Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Μπάτε σκύλοι αλέστε…

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Τους χώρους της δημόσιας διοίκησης που καθεύδει τους φοβάμαι όπως ο εωσφόρος το λιβάνι. Χαίρω όταν μου έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο μαζί της, τρέμω σαν αιχμάλωτος του Άουσβιτς μήπως με κάνουν σαπούνι στους φούρνους της, όταν το άγριο δρολάπι του νόμου με επιστρατεύσει να σταθώ ενώπιόν της, γυμνό ραγιαδάκι και να μου βγάλει τη σφέρτσα.   
              Κι αν  Βελζεβούλης Έλλην ή Τροϊκανός με φέρει εκεί, ούτε δεμένος δεν κάθομαι, όσο ο λιμοκοντόρος γραφειοκράτης, παλουκωμένος στο γραφείο του,  μου γαργαλάει τον πισινό με σκουριασμένο καρφί.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Βρικόλακες

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
            Κυψέλη το δημόσιο. Τροφοδοτεί τα χαρτένια όνειρα των νέων, επουλώνει πληγές της φτώχειας τους όταν περάσουν το κατώφλι του, θαμπίζουν οι νύχτες τους από το αστεράκι της μονιμότητας που τους φωτίζει, σπιθίζουν οι αυγές τους από το γλίσχρο μισθό που τους φιλοδωρεί.  Δουλεύουν και τους ραντίζει η ανάβρα της ευτυχίας, ντύνονται με την εθνική στολή του φυλακισμένου στο κάτεργο της εξουσίας, λιώνουν και σαπίζουν τριανταπέντε χρόνια δεμένοι με λουριά στις φάκες του δημοσίου υπόκοσμου.  
             Σ’ αυτό το μαγαζάκι φώλιασα κι εγώ. Είδα κυρίες υπάλληλους με φτερά στο καπέλο, δράκους γραφιάδες, να έχουν γραμμένη ανεξίτηλη στο στήθος την υποταγή στο κίβδηλο κόμμα, χαμερπείς σκύλους γραμματείς αλειμμένους με σάλια να ξεσκονίζουν τα παπούτσια των προϊσταμένων. 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Η φούσκα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

                  Στα δίσεκτα παιδικά μας χρόνια τις μέρες μας κανένα ροδόφυλλο δεν τις στόλιζε και οι νύχτες μας ήταν χωρίς χρυσομέταξα μαλλιά και γεμάτες σκιάχτρα και πληγωμένα αστέρια. Όμως οι καρδιές μας πήδαγαν στα στήθια μας να διατηρήσουν τη ζώσα φλόγα του μικρού ήλιου που ανέτειλε και χανόταν σαν διαλυμένος κομήτης.
                  Και του Τριωδίου ερχομένου ένας τέτοιος αρρωστούλης ήλιος σκόρπαγε την καταχνιά από τη γειτονιά, μάς έβγαζε το χοντρό ρούχο και ζεστούληδες σκαρίζαμε σαν τα σαλιγκάρια στη χλόη ύστερα από τη βροχή. Οι αποκριές είχαν υπογράψει το τέλος των χοίρων και δήμιοι οικοδεσπότες με τα μαχαίρια στα χέρια έκοβαν από έναν – έναν τον καρούντζο. Εμείς που τα παιχνίδια μας ήταν αναπαρμένα από χέρι τσιφούτικο και σκληρό σαν σίδερο, σκυφτοί πάνω από το σφαχτό με βλέμμα δριμύ, στον όλεθρό του ξεθάβαμε από την κοιλιακή του χώρα λαφυράκι ατίμητο.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Πως βγαίνει το ψωμί!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
        Αιμάσσων στην ψυχή, βλέποντας τους πατριώτες μου να τρώνε στους δρόμους μπισκότο και φρυγανιά που << ξάφρισαν >> απ’ το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, κόβω τις ρουφηξιές του σκέτου μου και αυτοτιμωρούμαι με αποχή από το υπόλοιπο του περιεχομένου.
         << Κλέβουν και τρώνε ότι βρούνε μέσα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η πείνα χτυπάει κόκκινο και στην επαρχία>>  εμποιεί με το λόγο του ένας << απελέκητος >>  στο διπλανό τραπέζι και σφραγίζει το λογύδριό του περί πείνας με τούτο το σοφό και αστείο: << Σαν πάρει τ’ αυτί τους πως τα κόκαλά μας είναι γερά, θα μας ξεκοκαλίσουν οι φάρες του κερατά, θα μας τα πάρουν! >>

