώ θα μου επιτρέψεις να συνεχίσω εγώ>> του είπα, << για να προσθέσω κάτι. Λένε η αιθέρια αυτή καλλονή, τα είχε πριν με ένα τριαντάρη μουσικοσυνθέτη, ολίγον  χλεχλέ και πιεσμένη ήρθε στην πόλη μας να συναντήσει τη φθορά της. Αρνούμαι να υποκύψω στις περιγραφές και τις αφηγήσεις των κακόβουλων γειτόνων>>.        

       <<Ναι >>, είπε ο Λευτέρης  αλλά τα γεγονότα μιλούν.  Η αιθέρια έκλαμπρος εικαστικός αν και έδειχνε πως διέσχιζε  μετ’ εμποδίων την μπαλκονόπορτα να βγαίνει στη βεράντα να ζωγραφίζει, όμως το έκανε. Στήνοντας το καβαλέτο της, καθόταν στην πολυθρόνα, κάπνιζε κι έπινε. Ζωγράφιζε και κοίταζε στο δρόμο μην φανεί ο μαθητής, με το χρωστήρα της όσο δεν τον έβλεπε, έφτιανε σύμβολα και χρώματα. Συνήθως με το δείλι τα απογεύματα έβγαινε, όταν το Ιόνιο κοκκίνιζε και η πόλη με τα σπίτια βάφονταν στα πορφυρά χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Αυτός ερχόταν και με ένα γιασεμί στο χέρι την χαιρετούσε. Στεκόταν κάτω από τη βεράντα, της ψιθύριζε λόγια αγάπης, ενώ αυτή σαν φλεγόμενη βάτος κρεμόταν από τα κάγκελα απλώνοντας τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Κι όταν προσπερνούσε ο Δον Ζουάν σκιεροί χρωματισμοί κάλυπταν το αστραφτερό πρόσωπό της και μια θλίψη ύγραινε τα μάτια της>>.

     Εντυπωσιασμένος από τις εκμυστηρεύσεις του, του άφησα δρόμο να συνεχίσει. Νηφάλιος και γλαφυρός, το έκανε. << Λοιπόν ο νεαρός τελειώνοντας το γυμνάσιο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Μετέωρη πια χωρίς  τη λάμψη του η εικαστικός έπεσε σε μαρασμό και εκδήλωνε αυτοκτονικές τάσεις, ζώντας συντροφιά με πλήρεις φιάλες αλκοόλ και καπνίζοντας σερί πακέτα σιγαρέτων. Έτσι μποτιλιαρισμένη μεταξύ γκρεμού και ρέματος, έπεσε από το κάστρο και σκοτώθηκε. Η πλειονότης των ανθρώπων της πόλης έπεσε από τα σύννεφα όταν το έμαθε ενώ κάποιοι θορυβήθηκαν και το θεώρησαν πολύ απονενοημένο. Το σημείο όπου άφησε την τελευταία της πνοή, έμεινε εμβληματικό και οι σύγχρονοι ερωτευμένοι το επισκέπτονται ως προσκυνητές του θυσιασμένου έρωτα>>. Τελείωσε κι  αφού άραξε μεγαλοπρεπώς στη θέση του, απήγγειλε με έντονο συναίσθημα τους στίχους του Κώστα Ουράνη: <<Η αγάπη α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού/ και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους, στυλωμένα/ […] Δεν ωφελεί να καρτεράς. Αν είναι να  ‘ρθει θε να ‘ρθει//.[…]

    ellinikoxronografima.blogapot.gr  panant1947@gmail.com

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

 

                               Ο γκιώνης


 

                                Παναγιώτη Αντωνόπουλου

            

          Ανήκει στην οικογένεια των Γλαυκιδών. Λέγεται και Σκωψ ο κοινός, είναι νυκτόβιος, θερμόφιλος και καλοκαιρινός επισκέπτης. Γνωστός παρά πάσι  τοις Έλλησι και ο μύθος του που συγκινεί. Λέει: Κάποτε ήταν δυο αδέρφια ο Αντώνης και ο Γιώργος. Ο Γιώργος μια μέρα έχασε τ’  άλογα. Στην επιστροφή του στο σπίτι το είπε του αδερφού. Εκείνος θύμωσε και στη λογομαχία πάνω τον σκότωσε. Όταν κατάλαβε τι έκανε, φώναξε και ούρλιαζε. Μετανιωμένος παρακάλεσε το θεό να τον κάνει πουλί. Αυτός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε  σε γκιώνη. ( εκ του Αντώνης ). Ψάχνει τον αδερφό του και φωνάζει: << Γιώργο… Γιώργο… τα βρες τα άλογα;>> Που και που αφήνει κι ένα μακρόσυρτο θλιμμένο, όλο απελπισία: <<γγγ… γγγγ… γγγγγ…γγγ >>.