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η επικήρυξη του ποιητή

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
         Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις λυρικές ελεγείες του.
           Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς κι ερωτικούς αλλά και στίχους για το θάνατο και τη βασανισμένη ζωή.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Το ψοφίμι



Ο ιδρώτας ανάβλυζε από το πρόσωπο του υποψήφιου δημάρχου και οι χοντρές σταγόνες κυλούσαν στο μέτωπο και στα μάγουλά του, όση ώρα φλυαρούσε στους αδιάφορους ψηφοφόρους του.  Κόκκινες βούλες παντού στο πρόσωπό του, στα μάτια μίσος φρικαλέο, φωνή που τρυπούσε τ’ αυτιά σαν βέλος.
          Την προηγούμενη μέρα η τοπική εφημερίδα με μια γελοιογραφία της τον είχε περιποιηθεί καλά. Δημοσίευσε ένα κωμικό ανθρωποειδές με ύπουλο βλέμμα να αναρριχάται σ’ ένα κορμό δέντρου. Στη λεζάντα κάτω είχε γράψει: << ο αυριανός δήμαρχος συλλέγει καρπούς! >>

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Χαρτί απορίας

  Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
              Τούτης της στραβοπόδαρης ελληνικής γραφειοκρατίας πολύ της αρέσουν τα στολίδια.  Για να ρυθμίσεις το στεγαστικό σου δάνειο  θέλεις δώδεκα χαρτιά συν φωτοτυπία του βιβλιαρίου καταθέσεων για το κερασάκι στην τούρτα! Κι όσο να στρώσεις στοιβανιές στο γραφείο της υπαλλήλου, άλλες φουρκάδες σε περιμένουν. <<Φέρε μου κι ένα  <<ανεργίας >> του γιου σου, και τους τίτλους κυριότητας και επικαρπίας του σπιτιού>>  σου λέει.  Τα χάνεις, βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που άφησες τη στρούγκα για να φτιάξεις σπίτι και περιχύνεις το φαρμάκι σου στους μούργους αφέντες σου.
            Αυτή λοιπόν η γραφειοκρατία μου άρπαξε σε πίσω καιρούς το δισάκι μου. Μ’ άφησε χωρίς ψωμί και στέρεψε το νερό στο φρυγμένο μου κορμί.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ερίφια και αμνοί

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος

Η εποχή λαπάς. Ουδέν ακμάζει κι όλα φαίνονται μέσ’ από δακρύβρεκτο όμμα. Αλυσοδεμένο το πνεύμα, μαραμένα τα φύλλα της ευώδους μυρσίνης μας. Πιασμένοι σαν τους ποντικούς στη φάκα να τρώμε το ποτισμένο με δηλητήριο τυράκι, ούτε ακούμε του αφρού το μουρμούρισμα, ούτε βλέπουμε το ανθισμένο ροδάμι που τραγουδά όταν το χαϊδεύει ο άνεμος ζέφυρος.
Λησμονήσαμε το ευ ζην, το ρίξαμε στο κακώς ζην. Η χαρά μας μοιρολόι, τα χάδι μας αρπαχτικό πιράνχας, ο λόγος μας μαραφέτι διαβόλου, η τερπνή κουβεντούλα μας Μέγαιρα Ερινύα, οι θείες εκλάμψεις της συντροφιάς του φίλου, σάρισες Μακεδονικές που πληγώνουν σπλάχνα.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Κομμένα όλα!

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος


Ζούμε εν νεφέλαις καπνού και πυρός. Χωρίς λούσο, με το ρεύμα κομμένο, το ρούχο τριμμένο, το χαράτσι βουνό σαν την Γκιώνα, το φάρμακο γενόσημο σαν το μαντζούνι του παλιού καιρού.  Το βόλι νιώθουμε του Στουρνάρα, τη λευκασμένη μας ζωή στη λάσπη κυλάμε. Πού να σταθούμε; Σε στύλους όπως ο Στυλίτης; Τους έκοψαν για της σόμπας την πυρά. Σε καταυλισμούς; Τις οδύνες τους εκεί εναποθέτουν σεσηπότα σώματα της μαύρης Αφρικής. Στους οίκους μας, με τους σωριασμένους σοβάδες;   Ποιους οίκους;  Τους εκποιημένους βόρειους πόλους που έχουν δώματα κατάψυξης, τζάκια με καύσιμο λιοκόκι, στόφες υψικάμινες που ζεσταίνουν με καιόμενο παπούτσι πλαστικό, σάπια καδρόνια και κλεμμένα νάιλον από τα θερμοκήπια; 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ντενεκέδες

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
                 Τούτο τ’  ονοματάκι ριζώνει στα στήθια μου όποτε βρεθώ σε δημόσιο γραφείο, απέναντι σε διορισμένο υπάλληλο αγρίμι ή σε θήλυ καλλονή που φροντίζει τα σμιχτά της φρύδια και αγνοεί εμέ το δυστυχή φορολογούμενο.
                   Αν καταλάβατε, μιλάω για τους << ντενεκέδες >>    ηγεμονίσκους υπαλλήλους του που μας σκονίζουν με τη σκουριά τους  και από το  μόσχο το σιτευτό που εμείς βόσκουμε αυτοί  τρώνε το ψαχνό και μείς γλείφουμε το κόκαλο.
                 Ήμουν οδοιπόρος στις πρώτες μου μέρες στην εκπαίδευση  όταν άρχισε η φαιδρά μας γνωριμία. Με φλογισμένη νιότη και ψυχούλα λευκοφόρα  αγάλι- αγάλι και φοβισμένος μπήκα στο γραφείο του επιθεωρητή. Θαμπώθηκα απ’ τα ακριβά του έπιπλα, τα καρυδένια, και τα γυαλισμένα με λούστρο και ραντισμένα με μυρωδάτο σπρέι.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η σόμπα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ασκητής από τα τριάντα μου. Το πρώτο ασκηταριό μου ένα χωριό πάνω σε σουβλερoύς βράχους σαν καρφιά και γύρω – γύρω λασπότοπος που στις ξέρες του φύτρωναν γαϊδουράγκαθα.
Ασυντρόφευτος, μίλαγα με τα μονοκόμματα λιθάρια, τις κρυμμένες κίσσες στα πουρνάρια, μάζευα το σκόρπιο κοπάδι του τσοπάνου, όταν δεν είχα μάθημα κι έτρεχα με τα αρνάκια στις χέρσες αναβόλες.
Το σχολείο ερείπιο, οι σκισμές στους τοίχους χάσκουσες πληγές, οι πόρτες και τα παράθυρα σάπια ανέμιζαν σαν φαντάσματα στο δόντι του βοριά. Η κουζίνα φτωχή, μ’ ένα καμινέτο φαγωμένο από τη σκουριά, το τηγάνι κολοβό, το γυάλινο ποτηράκι με ραγισμένες ουλές στα χείλη του. Με το Κολοκοτρωναίικο σουγιαδάκι έκοβα φετούλες το ξερό ψωμί μου, μ’ ένα κουταλάκι από λαμαρίνα ανακάτωνα το βραστό μακαρόνι. Τη μισή βδομάδα όσπριο, αβγό και κονσέρβα, την υπόλοιπη, ότι με φίλευε ένας φτεροπόδαρος ορεσίβιος του βουνού.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Αχτίδα κίτρινη και γλυκιά

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
<< Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!
Το βιβλίο σου, ναι, το διάβασα εν μια νυκτί, που λένε. Μου άρεσε! Οι περιγραφές του ζωντανές, ο διάλογος παραστατικός, εικόνες με έντονα χρώματα, κρατούν τον αναγνώστη σε αδιάπτωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία του σελίδα. Οι αναδρομές στα περασμένα, στολίδι και εμπλουτισμός του όλου έργου, αλατοπίπερο νοστιμιάς. Έχεις την τέχνη να κεντρίζεις την περιέργεια για το τι θα γίνει τελικά.