     Στην εφηβεία μου μια πείνα γαμψόνυχη μ’ έστελνε το μεταμεσονύκτιο στο κτήμα να ποτίζω τα κηπευτικά. Ο μπάρμπα Αλέκος που γειτόνευε έκανε το ίδιο. Έπαιζε και φλογέρα και όταν σταματούσαμε το ψιλό λακριντί το λάλαγε για τα καλά. Εκεί κοντά παρεπιδημούσε και ο γκιώνης. Διψώντας για συντροφιά και απόσυρση της μελαγχολίας του μας επισκεπτόταν τακτικά. Τον περιμέναμε ν’ αρχίσει το κλάμα, τραγούδι για μας, ένα ιδιότυπο θρήνο για  τον ίδιο. Επιδιδόμαστε σε εδαφιαίες τεμενάδες ν’ αρχίσει και ακατάσχετα παρακάλια. Ούτως ή άλλως θα το έκανε. Και άρχιζε: << γκιων! γκιων! γκιων! γγγ… γγγγ… γγγ…>>

    Ο μπάρμπα Αλέκος βουτούσε στο αυλάκι με τα νερά να δροσιστεί. Εγώ ένιωθα μια λαχτάρα σε όλο μου το σώμα και σκεφτόμουν, δύσκολους απολογισμούς που γίνονται τα καλοκαίρια, άλλους με χαμόγελα κι άλλους με στενοχώρια. Ένα μεταμεσονύκτιο ώσπου να σταματήσει ο γκιώνης ο θείος είχε βγάλει τη φλογέρα. Όμορφο, ευλογημένο, αληθινό το τραγούδι ακούστηκε σ’ όλες τις ρεματιές και τις χούνες:

   << Τα νιάτα τα μπερμπάντικα/ γλέντα τα στον καιρό τους/ γιατί η μπαμπέσα η ζωή/ θα κάψει τον ανθό τους/. Τώρα που καις σαν τη φωτιά/ τώρα που έχεις ρέντα/ μεσάνυχτα και χαραυγές/ με την ψυχή σου γλέντα/.

          ellinikoxronografima.blogspot.gr

 

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

 

 

 


 

 

                     Τότε που πυρπολούσαν τα κιόσκια

 

 

                                                              Του Παν. Αντωνόπουλου

 

 

 

 

            Θυμάμαι Δεκέμβρηδες θλιμμένους και καλοκαίρια καμένα με δαυλί. Κι εμείς στους Μορφωτικούς Συλλόγους σιγοσβούσαμε τις ώρες μας για να δείξουμε στον κόσμο, Λενώρες ποίησης, βιβλία με μετάξινους κι άυλους αστερισμούς και προτομές Παλλάδος σμιλεμένες από γραφές σοφίας. Τότε κάποιοι δήμαρχοι με μαύρες στολές έκαιγαν  τους πνευματικούς μας τύμβους με φωτιές του διαβόλου και μας ενταφίαζαν σε μνήματα λησμονημένα. Οι ίδιοι καμώνονταν πως τους θείους καρπούς της γνώσης κατείχαν. Ω! τους άθλιους! Κι έστελναν κοπάδια τους μελανοχίτωνες μισθοφόρους τους να μας διαλύσουν σπάζοντας τα παίδια μας. Και μας έδιωχναν από την πλατεία, πυρπολούσαν τα κιόσκια, ποδοπατούσαν ποιητικές συλλογές της Ρωμιοσύνης, έσκιζαν τις επαναστατικές μπροσούρες του αντάρτη συγγραφέα, κουρέλιαζαν με μίσος τις αφίσες της ειρήνης, και μας οδηγούσαν στο τμήμα μπροστά στους εντεταλμένους  της  σιδηράς ασφάλειας.

           Σήμερα είναι όλοι τους κοράκια μαδημένα. Αδύνατοι, σουφρωμένοι γέροι, άρρωστοι και με ψυχή συντρίμμι. Και συνεχίζουν να πηγαίνουν σε εκδηλώσεις πνευματικές που δεν πιστεύουν. Ερείπια πια, με όψη δεσποτική και σκέψη ωχρή για τον τιμώμενο. Γιατί το κάνουν; Γιατί πάνε; Να δείξουν το λόρδικο αίμα τους; Ίσως το παίζουν διανόηση! Ιντελιγκέντσια!  Σοφοί δεν υπήρξαν. Τους << λαπάδες>> ποιητές τους αποστρέφονται. Τη γιγάντια σκέψη τη μισούν. Το συγγραφέα φτύνουν. Η δράση του τους ενοχλεί. Αμ η ζωή του; Ποιος νοιάστηκε απ΄ αυτούς, πώς βγάζει το ψωμί του;  Τι στέρηση πέρασε  ν’ αφήσει τη γραφή του και πόσες μπόρες έφαγε να βγάλει ένα βιβλίο, γυμνός μέσα στις καλαμιές και στ’ άγρια αγκάθια;