Η ρουλέτα


Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μόλις ο κρουπιέρης φώναξε << κόκκινο! >> ο άντρας με το ακριβό κουστούμι και το νεανικό πρόσωπο, πάγωσε ολόκληρος κι άρχισε να τρέμει ασταμάτητα. Και τούτο γιατί συνειδητοποίησε με φρίκη πως δεν του είχε απομείνει ούτε ένα λεπτό στην τσέπη σαν έχανε και τα τελευταία του πέντε χιλιάδες ευρώ που ποντάρισε στο καταραμένο μαύρο και δεν του βγήκε.
Έτσι αφού πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει από το σοκ που πέρασε, άφησε πίσω του τη ρουλέτα και τους παίχτες της και σαν μανιακός κατευθύνθηκε στο μπαρ του καζίνου.
<< Και το μόνο που μπορώ να θυμηθώ >> σιγοψιθύρισε σαν κάθισε << είναι ότι στην αρχή και για μια ώρα, μάζευα χιλιάδες ευρώ, έχοντας την τύχη μαζί μου και στο τέλος μέσα σε τρία λεπτά, έπαθα καταστροφή! Αν το μαύρο… Αν το μαύρο, λέω, ξανάβγαινε δε θα ήμουν έτσι τώρα! Και το κόκκινο; Είχε αργήσει να βγει… Έπρεπε να το προσέξω… Αχ, αυτά τα καπρίτσια της τύχης, κανείς δεν μπορεί να τα προβλέψει… >>.

Η φτερωτή ευωδιά της γυναίκας

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Ο άντρας μόλις είχε έρθει από το πάρκο του ξενοδοχείου κι έπινε το ποτό του στη μεγάλη και πολυτελή αίθουσά του.
Η ονειροπόλα γυναίκα που εκείνη τη στιγμή μπήκε στην αίθουσα, μ’ ένα ρυθμικό κι αργό βηματισμό και κάθισε απέναντί του, τον ξάφνιασε τόσο, που, νόμισε πως της υποκλίθηκε αδέξια μαζί με μια καλοσυνάτη κι εξεταστική ματιά.
Έσβησε ύστερα το τελειωμένο του τσιγάρο στο τασάκι κι αφού πήρε άλλο από την ταμπακιέρα του, το άναψε και σαν το ‘φερε στα χείλη και ρούφηξε δυνατά τον καπνό του, άρχισε να την κοιτάζει με βλέμμα αχόρταγο.
Ήταν ντυμένη όμορφα και το καλοραμμένο ακριβό φόρεμά της, της έδινε μια αρχοντική λάμψη και μια νεανική φωτεινότητα. Τα πόδια της μέσα στα μαύρα παπούτσια με τα σταυρωτά λουράκια, έδεναν τόσο υπέροχα που έλεγες πως δεν υπήρχαν πιο χαριτωμένα πόδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όπως καθόταν στην καρέκλα της βολικά και κομψά μ’ εκείνη τη σιγουριά στο βλέμμα της, θαρρούσες πως πετούσε σε φιλντισένια άμαξα!

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Ζωή όχεντρα

 Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
              Φουκαράς ο έρημος. Με δυο ευσχήμονες υιούς και μια θυγατέρα περδικούλα πλουμιστή. Με συμβία αποκλεισμένη στο Δερβένι της κουζίνας. Ο ίδιος μεροδούλι στον κήπο του γείτονα να κόβει χόρτο, εργάτης στους δρόμους της πόλης να βουλώνει με την τσάπα τις γράνες, μπαρμπέρης να κουρεύει το ποίμνιο του βοσκού.
             Τα χρέη βουνό σαν την Γκιώνα, το κατσαρόλι άδειο, οι παίδες να γράφουν στην χαρτοπετσέτα τη γραφή τους, αυτός να ρουφάει σέρτικο και να ντουμανιάζει η χαμοκέλα.
              Ώσπου ο εργάτης της εταιρείας σκαρφαλωμένος σαν γάτος στο φράχτη, του ‘κοψε το ρεύμα.  Φεύγοντας του άφησε ζόρια και μέρες σκληρές σαν το καύκαλο της χελώνας. Οι πληγές του όχι δέκα αλλά στο τετράγωνο. Πώς να στήσει κατσαρόλι με το μάτι της κουζίνας τυφλό; Να ζεσταθεί με το σύρμα της ηλεκτρικής σόμπας απυράκτωτο; Να φωτιστεί με λάμπες σβηστές; Να διασκεδάσει τη βραδινή ανάπαυλα βλέποντας στη γεραιά  τι- βί τον Τούρκο Σουλεϊμάν;

Το παραγώνι

   Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
            Λίγα χρόνια πριν, τις μέρες μας κάποιο διψασμένο χειλάκι τις άρταινε με τη γλύκα του. Τις νύχτες μας ένα μελί φεγγάρι πάντα έσκαζε στον ουρανό και τις φώτιζε. Στο τραπέζι μας ο άρτος έστω και μπουκίτσες το χρέος του το ‘κανε. Το τσουκάλι έβραζε, το ρεβίθι μπόλικο στο πιάτο, χούφτες οι ελιές στο φτωχικό μας σιτηρέσιο. Κι όλο το ζην μας προχωρούσε άλλοτε ορειβατώντας σε Κιλιμάντζαρα κι άλλοτε περιπατώντας σε χαμηλά γηλοφάκια.
            Φέτος όμως του χειμώνος ερχομένου οι πληγές μας αυξάνουν. Πόσος ο αριθμός; ουδείς γνωρίζει.  Ο Στουρνάρας δεν ξέρει τι ποιεί η αριστερά του, ξέρεις όμως τι ποιεί η δεξιά του. Κι όλο μας ρουφάει το μεδούλι, και σε τετρακέφαλους γλείφει  κριτσινάδι και λιπάκι.

Kopanakinews

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος 
                Τώρα που κοντοζυγώνουμε την άγια θύρα του παράδεισου, τα ‘χουμε όλα. Τότε στα έτη της σκουριάς το νέο το μαθαίναμε από τον οδοιπόρο, την είδηση από τον μπαρμπέρη της πόλης. Το θάνατο του παππού στο όμορο χωριό από τον ταχυδρόμο, την αρρώστια της θείας Μορφούλας στο Τρίκορφο από το γανωματή που γυάλιζε με καλάι τα τεντζέρια. Τη διακόρευση της ζωηρούλας Αφροδίτης στην πέρα ρούγα από τη γλώσσα της μοδίστρας που τσάκιζε κόκαλα, την απιστία του νιόπαντρου Λιά από κουτσομπολιό που η λαλιά του τρυπούσε τα ώτα μας. Της κουμπάρας τις μουρνταριές τις μαθαίναμε απ’  το χαζό Λευτεράκη, το προξενιό της παπαδοπούλας από το Ρόιτερ της γειτονιάς.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Η μοναξιά του συγγραφέα