         Το νεκρικό ψαλμό μας αυτοί ζητούσαν και ζητούν. Είναι οι άθλιοι που χαίρονταν ν΄ ακούν την πένθιμη καμπάνα για τον ποιητή, το μυθιστοριογράφο, το χρονογράφο,  που κάνουν τον πόνο του ανθρώπου θείο μεθύσι της γραφής σε χοντρόδετο βιβλίο. Με τους Αττίλες, τους Ισραφήλιδες  και τους Ηρώδες τους αιμοσταγείς, θαρρώ πως μοιάζουν! Κι αν έχω άδικο, ας με σταυρώσει η  σιωπηλή στιγμή!

   ellinikoxronografima.blogspot.gr

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

 

Χρονογράφημα

 

 

 

                                

                                        Χαστούκια


 

 

                                                 Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

 

 

 

 

             Κάθε μέρα μια ολοδάκρυτη αυγούλα μας βρίσκει μ’ ένα ματσάκι αγριανθούς στο βαζάκι μας. Οι μεγάλες μας χαρές έγιναν Άρπυιες, η τσέπη μας τρύπησε, οι Τροϊκανές υποσχέσεις  πάνε κι έρχονται σε ατραπούς σκοτεινούς που συναντούν το Μερκέλιο Λαβύρινθο.

            Ούτε πιστεύουμε σε τίποτα, ούτε περιμένουμε κάτι, ούτε ελπίζουμε. Η καρδούλα μας τσόφλι, στοιχειά και δράκοι σχίζουν τα σωθικά μας, το λιγοστό πλιγούρι μας το αρταίνουμε με μούργα Μεσσηνίας. Στην τηλεόραση κόρσες αναύχενες μας ραντίζουν με εντομοκτόνα λόγια, φουσκωτοί πολιτικοί πετεινοί λαλούν και φλυαρούν ακαταπαύστως, επιτετραμμένοι θαυματοποιοί σγαρλίζουν μια κουτσουλιά στο κοτέτσι του υπουργού των οικονομικών και τη βαπτίζουν, ανάπτυξη.  Κι εσύ φουκαρά Έλληνα ραγιά κάθεσαι σταυροπόδι κοντά στο σβηστό παραγώνι σου και σκέφτεσαι. Τι σκέφτεσαι;  Τα χαστούκια που έχεις φάει, αυτά που τρως και τα άλλα που θα φας!

            Έλληνα οσφυοκάμπτη, σ’ έχουν τουλουμιάσει στο ξύλο κι έχεις φάει χαστούκια από τον πατέρα σου, τον παπά, το δάσκαλο, το μαθηματικό, την πρώτη  ροδούλα αγάπη σου που της άγγιξες τις μελιχρές ρόγες της, το λοχία, τον πιράνχας εργοδότη σου, την αόμματη γριά εφορεία, από τον επιτάφιο θρήνο σου για το απολωλός κουμούτσι σου.  Και συνεχίζεις να τρως από ευρωπαίους τσαρλατάνους που οδοιπορούν στη γαία σου και σου τάζουν λαγούς με πετραχήλια,  από εργολάβους που έχουν βίλες με κήπους γεμάτους με αργυρές αγράμπελες, από τριακόσιους κροίσους και ολίγιστους της βουλής.

          Τουλάχιστον ν’ άξιζε κάποιο χαστούκι να σε αφυπνίσει, όπως συνέβη στον γράφοντα σβουριγμένο  από το φιλόλογό του σε παρελθόντα χρόνο και τώρα  που το αναμιμνήσκω λέω χαλάλι του, δε μου σβούριζε κι άλλο ένα!

          << Μήνιν άειδε, θεά, πηληϊάδεω Αχιλήος ουλομένην, η μυρί Αχαιοίς άλγε’ έθηκε… >> διάβασε και μου ζήτησε τη μετάφραση. << Ψάλλε, θεά τον τρομερό θυμόν του Αχιλλέα, πως έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων… >>  απόδωσα  και χάρηκα.  << Αχιλλέα; είπες; >> φώναξε και μου άστραψε χαστούκι ισχύος πολλών μεγατόνων στο σβέρκο που κόντεψε να μου ξεκολλήσει το κεφάλι. << Αχιλλέως… ως… ως… ως… είναι η αρχαιοπρεπής κατάληξη και όχι ααααααα! όπως η δική σου η μαλλιαρή, ανάγωγε! >> Και με παιδαγωγικό οίστρο   μου κόλλησε το μούτρο στο βιβλίο.

               Αφυπνίστηκα. Το δώδεκα το έκανα δεκαεφτά. Όμως! Άλλο το χαστούκι του φιλόλογου κι άλλο του Τυφώνα καπιταλισμού. Ένα αν φας από το χέρι τούτου του τέρατος δε θέλεις δεύτερο! Κολλάς τη μούρη σου στη λάσπη και δε σηκώνεσαι! Μένεις εκεί και δεν ξεκολλάς!  Όπως τώρα, καλή μας ώρα, που το φάγαμε!    

              ellinikoxronografima.blogspot.gr       panant1947@gmail.com