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Προτιμούσε το καφέ Αρχαίο γιατί πίστευε πως η περίσσια διακόσμηση της αίθουσας, του πήγαινε. Στην αρχή πέρασε μια μικρή επώδυνη δοκιμασία μέχρι να αφομοιώσει το αλληλέγγυο της αρχαίας και της σύγχρονης διακοσμητικής τέχνης, αλλά η σιγουριά του πως κάτι καλό κουβαλούσαν και οι δυο πολιτισμοί, τον έκανε να αγαπήσει το χώρο και να απολαμβάνει τον πρωινό του καφέ.
Έτσι κάπου δέκα χρόνια τώρα, περνούσε την κομψή ξύλινη πόρτα του κι έπιανε θέση στον κίτρινο καναπέ με το οβάλ τραπέζι. Εκεί έπινε για δυο περίπου ώρες τον καφέ του, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα << Ο τύπος των ήλων >> και ξεφύλλιζε στο τέλος της ανάγνωσης κάποια λογοτεχνικά βιβλία που τα έφερνε μαζί του.
Ιδιαίτερους φίλους δεν είχε και οι παρέες του ήταν επιλεγμένες. Έτσι χωρίς να αισθάνεται ταπεινωμένος ζούσε με τη μοναξιά του, αντλώντας από το απύθμενο βάθος της την ομορφιά και τη λάμψη των έργων του.

Μια νύχτα με πανσέληνο

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Σαν το ρολόι της πόλης χτύπησε μία πρωινή, ο άντρας στο μπαρ που καθόταν στο μαύρο δερμάτινο καναπέ κι έπινε το τρίτο του ποτό, έδειξε να ξαφνιάζεται. Ύστερα έστρεψε το θυμώδες πρόσωπό του προς την πόρτα και την κοίταξε για λίγο επίμονα με το κοφτερό του βλέμμα. Σαν βεβαιώθηκε πως έμενε εφτασφράγιστη, επέστρεψε πάλι στη ζοφερή και πνιγηρή ατμόσφαιρα της αίθουσας.
Ερχόταν τακτικά εδώ κι ένα μήνα από τότε που αποφάσισε να μείνει στη στεριά και να σταματήσει τα ταξίδια. Η θάλασσα τον είχε κουράσει αφήνοντάς του πολλά κουσούρια και κυρίως ψυχικές διαταραχές, επίμονους εφιάλτες και άκρατο εθισμό στον αλκοολισμό.
Ωστόσο παρέμενε ο ζιγκολό για τις ωραίες και αφελείς γυναίκες που πλήρωναν την ικανότητα της μυθοπλασίας του να τις τέρπει και να τις πιάνει στα δίχτυα του, με το αζημίωτο.

Το φάντασμα του μαύρου καβαλάρη

Γράφει ο Παν. Αντωνόπουλος
Μέρες τώρα η πόλη ήταν ανάστατη από τις φήμες που κυκλοφορούσαν και μιλούσαν για την επίσκεψη του μαύρου καβαλάρη. Ήρθε έλεγαν από μακριά για να βρει τον άνθρωπο με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και να αποδώσει Δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον σε μονομαχία μια ασέληνη νύχτα, στο νεκροταφείο της πόλης.
Ο πρώτος άνθρωπος που τον είδε να διατρέχει βράδυ την πόλη στα νότια, δεν είχε συνέλθει ακόμη και ο φόβος του είχε φωλιάσει για καλά στην καρδιά του. Ωστόσο μπορούσε να τον περιγράψει και να θυμηθεί και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειές του.
Πρώτα – πρώτα έλεγε, έδειχνε δυνατός κι ασυμβίβαστος. Το αρρενωπό και τραχύ πρόσωπό του με τα σχιστά μάτια και τα πυκνά φρύδια τού προσέδιδαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ύστερα η κατάμαυρη δερμάτινη στολή που φορούσε με το μεγάλο καπέλο και τις καλοφτιαγμένες μπότες τού έδιναν μεγάλη εκκεντρικότητα και προκαλούσε ασύγκριτη εντύπωση. Το χρυσοκέντητο τώρα σήμα της νεκροκεφαλής στο μέρος της καρδιάς του μαζί με το μεγάλο κι ευλύγιστο σπαθί που κρατούσε στο δεξί του χέρι και το ανέμιζε με δύναμη και δεξιοτεχνία στον αέρα ολοκλήρωναν το ελκυστικό πορτραίτο του μαύρου καβαλάρη και το ‘καναν συμπαθητικό μαζί και μισητό.